Supreme Court dismisses appeal on ne bis in idem grounds due to statute of limitations and lack of final administrative decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the defendant's appeal against a criminal judgment, ruling the claim for non-bis-in-idem was inadmissible. The court found that six years and five months had passed since the alleged offense, ensuring the statute of limitations would expire before any potential delay in the Supreme Court proceedings. Furthermore, the court held that a final administrative decision was not required to adjudicate the tax violation itself. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 para. 1 ECHR; Art. 50 Charter of Fundamental Rights: The principle of ne bis in idem does not preclude criminal prosecution if the statute of limitations has expired or if the prerequisite final administrative decision is absent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 938 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 938/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 7437/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 8300/15-12-2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 165/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 1 του, κυρωθέντος με το ν. 1705/1987 (ΦΕΚ Α'89), 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ορίζει ότι "Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού".
Η παρατεθείσα διάταξη εκφράζει την αρχή ne bis in idem, στην οποία αναφέρεται το δίκασαν δικαστήριο και η οποία αποτελεί, επίσης, γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (βλ., ειδικότερα, αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2006, C-308/04 Ρ, .... κατά Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 2002, C-238/99 Ρ, C-244/99 Ρ, C- 245/99 Ρ, C-247/99 Ρ, C-250/99 Ρ έως C-252/99 Ρ και C-254/99 Ρ ....κ.λπ.
κατά Επιτροπής, σκ. 59, και της 29ης Ιουνίου 2006, C-289/04 Ρ κατά Επιτροπής, σκ. 50) και επιβεβαιώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης (2000/C 364/01), έχοντας και την τυπική ισχύ θεμελιώδους δικαιώματος της Ενώσεως. Ειδικότερα στο άρθρο 50 του Χάρτη, τιτλοφορούμενο "Δικαίωμα του προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται ποινικά δύο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη", ορίζονται τα εξής: "Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο".
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη πρέπει να γίνονται σεβαστά όταν εθνική κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ενώσεως. 8. Επειδή, κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οσάκις κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει ειδική κύρωση σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων της ή παραπέμπει, ως προς το σημείο αυτό, στις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, επιβάλλεται (άρθρο 4 παρ. 3 της Συνθήκης της ΕΕ) στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε πρόσφορο μέτρο που θα εγγυάται την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 1994, C-382/92, ...
κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκ. 55, και C- 383/92, κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκ. 40). Ειδικότερα, όσον αφορά τις παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας της Ενώσεως, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, ελλείψει εναρμονίσεως της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα αυτόν, τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια για την είσπραξη των οφειλομένων δασμών, είναι επίσης αρμόδια να επιλέγουν τις κυρώσεις που θεωρούν κατάλληλες (αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-213/99, σκ. 19, της 26ης Οκτωβρίου 1995, C- 36/94, Siesse, σκ. 20, της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-210/91, ....
κατά Ελλάδος, σκ. 19). Εξ άλλου, στις εθνικές διατάξεις των κρατών μελών παραπέμπει για την κύρωση των παραβάσεων της και η Οδηγία 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25.2.1992 "σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης" (ΕΕ L 76), ορίζοντας ότι "...
Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως παραβάσεων και την επιβολή αποτελεσματικών κυρώσεων" (άρθρο 20 παρ. 3 της Οδηγίας, όπως το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 6 της Οδηγίας 92/108/ΕΟΚ, ΕΕ L 390). 9. Επειδή, ο ν. 2127/1993 "Εναρμόνιση προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α'48), που εκδόθηκε προς μεταφορά στην ελληνική έννομη τάξη των διατάξεων της προαναφερθείσης οδηγίας 92/12/ΕΟΚ και υπήγαγε στον ειδικό φόρο κατανάλωσης, μεταξύ άλλων, τα πετρελαιοειδή προϊόντα, "τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας", προέβλεψε στο άρθρο 67 παρ. 5 ότι: "Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κωδικός" και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας".
Εξάλλου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 89 του ως άνω Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918, ΦΕΚ Α'73), που προστέθηκε με το άρθρο 3 του α.ν. 1514/1950 (ΦΕΚ Α' 240), ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 1591/1950 (ΦΕΚ Α'295), "Ως τελωνειακοί παραβάσεις χαρακτηρίζονται ... η καθ' οιονδήποτε των εν άρθρω 100 του παρόντος μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν τω αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουσι δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου, και αν έτι ήθελε κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας".
Στην παρ. 1 του άρθρου 100 του ιδίου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του α.ν. 2081/1939 (ΦΕΚ Α' 495), ορίζεται ότι: "Λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, υποκειμένων είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε εις εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ' αυτής τόπω ή χρόνω και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στέρηση το Δημόσιον των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων, και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον".
Στην περίπτωση θ' της επομένης παρ. 2, που προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952 (ΦΕΚ Α' 113), ορίζεται ότι ως λαθρεμπορία θεωρείται και "η αγορά, πώλησις και κατοχή εμπορευμάτων εισαχθέντων ή τεθέντων εις την κατανάλωσιν κατά τρόπον συνιστώντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας". Η κατά το άρθρο 100 λαθρεμπορία (όπως και η απόπειρα λαθρεμπορίας) τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στα άρθρα 102 επομ.
του ιδίου Κώδικα. Περαιτέρω, στην παρ. 3 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του α.ν. 1514/1950 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του ν. 495/1976 (ΦΕΚ Α' 337), ορίζεται ότι "Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παρ. 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών επιβάλλεται κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επομ.
του παρόντος ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από του διπλού μέχρι του δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενο ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων εν συνόλω, δια πάντας τους συνυπαιτίους.... Για πετρελαιοειδή προϊόντα, αλκοόλη, αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά το πολλαπλούν τέλος ανέρχεται στο πενταπλάσιο μέχρι το δεκαπλάσιο των δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων που βαρύνουν αυτά (Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 προστέθηκε με την παρ. 9 του άρθρ.1 του ν. 2443/1996 (ΦΕΚ Α' 265)".
Τέλος, στην παρ. 8 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του α. ν. 1514/1950, ορίζεται ότι "Ουδεμίαν επιρροήν εξασκεί επί των αποφάσεων των Δικαστηρίων η αθωωτική ή καταλογιστική απόφασις των Διοικητικών Δικαστηρίων και Επιτροπών ουδέ τανάπαλιν", στο δε άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α' 97), υπό τον τίτλο "Δέσμευση από αποφάσεις άλλων δικαστηρίων", ορίζεται ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται και "...
από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη". 10. Επειδή, οι προπαρατεθείσες διατάξεις του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Τελωνειακού Κώδικα (άρθρα 89 επομ.) και του ν. 2127/1993 περί επιβολής πολλαπλού τέλους και κινήσεως της διαδικασίας ποινικής διώξεως, οι οποίες διατάξεις είναι, κατά τα προεκτεθέντα, εφαρμοστέες σε περίπτωση παραβάσεως του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου και των εθνικών διατάξεων περί μεταφοράς της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, συνιστούν εφαρμογή του δικαίου της Ενώσεως κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 του Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης.
Συνεπώς, οι θεσπιζόμενες από τις εν λόγω διατάξεις ρυθμίσεις πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις που απορρέουν από τον Χάρτη όσον αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται σ' αυτόν (βλ. απόφαση ΔΕΚ μειζ. συνθ. της 26.2.2013, C-617/10, Akerberg Fransson, σκ. 17 επ., πρβλ. και απόφαση ΔΕΚ της 16.12.1992, C-210/91, κατά Ελλάδος, σκ. 19, απόφαση ΔΕΚ της 26.10.1995, C-36/94, Siesse, σκ. 21, απόφαση ΔΕΚ της 7.12.2000, C-213/99, De Andrade, σκ. 20, απόφαση ΔΕΚ της 12.7.2001, C-262/99, Λουλουδάκης, σκ. 67, απόφαση ΔΕΕ της 29.7.2010, C-188/09, Profaktor Kulesza, Frankowski, J..wiak, Or.owski, σκ. 29, απόφαση ΔΕΕ της 9.2.2012, C-210/10, Urban, σκ. 23). 11.
Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 990/2004 Ολομ., 1522/2010 επταμ., 2067/2011 επταμ. κ.ά.), από τον συνδυασμό των προμνησθεισων διατάξεων των παραγράφων 2 του άρθρου 89 και 3 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα προς την παράγραφο 8 του ιδίου άρθρου 97 αυτού, (προστεθείσα με το αρθρ. 4 του ν. 1514/1950) καθώς και προς την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προκύπτει ότι η διαδικασία διοικητικής βεβαιώσεως της τελωνειακής παραβάσεως, που κατατείνει στην επιβολή του πολλαπλού τέλους, είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία.
Η αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν ετελέσθη η διοικητική παράβαση, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, οπότε δεσμεύεται ως προς την ενοχή του δράστη.
Παρά την μη δέσμευση του, όμως, υποχρεούται να εκτιμήσει αυτήν κατά την διαμόρφωση της κρίσεως του, χωρίς να απαιτείται πανηγυρική εξαγγελία περί τούτου. 12. Επειδή, όσον αφορά την αρχή ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την προαναφερθείσα απόφαση του της 26.2.2013, C-617/10, Hans Akerberg Fransson, επί προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το Haparanda Tingsntt της Σουηδίας στο πλαίσιο ποινικής δίκης για φοροδιαφυγή και, ειδικότερα, για υποβολή ανακριβών δηλώσεων φόρου εισοδήματος και φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ), δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:"34. ...
το άρθρο 50 του Χάρτη δεν εμποδίζει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή, για την ίδια πράξη παραβάσεως των υποχρεώσεων που αφορούν την υποβολή δηλώσεων στον τομέα του ΦΠΑ, ενός συνδυασμού φορολογικών και ποινικών κυρώσεων. Συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλίζουν την είσπραξη του συνόλου των εσόδων από ΦΠΑ και, κατ' επέκταση, την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, τα κράτη μέλη διαθέτουν ελευθερία επιλογής των κυρώσεων που επιβάλλουν...
Οι κυρώσεις αυτές μπορούν συνεπώς να λαμβάνουν τη μορφή διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων ή ενός συνδυασμού των δύο. Μόνον όταν η φορολογική κύρωση έχει ποινικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, και έχει καταστεί απρόσβλητη, η εν λόγω διάταξη εμποδίζει την άσκηση ποινικής δίωξης για την ίδια πράξη κατά του ίδιου προσώπου. 35. ...
η εκτίμηση της ποινικής φύσεως των φορολογικών κυρώσεων στηρίζεται σε τρία κριτήρια. Το πρώτο είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της παραβάσεως κατά το εσωτερικό δίκαιο, το δεύτερο η ίδια η φύση της παραβάσεως και το τρίτο η φύση και η σοβαρότητα της κυρώσεως που ενδέχεται να επιβληθεί στον διαπράξαντα την παράβαση (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, C-489/10, Bonda, σκ. 37). 36.
Εναπόκειται στο [εθνικό] δικαστήριο να εκτιμήσει, με γνώμονα τα κριτήρια αυτά, αν πρέπει να προβεί σε εξέταση της προβλεπόμενης από την εθνική νομοθεσία σωρεύσεως φορολογικών και ποινικών κυρώσεων σε σχέση με τα εθνικά πρότυπα κατά την έννοια της σκέψεως 29 της παρούσας αποφάσεως, πράγμα που θα μπορούσε να το οδηγήσει, ενδεχομένως, να κρίνει ότι η σώρευση αυτή είναι αντίθετη προς τα εν λόγω πρότυπα, υπό την προϋπόθεση ότι οι εναπομένουσες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, ανάλογες των παραβάσεων και αποτρεπτικές ... 37 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο, στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη δεν εμποδίζει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή, για την ίδια πράξη παραβάσεως..., διαδοχικώς μιας φορολογικής και μιας ποινικής κυρώσεως, στον βαθμό που η πρώτη κύρωση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει". 13.
Επειδή, το πολλαπλούν τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας και δια παραπομπής σ' αυτόν ο ν. 2127/1993 δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου (ποινή stricto sensu), που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την "ποινή", δηλαδή την γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλ' έχει χαρακτήρα, όπως ρητώς άλλωστε διαλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 89 παρ.2 του Τελωνειακού Κώδικα, διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα - υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων- και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της εισπράξεως κοινοτικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας (πρβλ απόφαση ΕΔΔΑ τής 14.9.2004, επί τού παραδεκ..
κατά Γαλλίας, 11/1994 /458/539, σκ. 14, ...κατά Γαλλίας, σκ. 48, τής 24.10.1986, ...κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 9118/80, σκ. 63-67), καθιστώντας την παράβαση οικονομικό ασύμφορη. Δηλαδή, το εν λόγω πολλαπλούν τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην ελληνική νομοθεσία αλλά και κατά τη φύση και το χαρακτήρα του διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως.
Επιβάλλεται, ειδικώτερα, για την αντιστάθμιση των συνεπειών συμπεριφορών, που συνιστούν παραβίαση διοικητικής φύσεως υποχρεώσεων κάθε συναλλασσομένου, της καταβολής, δηλαδή, προς το Δημόσιο οφειλομένων φορολογικών επιβαρύνσεων, που έχουν, μάλιστα, ταυτοχρόνως, και τον χαρακτήρα πόρων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Η αντιστάθμιση συνίσταται στην αναπλήρωση των ποσών, την καταβολή των οποίων αποφεύγει με την παράνομη συμπεριφορά του ο υπόχρεος, με ανάλογη προς τα άνω αναπροσαρμογή τους, για την κάλυψη όλων των εντεύθεν δαπανών, στις οποίες προβαίνει το κράτος για τον εντοπισμό των συμπεριφορών αυτών, που, από τη φύση τους, είναι δυσχερώς εντοπίσιμες αλλά που επιτρέπουν την προσπόριση σημαντικών οικονομικών ωφελημάτων σε εκείνον που τις επιχειρεί επιτυχώς.
Άλλωστε, οι προβλεπόμενες στον Τελωνειακό Κώδικα ποινές για το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας συνίστανται, κατά κανόνα, σε στέρηση της ελευθερίας του δράστη (φυλάκιση ή κάθειρξη) και ουδόλως δύνανται να συγκριθούν με τις χρηματικές κυρώσεις του αντιστοίχου διοικητικού αδικήματος (βλ. άρθρο 102 του Τελωνειακού Κωδικός, ν. 1165/1918, όπως ίσχυε, και άρθρο 157 του ισχύοντος νυν Εθνικού Τελωνειακού Κωδικός, ν. 2960/2001).
Συνεπώς, εφ' όσον η κύρωση του πολλαπλού τέλους δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ καθώς και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης. Κατ' ακολουθίαν, ούτε η έναρξη ούτε η εξέλιξη της διαδικασίας επιβολής του πολλαπλού τέλους και της τυχόν ανοιγείσης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων δίκης κωλύεται σε περίπτωση που για την ίδια παράβαση έχει ολοκληρωθεί η ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων διαδικασία με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη (ΣτΕ Ολ 1741/2015, ΑΠ 362/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με σχετικό λόγο της αναιρέσεως του ότι το δικάσαν Δικαστήριο προέβη στην κατ' ουσία εκδίκαση της υποθέσεως, παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητας (αρ. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ), αφού δεν έλαβε πρώτον υπόψη του την με αριθμό 5970/2007 αμετάκλητη απόφαση του β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία αθωώθηκε για την πράξη της λαθρεμπορίας, για την οποία του επιβλήθηκαν τα πρόστιμα εξαιτίας της μη καταβολής των οποίων του αποδόθηκε η δικαζόμενη κατηγορία της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, και δεύτερον δεν έλαβε υπόψη του την με αριθμό 4821/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απηλλάγη ο έτερος των ομορρύθμων εταίρων της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." από την ίδια κατηγορία, υπερβαίνοντας έτσι θετικά την εξουσία του.
Τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους οποίους ο αναιρεσείων προέβαλε στο δικάσαν δικαστήριο τούτο τους απέρριψε με την εξής αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αθωώθηκε με την υπ' αριθμ. 5970/2007 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για την πράξη της λαθρεμπορίας για την οποία επιβλήθηκαν τα παραπάνω πρόστιμα, και ότι για το λόγο αυτό δεν έχει δόλο για την μη καταβολή τους και ότι ως εκ τούτου πρέπει να αθωωθεί, τυγχάνει απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 150§4 του Ν. 2960/2001, ήτοι του Τελωνειακού Κώδικα, όλες οι πράξεις επιβολής πολλαπλού τέλους προσβάλλονται ενώπιον των αρμόδιων Διοικητικών Δικαστηρίων σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ενώ σύμφωνα με την παρ. 5 του αυτού άρθρου η εκδοθείσα καταλογιστική πράξη είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 142§2 του Ν. 2960/2001 προβλέπεται ότι ως τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται επίσης, η με οποιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγή/^ της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των καθοριζομένων, στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διατυπώσεων και επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα ακόμη και αν κρινόταν, αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας ενώ και στη διάταξη του άρθρου 155§1β του Ν. 2960/2001 ορίζεται ότι οι παραβάσεις της λαθρεμπορίας επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας.
Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται "από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη" (παρ. 2) και "Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας." (παρ. 4).
Οι ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό ερμηνευόμενες, έχουν την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει επί υπόθεσης επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αλλά υποχρεούται απλώς να τη συνεκτιμήσει κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του (βλ.
ΣτΕ 990/2004 Ολομ., 1522/2010 επταμ., 2067/2011 επταμ., 2957/2013 πενταμ.). Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αθωώθηκε για την πράξη της λαθρεμπορίας δεν συνεπάγεται και απαλλαγή του από την καταβολή των πολλαπλών τελών και προστίμων που του επιβλήθηκαν για την πράξη αυτή, αφού μπορεί η λαθρεμπορία να κριθεί μη αξιόποινη σύμφωνα με το ποινικό δίκαιο, να εξακολουθεί όμως να συνιστά λαθρεμπορία σύμφωνα με τον Τελωνειακό Κώδικα και να επισύρει την επιβολή πολλαπλών τελών και προστίμων, η μη καταβολή των οποίων, όπως εν προκειμένω, να συνιστά το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο.
Εξάλλου, και η προσκομισθείσα υπ' αριθμ. 403/14.7.2010 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου με την οποία διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της γνωστοποιηθείσας με την 11549/10.9.2009 ατομικής ειδοποίησης του ΣΤ' Τελωνείου Θεσσαλονίκης, ταμειακής βεβαίωσης και συγκεκριμένα κατά το πέραν των 300.000,00 ευρώ μέρος της απαίτησης του Δημοσίου μέχρι τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας από 14.10.2009 ανακοπής του, δεν αναιρεί το δόλο του κατηγορουμένου για την επίδικη πράξη αφού κατά το χρόνο τέλεσης αυτής δεν είχε εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η άσκηση αναίρεσης ενώπιον του ΣτΕ, (που προαναφέρθηκε κατά την υποβολή αιτήματος αναβολής) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 54 το π.δ/τος 18/1989 δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα από μόνης της, ούτε δικαιολογεί αίτηση αναστολής.
Τέλος το αίτημα του να του αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά το πρότερου έντιμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να απορριφθεί, διότι α) ως προς τον πρότερο έντιμο βίο δεν αποδείχθηκε ότι έως το χρόνο που τέλεσε την ως άνω πράξη του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, καθόσον δεν αρκεί μόνον το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία συμπεριφορά του κατηγορουμένου, η οποία εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε και β) ως προς το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια και δη λόγω οικονομικής ένδειας επίσης δεν αποδείχθηκε, αφού, πέραν του ότι καταρχήν αρνείται την πράξη του, πάντως, το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα αφορά τα έσοδα για έτη για τα οποία δεν έχει ελεγχθεί, ενώ δεν αποδείχθηκε η έλλειψη λοιπών πόρων, σε κάθε δε περίπτωση δεν έκανε καμία προσπάθεια να εξοφλήσει την οφειλή του έστω προβαίνοντας σε ρύθμιση αυτής αντιθέτως ωθήθηκε στην πράξη του από πρόθεση να αποφύγει τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς το Δημόσιο, όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από τη μετέπειτα συμπεριφορά του, με τη σωρεία ανακοπών, προσφυγών και ενδίκων μέσων που υπέβαλε, αμφισβητώντας την οφειλή του".
Η αιτιολογία αυτή του δικαστηρίου σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας είναι ορθή και τούτο διότι από τις ανωτέρω διατάξεις καθώς και από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προκύπτει ότι η διαδικασία διοικητικής βεβαιώσεως της τελωνειακής παραβάσεως που κατατείνει στην επιβολή του πολλαπλού τέλους, είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία.
Άλλωστε το πολλαπλούν τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας και δια παραπομπής σ' αυτόν ο ν. 2127/1993 δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου (ποινή striclo sensu) που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την "ποινή" δηλ.
τη γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη αλλ' έχει χαρακτήρα, όπως ρητώς άλλωστε διαλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 89 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα, διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της εισπράξεως κοινωνικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων τελωνειακής διαδικασίας.
Δηλαδή το εν λόγω πολλαπλούν τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην Ελληνική νομοθεσία, αλλά και κατά τη φύση και τον χαρακτήρα του διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως. Τέλος το δικάσαν Δικαστήριο δεν δεσμευόταν από την επιδοθείσα υπ' αριθμ. 4821/2013 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απηλλάγη ο έτερος των ομορρύθμων εταίρων της άνω ομόρρυθμης εταιρείας από την ίδια κατηγορία της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, διότι πρόκειται για διαφορετικά πρόσωπα και η ως άνω αιτίαση είναι απαράδεκτη διότι υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετέα ως ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως.
Συνεπώς ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας του Δικαστηρίου και ο σχετικός με αυτή λόγος της παραβάσεως τα τεκμήρια αθωότητος που θεσπίζεται από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον για την απόφαση με την οποία κρίνεται ένοχος και καταδικάζεται ο κατηγορούμενος ή για αυτήν με την οποία απαλλάσσεται από την κατηγορία από το Δικαστήριο, αλλά για όλες τις αποφάσεις ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε.
Η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατ' άρθρου 61 ΚΠολΔ, λόγω εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό δικαστήριο ή κατ' αναλογία στο διοικητικό δικαστήριο που έχει σχέση με την ποινική δίκη πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιου αιτήματος έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου.
Διαφορετικά ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Προϋποτίθεται όμως, ότι το αίτημα αυτό αναβολής είναι παραδεκτό και ειδικότερα ότι υποβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο ήτοι με προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η πολιτική ή αναλόγως η διοικητική δίκη του εισαγωγικού δικογράφου αυτής των διαδίκων που μετέχουν σ' αυτήν, του ζητήματος το οποίο εκκρεμεί και πρόκειται να κριθεί εκεί και της σχέσεως του ζητήματος αυτού προς την κατηγορία που πρόκειται να κριθεί και εκκρεμεί στο ποινικό δικαστήριο.
Αν το ανωτέρω αίτημα αναβολής δεν υποβάλλεται κατ' ορισμένο τρόπο η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σ' αυτό είτε ή μη αιτιολογημένη απόρριψη του δεν ιδρύει του ως άνω λόγου αναιρέσεως. Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 135 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες με σκοπό να προσκομισθούν νέες αποδείξεις.
Η παραδοχή η μη του σχετικού αιτήματος που πρέπει να υποβληθεί ορισμένα για να είναι παραδεκτό, υπόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου, της οποίας οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του γιατί άλλως ο λόγος αναιρέσεως για την άνευ της απαιτουμένης ειδικής αιτιολογίας απόρριψή του είναι βάσιμος.
Στη προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος κατά την έναρξη της διαδικασίας ενώπιον δικάσαντος Δικαστηρίου υπέβαλε αίτημα αναβολής "για κρείσσονες αποδείξεις έως την έκδοση απόφασης από το ΣτΕ επί της αναιρέσεως που ασκήθηκε της οποίας η συζήτηση έχει προσδιορισθεί για την αυριανή δικάσιμο πλην όμως δεν έχει κατατεθεί απαιτούμενη εισήγηση...".
Το Δικάσαν Δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση το παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου, το οποίο υποβάλλεται δια του συνηγόρου υπεράσπισης αυτού περί αναβολής της παρούσας δίκης είναι μεν νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρο 352 παρ.3 του Κ.Ποιν.Δ., σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για κρείσσοντες αποδείξεις, πλην όμως εν προκειμένω το αίτημα του κατηγορουμένου οδηγεί σε παρέλκυση της δίκης, καθόσον η συζήτηση των επικαλούμενων αναιρέσεων ενώπιον του ΣτΕ έχει προσδιοριστεί για 17.9.2014, πλην όμως αφού, σύμφωνα με τα επικαλούμενα από τον κατηγορούμενο, δεν έχει κατατεθεί εισήγηση, η συζήτηση της υποθέσεως θα αναβληθεί εκ νέου, χωρίς να μπορεί να εκτιμηθεί η πιθανή δικάσιμος, ενώ η έκδοση απόφασης, με τα παραπάνω δεδομένα, δεν θα έχει εκδοθεί παρά μόνον σε πολλούς μήνες από σήμερα.
Δεδομένου δε ότι έχουν ήδη παρέλθει έξι έτη και πέντε μήνες από την τέλεση της πράξης, τυχόν αποδοχή του αιτήματος αναβολής θα οδηγούσε μετά βεβαιότητος σε παραγραφή του αξιοποίνου της επίδικης πράξης, χωρίς εν τω μεταξύ να έχει εκδοθεί η επικαλούμενη απόφαση. Πέραν τούτου δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης ή η αμετάκλητη επί της ασκηθείσας προσφυγής απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου για την εκδίκαση της παράβασης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1882/1990, όπως εν προκειμένω.
Συνεπώς, το αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο". Η αιτιολογία αυτή, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο προβάλλει την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 59 και 60 του ΚΠοινΔ, "το δικάσαν δικαστήριο δεν ανέστειλε τη δίκη μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της ασκηθείσας από 24-9-2009 ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης στη 14/2005/2006 καταλογιστής πράξης η οποία δεν έχει προσδιορισθεί ακόμη προς συζήτηση και ενώ είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. 403/2010 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου με την οποία διατάσσεται η μερική αναστολή εκτέλεσης της γνωστοποιηθείσας 11549/10-9-2009 ατομικής ειδοποίησης του ΣΤ' τελωνείου Θεσσαλονίκης που ταυτίζεσαι με το ποσό της ταμειακής βεβαιώσεις για το οποίο κατηγορείται και για το ποσό πέραν των 300.000 ευρώ. Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως που είναι αναγκαίο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν υπέβαλε αίτημα αναβολής της υπόθεσης για τον προαναφερόμενο λόγο.
Συνεπώς το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ' αυτού και συνεπώς είναι αβάσιμη η σχετική αιτίαση και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (αρ. 585 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2014 αίτηση του Ι. Μ. του Β. για αναίρεση της με αριθμό 7437/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζονται στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Μαρτίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ