Supreme Court dismisses appeal for distortion of witness depositions as procedural documents are not evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding witness testimony. The appellant argued that the court distorted the content of witness depositions, but the court ruled that procedural records like court minutes are not evidentiary documents subject to distortion claims. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review distortions of procedural documents such as court minutes or witness depositions recorded therein, as these are not evidentiary documents under Article 559(20) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 938 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 938/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Παπατσώρη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Γ. του Ν. και Ο., 2. Α. Γ. του Ν. και Ο., 3. Σ. Γ. του Ν. και Ο. και 4. Β. Γ. του Ν. και Ο., κατοίκων ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της μητρός τους, Ο. χας Ν. Γ., το γένος Φ. Χ. ή Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ισαβέλλα Αλεξανδράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 23-11-2004 αγωγή των αρχικών διαδίκων και με την από 7-3-2005 αγωγή της Ο. χας Ν. Γ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4207/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 22-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566§1 και 577§3 του ΚΠολΔ, εις το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς, επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικός τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει αυτός να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει (Ολ.ΑΠ 27/1998 και 32/1996).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο " δεν αναγνώρισε ότι ο προκάτοχος της αναιρεσείουσας και των ομοδίκων της Κ. Π., ενεργών για τον εαυτό του και για τους άλλους συγκληρονόμους, επέστρεψε τα χρήματα στην Ο.
Γ. και κατόπιν προφορικής συμφωνίας το ακίνητο επεστράφη στον Κ. Π. στην κατοχή για να μπορέσει να ζήσει τα παιδιά του, χωρίς να πάρει απόδειξη ή να επακολουθήσει συμβόλαιο λόγω του στενού δεσμού που είχαν η οικογένεια του Κ. Π. με την οικογένεια της Ο. Γ., δεδομένου ότι ήταν κουμπάροι και είχαν παντρέψει και την κόρη του Π., η σχέση τους δε αυτή ήταν πάνω από εξ αίματος συγγένεια και ο λόγος τους ήταν συμβόλαιο εκείνη την εποχή.
Για αυτό, όπως κατέθεσε και η αυτόπτης μάρτυς τότε Π. Ξ., ο Γ. είπε στον πατέρα της "κουμπάρε το συμβόλαιο" "σου έδωσα λαχανόφυλλα και μου έδωσες χρήματα". Ήταν τόσο ισχυρός ο λόγος τότε που οι άνθρωποι δεν ζητούσαν γραπτές αποδείξεις, αρκούσε ο λόγος και ο λόγος ήταν συμβόλαιο. Για αυτό όσο ζούσε ο Γ. από το έτος 1946 μέχρι το 1988, ουδέποτε διεκδίκησαν το επίδικο και όταν το διένειμαν το έτος 1963 ήταν σε γνώση τους, διότι τους το είπαν προφορικά, γιατί χαρτιά και εξώδικα δεν κοινοποιούσαν.
Αλλά η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποδέχθηκε την προφορική ακύρωση του συμβολαίου, ούτε την δια μαρτύρων τους απόδειξη περί " επιστροφής του τιμήματος", που συνηθίζετο τότε, ότε το έθιμον υπερίσχυσε του νόμου", ενώ με τον έκτο, επίσης λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, διότι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από επαρκή αιτιολογία, αφού για τα γεγονότα της πλήρους αποξένωσης της Ο.
Γ. από το επίδικο για πάνω από πενήντα χρόνια, όταν κατοικούσε δίπλα στο ... χωρίς να εμφανίζεται πουθενά, και η καταδίκη του γιού της Β., που εμφανίσθηκε το 1988 για πρώτη φορά, καταστρέφοντας μέρος της περίφραξης του επιδίκου για αυτό και καταδικάσθηκε από το Θ' Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στοιχείο που είχε ουσιώδη επιρροή στη δίκη δεν αναφέρθηκε και δέχθηκε την έλλειψη της νομής της αναιρεσείουσας και των ομοδίκων της χωρίς να βεβαιώνεται ότι οι άλλοι είχαν πληροφορηθεί την αντιποίηση της νομής".
Οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, αφού ως προς τον πρώτο απ' αυτούς δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της συγκεκριμένης διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, αλλά ούτε και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, με τις οποίες το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ενώ ως προς το δεύτερο λόγο αναίρεσης (της έλλειψης νόμιμης βάσης) δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης και ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση για να είναι επαρκής η αιτιολογία, δηλαδή σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε δε περίπτωση η περιεχομένη στο λόγο αυτόν αιτίαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, με αυτήν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561§1 ΚΠολΔ).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι στο πρώτο φύλλο της, δεύτερη σελίδα, εσφαλμένα αναγράφεται, ότι η εκκαλουμένη απόφαση 39/2007 Π.Π.Α. εκδόθηκε επί της 23.11.2004 και με αριθ. εκθ. καταθέσεως 2097/2005 αγωγής της αναιρεσείουσας, ενώ το ορθό είναι, ότι η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση εκδόθηκε επί της 23.11.2004 και με αριθ. εκθ. καταθέσεως 3499/2005 αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η πλημμέλεια αυτή δεν ιδρύει κανένα λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, παρά μόνο λόγο διόρθωσης της απόφασης (των άρθρων 315 επ. ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 341 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει , ότι "πράγματα", κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε και ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, ότι το έτος 1961 η Β. Κ. άσκησε κατά των συγκληρονόμων της αγωγή διανομής επί της οποίας εκδόθηκε η 1595/1961 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Απ' αυτή αποδεικνύεται ότι η Ο. Γ. δεν ήταν συγκύρια του ακινήτου και για αυτό δεν κλητεύθηκε στην δίκη εκείνη με την οποία διατάχθηκε η δια πλειστηριασμού πώληση. Δεν έλαβε επίσης υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και των ομοδίκων της, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι για πρώτη φορά εμφανίστηκε στο επίδικο ο γιος της πρώτης Γ. Β., το έτος 1988 και επιχείρησε να καταστρέψει την περίφραξη του επίδικου κατά ένα τμήμα και καταδικάσθηκε για αυτοδικία με την υπ' αριθμόν 41850/1990 απόφαση του Θ' Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ούτε τον προταθέντα ισχυρισμό των ιδίων τον οποίο και αποσιώπησε, ότι άπαντες συμβάλλανε με χρήματα στη σύνταξη του σχεδιαγράμματος, ούτε τον ισχυρισμό τους ότι ο Θ. Π., μάρτυρας αντιδίκου, παραπέμφθηκε να δικασθεί για ψευδορκία, ισχυρισμοί προταθέντες με έγγραφα για τους οποίους δεν απήντησε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αγνοηθέντες ως άνω ισχυρισμοί συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα και όχι πράγματα, κατά την προεκτεθείσα έννοια.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και, προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας, Δ.
Κ., που περιέχεται στα 39/2006 πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε και την κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας Π.ς Ξ. που περιέχεται στα 3610/2004 πρακτικά, άλλης προηγούμενης δίκης αποδεικτικό μέσο και έγγραφο, τα οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα και οι λοιποί ομόδικοί της στο Εφετείο κατά την συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των αγωγικών τους ισχυρισμών.
Από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του, στην οποία τελικώς κατέληξε, απορρίπτοντας την ένδικη αρνητική αγωγή της κυριότητας της αναιρεσείουσας και των λοιπών ομοδίκων της, έλαβε υπόψη του την ως άνω ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Δ. Κ., την οποία ρητά μνημονεύει, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 9 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή χωρίς να εξετάσει μάρτυρες, η αντίδικος (αρχική ενάγουσα Ο. Γ.) και στηρίχθηκε σε μία ανίσχυρη ένορκη βεβαίωση και σε μια αναξιόπιστη κατάθεση του μάρτυρά τους Θ.
Π., που εξετάστηκε σε προηγούμενη δίκη, ενώ δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη, την οποία είχαν ζητήσει αμφότερα τα διάδικα μέρη είναι απορριπτέος, κατά το μέρος μεν που περιέχει αιτιάσεις από τον αριθμ 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο δεν δέχτηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα δεν κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτική - έκτακτη χρησικτησία), αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω κρίση του από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της αναιρεσείουσας, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απ' όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ενώ κατά το μέρος, που περιέχει την πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, απορρίπτοντας σιωπηρά το σχετικό αίτημα των διαδίκων για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και εφόσον δεν υπάρχει παραδοχή του ότι πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρετη η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, ως έγγραφα δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως π.χ. είναι τα πρακτικά και οι εκθέσεις του εισηγητού δικαστού, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως.
Συνεπώς, η περιεχομένη στον έβδομο λόγο αναίρεσης, αιτίαση για παραμόρφωση του περιεχομένου των καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης (της αναιρεσείουσας και των ομοδίκων της, που δεν ασκούν αναίρεση) Δ. Κ. και Π. Ξ., η πρώτη από τις οποίες κατάθεση περιέχεται στα 39/2006 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η δεύτερη δε στα 3610/22.6.2009 πρακτικά άλλης προηγούμενης δίκης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ως προς μεν την πρώτη, αφού αυτή δεν είναι (αποδεικτικό) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., ως προς δε τη δεύτερη, γιατί με αυτήν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενό της -κατάθεση-, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.10.2009 αίτηση της Δ. Π., για αναίρεση της 4207/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ