Greek Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and insufficient factual exposition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal of Lamia. The appellant argued the lower court lacked legal basis for finding the defendant's knowledge of the plaintiff's company status insufficient, but failed to specify the exact legal provision violated or fully detail the court's factual assumptions. The court ruled that without these specific elements, the grounds for appeal were too vague to allow a meaningful review of the judgment's correctness.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal must explicitly state the factual assumptions adopted by the court, the specific substantive law provision violated, and the nature of the legal error, otherwise it is inadmissible for being vague.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 939 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 939/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Παπασταθόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου : ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 124/2000 μη οριστική, 43/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 198/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 12 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως ως απαραδέκτου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρ. 599 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει α) να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, β) να καθορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, γ) να αναφέρεται το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου, δ) να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής και ε) να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών, δηλαδή ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.
Η έκθεση των ανωτέρω στο αναιρετήριο, και κυρίως των παραδοχών του δικαστηρίου είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος της ορθότητας του διατακτικού της απόφασης, από την οποία τελικά εξαρτάται και η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Α.Π. 205 και 394/2006), άλλως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, η δε αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολομ.
Α.Π. 27/1998 και 32/1996).- Στη προκειμένη περίπτωση, με τον ένα και μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι "η προσβαλλομένη απόφαση στερείται των νομίμων αιτιολογιών ή άλλως οι αιτιολογίες επί των οποίων στηρίζει τη δικανική της κρίση είναι κατά Νόμον ανεπαρκείς, επί ζητήματος το οποίον ασκεί ουσιώδη επιρροήν εις την έκβασιν της δίκης.
Συγκεκριμένως, δεν αναφέρει ή άλλως δεν αναφέρει επαρκώς, πως και πόθεν κατέληξε εις το συμπέρασμα ότι : Η γνώση του εναγομένου περί του ότι η φερομένη, ως εκπροσωπουμένη από αυτόν εταιρία, είναι ανύπαρκτος προκύπτει από το γεγονός, ότι αυτός δεν προσπάθησε να στραφεί δικαστικά εναντίον του ......, και της άνω εταιρείας που εκπροσωπούσε, μολονότι και αυτός, όπως ισχυρίζεται, είχε αγοράσει μερίδια του ανωτέρω αμοιβαίου κεφαλαίου, ύψους 90.000 Δολλαρίων Η.Π.Α., τα οποία απώλεσε... ".
Έτσι, όμως, όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο καμμία εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων πέραν μιας εντελώς αποσπασματικής περικοπής μιας εκ των πολλών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης, όπως αυτή παραπάνω αναφέρεται. Ενόψει των ελλείψεων αυτών (του αναιρετηρίου), ένεκα των οποίων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, λόγω της αοριστίας του, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 6.12.2005 αίτηση αναιρέσεως τού.......για αναίρεση τής 198/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη τού αναιρεσίβλητου, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ