Supreme Court dismisses appeal rejection due to prior payment without reservation, ruling it inadmissible under procedural law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting the insurance company's statute of limitations defense. The insurance company had previously paid the insured's claim without reservation, which the court deemed a clear acceptance of the final judgment. Consequently, the right to appeal was waived, and the lower court's ruling stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 299, 553, 573(1) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal request is inadmissible if the appellant has accepted the contested decision either expressly or implicitly through acts such as paying the awarded amounts without reservation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 938 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 938/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κοπατσάρη, η οποία ανακάλεσε την από 22 Φεβρουαρίου 2006 δήλωσή της (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Σεπτεμβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7997/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2067/2002 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 553, 573 παρ.1 και 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι είναι απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως την οποία αποδέχθηκε ο αναιρεσείων είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς με πράξη από την οποία συνάγεται σαφώς η αποδοχή. Τέτοια πράξη είναι και η καταβολή από τον αναιρεσείοντα όχι μόνον των τελεσιδίκως επιδικασθέντων στον αναιρεσίβλητο, αλλά και η χωρίς επιφύλαξη καταβολή και άλλων προς εξόφληση πέραν των ενδίκων αξιώσεων του τελευταίου που πηγάζουν όμως από την ίδια αιτία, η οποία κρίθηκε τελεσιδίκως και για την οποία χώρησε η επιδίκαση.
Εξ άλλου κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος υπό τους διαλαμβανόμενους σ'αυτή όρους όταν πρόκειται για δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και όχι από τέτοιες δικονομικού δικαίου όπως είναι οι περί ασκήσεως των ενδίκων μέσων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τις εμπρόθεσμες κατατεθείσες στις 23-2-06 ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, όπως τούτο προκύπτει από την επισημείωση κάτω από αυτές του αρμοδίου Γραμματέως, ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) ισχυρίζεται, ότι μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου (21-6-2002) το αναιρεσείον κατέβαλε άνευ επιφυλάξεως τα επιδικασθέντα ποσά και την δικαστική δαπάνη το ίδιο δε κατέβαλε και τα μεταγενεστέρως επιδικασθέντα με άλλες αποφάσεις ποσά προερχόμενα από την ίδια αιτία (αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα) και έτσι είναι απαράδεκτη η αίτηση αυτή η οποία είναι και καταχρηστική και για τον πρόσθετο λόγο, ότι ασκήθηκε μετά την καταβολή των επιδικασθέντων, και την παρέλευση χρονικού διαστήματος πέραν των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης.
Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 20 Ιανουαρίου 2003 απόδειξη πληρωμής προκύπτει η καταβολή των επιδικασθέντων από την υπ'αριθμόν 7797/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικυρώθηκε από την προσβαλλομένη, με την απόρριψη της κατ'αυτής εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου ως και της δικαστικής δαπάνης με ρητή όμως επιφύλαξη του καταβαλόντος αναιρεσείοντος και συνεπώς δεν χώρησε παραίτηση από το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατ'ακολουθίαν είναι αβάσιμη η σχετική ένσταση του αναιρεσιβλήτου κατά το πρώτο μέρος της. Περαιτέρω η ίδια ένσταση κατά το δεύτερο μέρος της περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού αφορά άσκηση δικονομικού δικαιώματος σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσας σκέψεως.
ΙΙ.
Επειδή ορίζει η παράγραφος 2 του άρθορυ 19 του Ν.489/1976 ότι "η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παράγραφος 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου του ατυχήματος, η δε σχετική αξίωση υπόκειται στην κατά το άρθρο 10 παράγραφος 2 παραγραφή που ανέρχεται σε δύο (2) έτη από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.α' ΑΚ. "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι έτη και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Εν τέλει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ.α' ΑΚ και 221 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως, εκκρεμοδικία και ότι η κατά το άρθρο 268 εδ.α' ΑΚ επιμήκυνση της άνω βραχυπρόθεσμης διετούς παραγραφής σε εικοσαετή αφορά και το μέρος της όλης αξιώσεως αποζημιώσεως για αποθετική ζημία που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί εμμέσως στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος. Η επιμήκυνση όμως της παραγραφής υπό τους όρους της ΑΚ 268 προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει ήδη υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου, ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά την ΑΚ 261 (βλ.
Ολ.ΑΠ 23/1994, 24/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Με την 2161/1999 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε μετά από έφεση κατά της 13296/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε προγενέστερες δύο αγωγές του ενάγοντος έχει ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι συνυπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος που έλαβε χώρα στις 24-5-1995 στο 6ο χιλιόμετρο της εθνικής ...
υπήρξαν ο πρώτος εναγόμενος οδηγός και ο ίδιος ο ενάγων κατά ποσοστό 60% και 40%, αντίστοιχα. Το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία "....", η άδεια λειτουργίας της οποίας ανακλήθηκε και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, ως καθολικός διάδοχος, το τρίτο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο.
Η ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία παρούσας δίκης ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξια, την υπαιτιότητα και τη ζημία του ενάγοντος που αναφέρει στον οριοθετηθέντα με τις προηγούμενες από 24-2-1996 και 20-4-1997 αγωγές χρόνο για τον οποίο και επιδικάσθηκε αποζημίωση στον ενάγοντα για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη λόγω του τραυματισμού του για το χρονικό διάστημα από του ατυχήματος (24-5-1995) μέχρι 30-6-1997.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η ανωτέρω αξίωση της ενδίκου αγωγής υπόκειται κατά το άρθρο 268 Α.Κ. σε εικοσαετή παραγραφή διότι από την προσκομιζόμενη και επικαλουμένη 2161/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Θεσσαλονίκης) η οποία εκδόθηκε σε προγενέστερες αγωγές του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) και κατά του αυτού τρίτου εναγομένου Επικουρικού κεφαλαίου προκύπτει τελεσίδικη αναγνώριση της έννομης σχέσης μεταξύ των διαδίκων από την οποία απορρέει η ευθύνη του τρίτου εναγομένου έναντι του ενάγοντος προς αποζημίωσή του για το μέλλον και ειδικότερα η ανικανότητά του προς εργασία συνεπεία του ως άνω τραυματισμού του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.
Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την περί παραγραφής ένσταση λόγω παρελεύσεως διετίας από του άνω ατυχήματος μέχρι της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής που πρότεινε το Επικουρικό Κεφάλαιο, για το λόγο ότι η αξίωση υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή αφού η έννομη σχέση από την οποία πηγάζει βεβαιώθηκε τελεσίδικα απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμο τον σχετικό λόγο της εφέσεως, με τον οποίο είχε επαναφερθεί η ως άνω ένσταση.
Με την κρίση της όμως αυτή η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 268 εδ.α' ΑΚ, 10 παρ.1,2 και 19 παρ.1,2 ν.489/1976 και τούτο διότι η 2161/1999 άνω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης δημοσιεύθηκε στις 23-6-1999, η δε κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε στις 24-12-1998, ημερομηνία κατά την οποία και επιδόθηκε στο ήδη αναιρεσείον, όπως προκύπτει από τη νόμιμη επισκόπηση αυτών και η διετής παραγραφή του άρθρου 10 παρ.2 ν. 489/1976 είχε συμπληρωθεί στις 24-5-1997, ήτοι προ της δημοσιεύσεως της άνω τελεσίδικης αποφάσεως (2167/1999).
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 2067/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Μαίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ