Supreme Court allows partial cassation appeal against appellate court decision for exceeding jurisdiction by reviewing previously final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the cassation appeal against the Athens Court of Appeal's decision of 1857/2002. The appellate court had erred by reviewing and modifying a previously final first-instance judgment regarding funeral expenses and mental distress damages, which violated the principle of res judicata. Consequently, the Supreme Court annulled only the portion of the appellate decision that had examined the first-instance judgment based on the opposing party's counter-appeal, while dismissing the rest of the appeal as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 296, 297 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paragraph 14 of the Code of Civil Procedure: An appellate court lacks jurisdiction to review a previously final judgment if the appeal does not directly concern the contested issues of the current appeal, and such review constitutes a violation of the principle of res judicata.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 939 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 939/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Π. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δικαίο, ο οποίος δήλωσε ότι ο ως άνω αναιρεσείων παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς την 2η αναιρεσίβλητη.
Των καθών η κλήση - αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε. (Π.Ε.Α.Τ.)", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "... A.A.E." που ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος και 3η εκ των αναιρεσίβλητων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Γιαννίτση, ενώ η 2η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Σεπτεμβρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Ε. Ζ., η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/1999 κατά ένα μέρος οριστική και ένα μέρος μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7911/1999 οριστική του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις εφέσεις του ήδη αναιρεσείοντος, όσον αφορά το μη οριστικό σκέλος της πρωτόδικης απόφασης. Στη συνέχεια το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την 2087/2001 οριστική του απόφαση και μετά από άσκηση έφεσης εκδόθηκε η 1857/2002 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15 Νοεμβρίου 2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1488/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 15 Δεκεμβρίου 2005 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην της 2ης εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανάγνωσε την από 24 Ιουλίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναιρέσεως 9άρθρο 495 παρ.1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης, με δήλωση του δυνάμει του υπ'αριθμ. 20027/06 συμβολαίου του συμβ/φου Καλαμάτας Δ. Σ. πληρεξουσίου αυτού δικηγόρου Π. Δ. που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία. Πρέπει, επομένως, μετά την νομότυπη παραίτηση από την αίτηση αναιρέσεως, να θεωρηθεί η αίτηση αναιρέσεως ως μη ασκηθείσα (άρθρα 295 παρ.1 και 299 ΚΠολΔ) ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή εταιρία με την επωνυμία "Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου ΑΕ (ΠΕΑΤ).
ΙΙ. Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ.4, 561 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστηιρο το οποίο εξέδωσε την απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαγνωσθεί με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν και ποιο λόγο, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προσβαλλομένη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (αόριστος), χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, και σ'αυτή την προσβαλλομένη απόφαση. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη η οποία φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή της διάταξης αυτής, εάν δε το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης πρέπει να αναφέρεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και φέρεται ότι συντελέστηκε η προσβαλλομένη παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου (Ολομ.27/98).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει την αιτίαση ότι το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του με το να μειώσει στο ήμισυ το ποσό των 250.000 δραχ. και 78588 δραχμών αντιστοίχως, το οποίο αυτός κατέβαλε για την κατασκευή της μοτοσυκλέττας του θανατωθέντος υιού Ι.
και την φύλαξη αυτής παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, καθώς και την διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος και επομένως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται ποιες είναι αυτές οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (προφανώς κληρονομικού δικαίου) που παραβιάσθηκαν.
Δεν είναι δε ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου η διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ η οποία φέρεται παραβιασθείσα υπό της προσβαλλομένης.
ΙΙΙ.
Επειδή ο από το άρθρο 559 παρ.16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο) για να είναι ορισμένος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 561 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της προηγηθείσης δίκης, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ'αυτή με δύναμη δεδικασμένου αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσης δίκης, οι παραδοχές του Εφετείου επί της προηγηθείσης και της ενεστώσης δίκης και η πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ενόψει τούτων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ότι παραβίασε το δεδικασμένο το οποίο προέκυπτε από την υπ'αριθμ. 7611/99 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (ως προς το θέμα της συνυπαιτιότητας του υιού του αναιρεσείοντος Ι.), διότι η εν λόγω απόφαση είχε δεχθεί ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος ήταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται εν σχέσει προς το ανωτέρω ζήτημα οι παραδοχές της αποφάσεως που εκδόθηκε επί της προηγηθείσης δίκης καθώς και της προσβαλλομένης αποφάσεως.
ΙV. Επειδή κατά το άρθρον 309 ΚΠολΔ οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν να ασχολούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Ως οριστικές δε αποφάσεις σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη λογίζονται εκείνες που περατώνουν τη δίκη και ο δικαστής απέκδύεται από κάθε περαιτέρω εξουσία.
Εξ άλλου στην ειδική διαδικασία εκ δικάσεως διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α' ΚΠολΔ), όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 681 Α και 674 παρ.1 ΚΠολΔ η αντέφεση ασκείται με ίδιος δικόγραφο, αλλά και με τις προτάσεις κατ'επιλογή του εφεσιβλήτου-αντεκκαλούντος, οι οποίες κατατίθενται στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατά την ημέρα της συζήτησης (άρθ. 591 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 523 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αντέφεση για να είναι παραδεκτή πρέπει να αναφέρεται σε εκείνα μόνο τα κεφάλαια της εφέσεως τα οποία προσβάλλονται με αυτή (έφεση) ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα. Ως κεφάλαια κατά την έννοια της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου νοούνται οι οριστικές διατάξεις της αποφάσεως με τις οποίες το δικαστήριο αποφάνθηκε για κάθε μία από τις αυτοτελείς αιτήσεις για παροχή εννόμου προστασίας.
Ως αναγκαίως δε συνεχόμενα με εκείνα που έχουν εκκληθεί είναι όσα αφορούν παρεπόμενα η παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης (τόκοι) ή προέρχονται από την αυτή νομική και ιστορική αιτία. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 2-9-1997 αγωγή, του, λόγω θανάτου του υιού του Ι. Ζ. σε τροχαίο ατύχημα ζήτησε να επιδικασθεί εις βάρος του εναγόμενου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής εταιρίας του αυτοκινήτου αυτού:
α) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 50.000.000 δραχμών β) 348.026 δραχμών για επισκευή και φύλαξη της μοτοσυκλέτας στην οποία επέβαινε ο θανατωθείς υιός του και γ) 1.514.600 δραχμ. για έξοδα κηδείας και κατασκευή τάφου. Τα ποσά δε αυτά μετά του νομίμου τόκου από της επιδόσεως της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την 31/1999 απόφασή του:
α) ανέστειλε την έκδοση αποφάσεως για την υπό στοιχείο β' απαίτηση του ενάγοντος μέχρι προσκομίσεως πιστοποιητικό κληρονομίας της αρμόδιας ΔΟΥ και β) επεδίκασε στον ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000.000 δραχμών και 1.179.680 δραχμ. για έξοδα κηδείας και κατασκευής τάφου. Η ασκηθείσα εκ μέρους του αναιρεσείοντος-ενάγοντος υπ'αριθμ. 3089/5-4-99 καταθέσεως έφεση κατά της μνησθείσας αποφάσεως (11/99) απερρίφθη δυνάμει της 7611/99 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως απαράδεκτη.
Επανεισαχθείσης της υποθέσεως προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου εξεδόθη η 2087/2001 απόφαση αυτού με τη οποία το εν λόγω δικαστήριο επεδίκασε στον αναιρεσείοντα-ενάγοντα το ποσό των 328.588 δραχμ. για επισκευή και φύλαξη της ως άνω μοτοσυκλέττας του θανόντος υιού του. Κατά παράβαση όμως του άρθρου 309 παρ.1 ΚΠολΔ το Δικαστήριο αυτό επελήφθη της εκδικάσεως και των ήδη εκδικασθέντων με την 11/99 απόφαση ως άνω ποσών (χρηματικής ικανοποιήσεως και εξόδων κηδείας και κατασκευής τάφου) και επεδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 12.000.000 δραχ.
για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και 1.211.680 δραχμ. για έξοδα και κατασκευής τάφου αντί των ποσών που είχε επιδικάσει με την 11/99 απόφασή του. Ο αναιρεσείων άσκησε την από 3-5-01 έφεση κατά της τελευταίας ως άνω αποφάσεως με την οποία, όπως το περιεχόμενο αυτής παραδεκτώς επισκοπείται κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.
ζήτησε την εξαφάνισή της, λόγω του προαναφερόμενου σφάλματος αυτής να επιληφθεί απαραδέκτως της εκδικάσεως των ήδη οριστικώς κριθεισών με την 11/99 απόφαση αξιώσεων του αναιρεσέιοντος. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσείοντος εξαφάνισε την εκκαλούμενη 2087/01 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και μετά ταύτα κατά παραδοχή της ασκηθείσης δια των προς της επ'ακροατηρίου συζητήσεως κατατεθεισών προτάσεων των αναιρεσιβλήτων (9-10-01), ενώ η συζήτηση στο Εφετείο έγινε την 11-10-2001) αντεφέσεως εξαφάνισε και την 11/99 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδιεκίου και:
α) επεδίκασε στον αναιρεσείοντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσόν των 12.000.000 δραχμών (ενώ με την 11/99 είχε επιδικασθεί ποσό 20.000.000 δραχ. και β) 1.211.620 δραχμών για την δαπάνη κηδείας και κατασκευής τάφου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.14 ΚΠολΔ, διότι δεν κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα ως άνω αντέφεση των αναιρεσιβλήτων, λόγω του ότι αυτή δεν αναφερόταν στα πληττόμενα με την έφεση κεφάλαια ή τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, τούτο δε εν όψει του ότι με την μνημονευθείσα έφεση του αναιρεσείοντος επλήττετο η 11/99 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου μόνο ως προς την μη επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής και συνεπώς το Εφετείο δεν είχε εξουσία να ερευνήσει την αντέφεση ενόψει του άνω περιεχομένου της αλλά έπρεπε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα να την απορρίψεη ως απαράδεκτη.
Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.14 ΚΠολΔ, να αναιρεθεί κατά τούτο (κατά το μέρος που εξαφάνισε την 11/99 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά παραδοχή της αντεφέσεως) η προσβαλλόμενη απόφαση.
Για τους λόγους αυτούς Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της 1857/02 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών καθόσον αυτή στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσιβλήτου.
Αναιρεί κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσης την 1857/02 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Μαίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ