Supreme Court allows appeal against labor court verdict regarding driver's readiness for work during transport stops.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a lower court ruling concerning a truck driver's employment status. The lower court had incorrectly classified the driver's time spent at loading/unloading sites as simple readiness for work, failing to distinguish it from genuine readiness. The Court found the lower court's reasoning insufficient regarding the driver's obligation to remain at specific locations during these stops and the nature of their duties. Consequently, the appeal was granted, the case remitted for retrial, and the respondent ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 653 of the Civil Code; Laws 3239/1933, 3755/1957, 1876/1990; Decree 88/1999: The court must clearly distinguish between simple readiness and genuine readiness for work, particularly when determining if a worker is obligated to remain at a specific location during intermediate stops, as this distinction is fundamental to classifying the employment relationship and calculating additional remuneration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 938 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 938/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Β. Π. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Τρίγκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Α.Ε.-ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΞΥΛΟΥ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστασίου Τελώνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 485/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 91/2013 Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 19-2-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 14-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να γίνει δεκτή η αίτηση του Β. Π. κατά της εταιρείας με την επωνυμία "Β. Α.Ε.-ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΞΥΛΟΥ" περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 91/2013 απόφασης Εφετείου Πατρών, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου, δεύτερου, τρίτου (κατά το τρίτο σκέλος) και τέταρτου (κατά το δεύτερο σκέλος) από τους λόγους αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, για την εφαρμογή των διατάξεων του εργατικού δικαίου, ως εξαρτημένη εργασία νοείται, κατά κανόνα, η παροχή της πνευματικής ή σωματικής δραστηριότητας του εργαζόμενου, που αναπτύσσεται υπό τον έλεγχο του εργοδότη και αποβλέπει στην επίτευξη ενός οικονομικού αποτελέσματος. Ωστόσο, υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας και όταν, απλώς, δεσμεύεται η ελευθερία του εργαζόμενου, με την ανάληψη της υποχρέωσης να παραμένει σε ετοιμότητα προς παροχή της εργασίας του, όταν αυτή απαιτηθεί από τον εργοδότη.
Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των νόμων 3239/1933, 3755/1957 και 1876/1990 και του π.δ. 88/1999, ως προς το ζήτημα της ετοιμότητας προς εργασία, γίνονται οι εξής δύο βασικές διακρίσεις. Στην πρώτη περίπτωση, ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής, από όπου, πάντως, μόλις κληθεί, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσέλθει άμεσα στον τόπο εργασίας) και για συγκεκριμένο χρόνο, διατηρώντας τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε ένταση, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις απαιτηθούν από τον εργοδότη ή τις περιστάσεις.
Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για "σύμβαση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία", διότι, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και διαρκής εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, οπότε πρόκειται για πλήρη απασχόληση, ανεξάρτητα προς το αν θα απαιτηθεί πραγματικά ή όχι η παροχή της εργασίας. Γι` αυτό και στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και, ειδικότερα, αυτές για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας σε ημέρα Κυριακή, αργίας ή αναπαύσεως.
Στη δεύτερη περίπτωση, ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο κατά ένα μέρος την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του εργοδότη, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε του ζητηθεί, ενώ διατηρεί, παράλληλα, την ευχέρεια να αναπαύεται ή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο εργασίας, επιδιδόμενος, ενδεχομένως, σε άλλες ασχολίες.
Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για "σύμβαση μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία" (απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσεως), διότι η δέσμευση της ελευθερίας του εργαζόμενου είναι περιορισμένη και δεν απαιτεί διαρκή εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων αυτού. Γι` αυτό και στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα αυτές για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής, υπερωριακής ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες, αλλά οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε ή, άλλως, ο συνηθισμένος μισθός.
Μεταξύ των περιπτώσεων αυτών είναι δυνατό, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), να υπάρξουν και ενδιάμεσες "βαθμίδες ετοιμότητας", ανάλογα προς την ένταση της απαιτούμενης εγρήγορσης του μισθωτού. Οπότε, ανάλογα υπολογίζονται και οι αποδοχές του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια ετοιμότητα προς εργασία ή για κάποια ενδιάμεση μορφή, εξαρτάται μεν από το αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ ΑΠ 10/2009), αλλά υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της υπαγωγής του εν λόγω πορίσματος σε κάποια από τις ως άνω μορφές ετοιμότητας (ΑΠ 814/2014).
Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ουδόλως εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αυτά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Αυτό συμβαίνει όταν από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν προκύπτει ποια ήταν τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ως αληθινά, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί, περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που ήταν εφαρμοστέα ή για τη μη εφαρμογή της.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996).
2. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και σε σχέση με το ζήτημα της φύσεως και των ωρών της απασχόλησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην επιχείρηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι την 10-3-2003 η εναγομένη εταιρεία, η οποία διατηρεί στη Λεύκα Πατρών βιοτεχνία επεξεργασίας και εμπορίας ξύλου και απασχολεί πολυάριθμο προσωπικό για τις ανάγκες της εμπορικής της δραστηριότητας, προσέλαβε με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τον ενάγοντα, ως οδηγό φορτηγών αυτοκινήτων, για τη διανομή των εμπορευμάτων της σε ολόκληρη την επικράτεια.
Ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι κάτοχος επαγγελματικής άδειας οδήγησης Ε’ κατηγορίας, παρείχε τις υπηρεσίες του επί πενθήμερο, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή, εκτελώντας μεταφορές από την ... σε διάφορες πόλεις της επικράτειας, όπως τη Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Βόλο, Καρδίτσα, Γρεβενά, Νεάπολη Λακωνίας κλπ, κατ’ εντολή της εργοδότριάς του, μεταφέροντας ξυλεία και οδηγώντας τα υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... και ... δημοσίας χρήσεως φορτηγά αυτοκίνητα, μικτού φορτίου 16 έως 26 τόνων, ιδιοκτησίας της εναγομένης. Ότι, ειδικότερα, η εργασία του συνίστατο στη μεταφορά εμπορευμάτων από το εργοστάσιο της εναγομένης, σε προκαθορισμένα σημεία διάθεσης αυτών, στα διάφορα υποκαταστήματά της και σε τρίτους πελάτες της.
Ότι ο ενάγων παραλάμβανε από το χώρο του εργοστασίου το φορτηγό αυτοκίνητο έμφορτο με εμπορεύματα και αναχωρούσε για τον προορισμό του, ήταν δε υποχρεωμένος να πραγματοποιεί κάθε ταξίδι σύμφωνα με τις υποδείξεις της εναγομένης, να εκτελεί πιστά τα δρομολόγια ως προς το χρόνο αναχώρησης από την ..., τους τόπους και χώρους στάθμευσης, τις διανυκτερεύσεις και την ημέρα επανόδου, ελεγχόμενος από την εναγομένη για την ακρίβεια εκτέλεσης των υποχρεώσεών του.
Ότι, σε εκτέλεση της άνω σύμβασης εργασίας, ο ενάγων προσέφερε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του μέχρι την 22-12-2008, οπότε η σύμβαση λύθηκε σύννομα, με καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης. Ότι από τους δίσκους των ταχογράφων κίνησης των φορτηγών αυτοκινήτων που οδηγούσε ο ενάγων, τους οποίους επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, προκύπτουν οι ώρες της ημερήσιας, πραγματικής απασχόλησης του ενάγοντος, οι οποίες συμπίπτουν με το χρόνο κατά τον οποίο εκινείτο το αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον ίδιο.
Ότι, συγκεκριμένα και ενδεικτικά, κατά την εβδομάδα από 19/11 έως 25/11/2006, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα και οι Κυριακές, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απασχολήθηκε συνολικά 50,5 ώρες, πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 5,5 ώρες παράνομη υπερωριακή απασχόληση και δη 12 ώρες στις 20/11, 11 ώρες στις 21/11, 8 ώρες στις 23/11 και 9 ώρες στις 24/11, ενώ από τους δίσκους του ταχογράφου του υπ’ αριθμ.
κυκλοφορίας ... φορτηγού αυτοκινήτου προκύπτει ότι αυτός απασχολήθηκε πραγματικά 31 ώρες συνολικά (λιγότερες από το συμβατικό ωράριο των 40 ωρών) και δη 8 ώρες στις 20/11, 7 ώρες στις 21/11, 8 ώρες στις 22/11, 2 ώρες στις 23/11 και 6,5 ώρες στις 24/11. Ότι κατά την εβδομάδα από 20/5 έως 26/5/2007, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα και οι Κυριακές, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απασχολήθηκε συνολικά επί 65 ώρες, πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 20 ώρες παράνομη υπερωριακή απασχόληση και δη 13,5 ώρες στις 21/5, 12,5 ώρες στις 22/5, 10,5 ώρες στις 23/5, 14 ώρες στις 24/5 και 14,5 ώρες στις 25/5, ενώ από τους δίσκους του ταχογράφου του αυτού ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου, προκύπτει ότι αυτός απασχολήθηκε πραγματικά 43 ώρες συνολικά (αντί 65 ώρες) και δη 12 ώρες στις 21/5, 7,5 ώρες στις 22/5, 8 ώρες στις 23/5, 6 ώρες στις 24/5 και 9,5 ώρες στις 25/5.
Ότι κατά την εβδομάδα από 17/6 έως 23/6/2007, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απασχολήθηκε συνολικά 58 ώρες, πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 13 ώρες παράνομη υπερωριακή απασχόληση και δη 9 ώρες στις 18/6, 13 ώρες στις 19/6, 14,5 ώρες στις 20/6, 8 ώρες στις 21/6 και 13,5 ώρες στις 22/6, ενώ από τους δίσκους του ταχογράφου του αυτού ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου αποδεικνύεται ότι αυτός απασχολήθηκε πραγματικά στις 18/6 (από 7.00 έως 10.30, 11 έως 12 και 12.30 έως 16.00) 8 ώρες (αντί 9 ώρες), στις 19/6 (από 18.30 έως 23.30) 5 ώρες (αντί 13 ώρες), στις 20/6 (από 6.45 έως 7.30, από 8.30 έως 9.00, από 10 έως 12, από 1 έως 2.30 και από 3 έως 9) 10,45 ώρες (αντί 14,5 ώρες), στις 21/6 δεν προσκομίζεται ταχογράφος αυτοκινήτου οδηγούμενου από τον ενάγοντα, διότι προφανώς βρισκόταν σε άδεια και στις 22/6 (από 6.00 έως 12, από 12.30 έως 3 και από 4 έως 7.30) 12 ώρες (αντί 13,5), πραγματοποιώντας συνολικά 35,45 ώρες εργασίας την ως άνω εβδομάδα.
Ότι κατά την εβδομάδα από 27/11 έως 3/12/2005, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απασχολήθηκε συνολικά 60 ώρες, πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 15 ώρες παράνομη υπερωριακή απασχόληση και δη 11,5 ώρες στις 28/11, 11,5 ώρες στις 29/11, 12 ώρες στις 30/11, 17 ώρες την 1/12 και 8 ώρες στις 2/12, ενώ από τους δίσκους του ταχογράφου του αυτού αυτοκινήτου αποδεικνύεται ότι αυτός απασχολήθηκε πραγματικά στις 28/11 (από 7.00 έως 10.30, από 11 έως 12.30 και από 2.00 έως 18.30) 9,5 ώρες (αντί 11,5 ώρες), στις 29/11 (από 7.00 έως 7.40, από 8.30 έως 11.30, από 1.00 έως 1.30 και από 3.00 έως 6.30) 8 ώρες (αντί 11,5 ώρες), στις 30/11 (από 1.00 έως 2.00, από 3.00 έως 3.30 και από 8.00 έως 12.00) 5,5 ώρες (αντί 12 ώρες), την 1/12 (από 6.00 έως 2.00 και από 4.30 έως 11) 15,5 ώρες (αντί 17 ώρες) και στις 2/12 βρισκόταν σε άδεια, πραγματοποιώντας συνολικά 38,5 ώρες εργασίας την ως άνω εβδομάδα.
Ότι, τέλος, κατά την εβδομάδα από 8/10 έως 14/10/2006, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απασχολήθηκε συνολικά 50 ώρες, πραγματοποιώντας 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες παράνομη υπερωριακή απασχόληση και δη 11,5 ώρες στις 9/10, 11,5 ώρες στις 10/10, 12 ώρες στις 11/10, 10,5 ώρες στις 12/10 και 9,5 ώρες στις 13/10, ενώ από τους δίσκους του ταχογράφου του ίδιου αυτοκινήτου προκύπτει ότι αυτός απασχολήθηκε πραγματικά στις 9/10 (από 7.00 έως 8.00, από 9.00 έως 11.30, από 12.30 έως 5.00 και από 6.00 έως 6.30) 8,5 ώρες (αντί 11,5 ώρες), στις 10/10 (από 6.40 έως 9.00, από 9.30 έως 10.30 και από 1.00 έως 5.30) 9 ώρες (αντί 11,5 ώρες), στις 11/10 (από 6.30 έως 7.00, από 8.00 έως 11.30, από 12 έως 12.30, από 1.30 έως 4.00 και από 6.00 έως 6.30) 7 ώρες (αντί 12 ώρες), στις 12/10 (από 7.30 έως 11.00, από 1.30 έως 5.00 και από 6.00 έως 6.30) 6,5 ώρες (αντί 10,5 ώρες) και στις 13/10 (από 6.30 έως 9.30, από 10 έως 12.30 και από 2.00 έως 2.30) 6 ώρες (αντί 9,5 ώρες), πραγματοποιώντας συνολικά 37 ώρες πραγματικής απασχόλησης.
Ότι, όπως είχε συνομολογηθεί, ο ενάγων ελάμβανε ποσό 400 ευρώ μηνιαίως, πλέον του νόμιμου μισθού του. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδεικνύεται με βεβαιότητα η απασχόληση του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης πέραν του συμβατικού ωραρίου χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, διότι ως πραγματική εργασία θεωρείται μόνο η ώρα οδήγησης του αυτοκινήτου, ενώ οι στάσεις και οι αναμονές για την παράδοση των εμπορευμάτων (φορτοεκφόρτωση) δεν θεωρούνται πραγματική εργασία και, συνεπώς, δεν εφαρμόζονται ως προς τον αντίστοιχο χρόνο οι διατάξεις για την υπερεργασία και την υπερωριακή απασχόληση, διότι η παραμονή του οδηγού χωρίς να εργάζεται, δηλαδή χωρίς να οδηγεί, συνιστά απλή ετοιμότητα προς εργασία.
Ακολούθως, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της.
3. Επειδή, με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ν.1876/1990 (άρθρο 1), 3755/1957 (άρθρα 2 επ.) και 3239/1933. Ειδικότερα, η παραβίαση αυτή έγινε, προεχόντως, με την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι μόνο οι ώρες οδήγησης αποτελούν την πραγματική απασχόληση του αναιρεσείοντος και ότι όλες οι ώρες της μη οδήγησης, δηλαδή ακόμη και οι στάσεις και αναμονές που δεν έχουν αντικειμενικά μεγάλη χρονική διάρκεια, όπως αυτές με διάρκεια 30, 45 και 60 λεπτών της ώρας, τις οποίες αξιολόγησε το δικαστήριο της ουσίας, συνεπάγονται άνευ ετέρου ότι ο οδηγός τελεί σε απλή ετοιμότητα προς εργασία.
Εξάλλου, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της διάκρισης μεταξύ αφενός της γνήσιας και αφετέρου της μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, το οποίο έχει ουσιώδη επιρροή για την ουσιαστική διάγνωση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να αξιώσει πρόσθετες αμοιβές ή αποζημιώσεις για τις ώρες, κατά τις οποίες ναι μεν δεν οδηγούσε τα φορτηγά αυτοκίνητα της αναιρεσίβλητης, αλλά μεσολαβούσαν αναγκαστικά στις ώρες της οδήγησης προκειμένου να προσφέρει προσηκόντως την εργασία του (στάσεις και αναμονές για την εκφόρτωση των μεταφερομένων εμπορευμάτων και τη διευθέτηση των συναφών ζητημάτων).
Συγκεκριμένα, το Εφετείο δεν κατέστησε σαφές αν ο αναιρεσείων, κατά τα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούσαν της οδήγησης και διετίθεντο για την εκφόρτωση εμπορευμάτων στους τόπους προορισμού, όφειλε να βρίσκεται στον τόπο της εκφόρτωσης ή είχε τη δυνατότητα να απομακρύνεται, να αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί διαφορετικά την εργατική του δύναμη, ώστε να μπορεί να κριθεί αν διατηρούσε σε εγρήγορση ή όχι τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις προς όφελος της αναιρεσίβλητης.
Ακόμη, δεν διευκρινίζεται για πόσο χρόνο διαρκούσε η εκφόρτωση στους τόπους προορισμού και αν απασχολείτο ή όχι ο αναιρεσείων μ’ αυτήν κατά τις ώρες που δεν οδηγούσε ή αν εκτελούσε εργασίες παρεμφερείς και παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού (π.χ. την καθαριότητα της καμπίνας και των τζαμιών, τη συντήρηση του φορτηγού, τον ανεφοδιασμό με καύσιμα).
Με τις ασάφειες αυτές δεν καθίσταται βέβαιο αν η απλή ετοιμότητα προς εργασία, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ενδιάμεσες ώρες της οδήγησης, υπήρχε σε όλες της ημέρες της εβδομάδας ή μόνο στις ημέρες που οι στάσεις και αναμονές είχαν μεγαλύτερη χρονική διάρκεια από την προαναφερόμενη των 30, 45 και 60 λεπτών της ώρας.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ανωτέρω οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης, καθώς και ο τρίτος λόγος ως προς το τρίτο μέρος του, με τους οποίους επισημαίνονται τα παραπάνω και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. 4. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 91/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ