Supreme Court allows appeal against appellate court for taking into account sworn statements obtained illegally.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal, ruling that the appellate court erred by considering sworn statements obtained through an illegal summons. The appellants argued that the summons was invalid because it was served to the opposing party's lawyer, who had represented them in the first instance, rather than the opposing party themselves. The court held that the lawyer ceased to be a proper recipient of summons after the first-instance judgment, rendering the subsequent sworn statements inadmissible evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(a), 671(1)(d), 143(1) of the Code of Civil Procedure; The court may not take into account sworn statements obtained through an illegal summons, as such evidence is inadmissible and its consideration constitutes a violation of procedural law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 938 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Περίληψη: -άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α’, 671 § 1 εδ. δ’, 143 § 1 ΚΠολΛ. Δεν είναι νόμιμη η επίδοση κλήσης προς παράσταση κατά την λήψη ένορκης βεβαίωσης, που αφορά την κατ’ έφεση δίκη, στον δικηγόρο του αντιδίκου του διαδίκου που την προσκομίζει και την επικαλείται, ο οποίος τον είχε εκπροσωπήσει στην πρωτοβάθμια δίκη, διότι αυτός θεωρείται αντίκλητος αυτού μέχρι και την επίδοση της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή η ένορκη βεβαίωση αποτελεί αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος και η λήψη υπόψη αυτής ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (αναιρεί την ΕφΑθ 3728/2008).
Αριθμός 938/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ε. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 4) Δ. Κ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξανδρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΕΙΡΙΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Β. του Β., 3) Δ. Π. του Γ. και 4) Σ. Π. του Γ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σούφλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1290/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3728/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 5ου, 6ου και 8ου λόγων της κρινόμενης αίτησης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 671§1 εδ. δ' και 674§2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι τα δικαστήρια της ουσίας (πρωτοβάθμια ή Εφετεία), όταν δικάζουν κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 664-676 ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών) λαμβάνουν υπόψη και συνεκτιμούν και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι αυτές έχουν ληφθεί ύστερ' από κλήτευση, 24 τουλάχιστον ώρες πριν από την βεβαίωση, του αντιδίκου του διαδίκου που τις προσκομίζει με επίκληση, ο οποίος έχει και το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της κλήτευσης του αντιδίκου, εκτός εάν αυτός παραστάθηκε κατά την λήψη της βεβαίωσης.
Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αυτεπάγγελτα τη νομιμότητα της κλήτευσης του αντιδίκου, καθόσον η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση θεωρείται ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει ένορκη βεβαίωση, χωρίς να έχει κλητευθεί νόμιμα ο μη παραστάς κατά την λήψη της αντίδικος, λαμβάνει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος, στην περίπτωση δε αυτή ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.
Τέλος, από το άρθ. 143 § 1 ΚΠολΔ που ορίζει ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίσθηκε σύμφωνα με το άρθ. 96 (δηλ. είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδίκαια και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στην δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη θεωρείται κατά το νόμο αντίκλητος μόνο για τις αναγόμενες στην δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται ως τελευταίο η οριστική απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 3728/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κατά παραδοχή των εφέσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και μετ' εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως προς τους 2ο, 3ο και 4ο των εναγομένων αναιρεσιβλήτων και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν προς την 1η τούτων σε μικρότερη έκταση (για μικρότερα ποσά), το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, για τον σχηματισμό της κρίσης του (ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια, κατά περίπτωση, των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών), εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφασή του ...
και .../21-1-2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Καρλοβασίου - Σάμου Δημ. Παπαργυρού, που είχαν δοθεί με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων (τότε εκκαλούντων - εναγομένων) ενόψει της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιόν του την 22-1-2008, κατά την έρευνα δε του παραδεκτού των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, σχετικά με την κλήτευση των αναιρεσειόντων πριν από την λήψη τους, διέλαβε ότι αυτές λήφθηκαν υπόψη διότι "έγιναν μετά από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ.
τις με αριθμούς 9296/16-1-2008 και 9295/16-1-2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ..., προς τον αντίκλητο των εναγόντων (άρθρο 143 ΚΠολΔ) πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών και εκπροσωπήσαντα αυτούς κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου)". Σύμφωνα, όμως, με τα γενόμενα ως άνω δεκτά από το Εφετείο η επίδοση της κλήσης για παράσταση κατά την λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων, γενομένη μετά την έκδοση της 1290/2007 απόφασης του Πρωτοδικείου και πριν την συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο (22-1-2008), στον δικηγόρο που είχε παραστεί ως πληρεξούσιος των εναγόντων αναιρεσειόντων στην πρωτοβάθμια δίκη, δεν ήταν νόμιμη, διότι στον δικηγόρο αυτόν, ως εκ του νόμου αντίκλητο των αναιρεσειόντων, θα μπορούσαν να γίνουν μόνο οι επιδόσεις που αφορούσαν την πρωτοβάθμια δίκη μέχρι και την επίδοση της οριστικής απόφασης, όχι, όμως, και η επίδοση της κλήσης για παράσταση κατά την λήψη ενόρκων βεβαιώσεων που αφορούσαν την κατ' έφεση δίκη, κατά την οποία αυτός, ως πληρεξούσιος δικηγόρος που είχε παρασταθεί πρωτοδίκως, είχε παύσει να έχει την ιδιότητα του αντικλήτου των αναιρεσειόντων.
Κατά συνέπεια η κλήτευση των αναιρεσειόντων δεν ήταν νόμιμη, οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο αφορούσαν περιστατικά κρίσιμα για την έκβαση της όλης δίκης και δη το ύψος της αμοιβής των εναγόντων αναιρεσειόντων (τραγουδιστών, μισθωτών στην επιχείρηση των αναιρεσιβλήτων εναγομένων), τον χρόνο λήξης των συμβάσεών τους και την μη εργοδοτική ιδιότητα των λοιπών, πλην της πρώτης, των αναιρεσιβλήτων (ως προς τους οποίους η αγωγή απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη) δεν είχαν ληφθεί νόμιμα και επομένως το Εφετείο που συνεκτίμησε και τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο.
Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το β' σκέλος του από τον αριθμό 11 περ. α' ΚΠολΔ, απορριφθεί δε ως απαράδεκτος κατά το α' σκέλος του από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθ. 143§1 ΚΠολΔ (αφού αυτή είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθ. 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3728/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ