Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment, upholding reduced court costs due to statutory conflict.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in an eviction case. The State argued that the lower court failed to reduce court costs to 600 euros as required by specific laws, while the State contended that the 294 euro cap under the 1957 law should apply. The court ruled that the 1957 law's cost reduction provisions do not apply to appeal proceedings, where the 2001 law governs, thereby validating the lower court's application of the 294 euro cap.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 K.Pol.D.; Art. 22 para. 1 & 3 of Law 3693/1957; Art. 18 para. 4 of Law 2882/2001: The provisions of Law 3693/1957 regarding the reduction of court costs do not apply to appeal proceedings, where the rules of Law 2882/2001 govern, and the lower court correctly applied the 294 euro cap.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 937 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 937/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαλαφέκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13715/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2164/2012 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-4-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 21-1-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2164/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες γιο την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι’ αυτή.
Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/19.12.2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α) Των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.
Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 θεσπίστηκε και νομοθετικά αυτό που είχε μόνο νομολογιακώς αναγνωρισθεί, λόγω αντιθέσεως του νόμου προς υπέρ νομοθετικούς κανόνες δικαίου (Σύνταγμα και ΕΣΔΑ), δηλαδή ότι το τεκμήριο είναι μαχητό, και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι’ αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (Ολ.ΑΠ 11/2011, ΑΠ 1129/2014), στις οποίες δεν ισχύει η προαναφερθείσα ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών για την αντίστοιχη αγωγή, η οποία εκδικάζεται από το αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγρ. 1 και 4 του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται, (ενδεικτικά), και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου (ΑΠ 410/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ’ αριθ. 13715/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία αγωγή του αναιρεσιβλήτου, για επιδίκαση αποζημίωσης, για την έκταση της ιδιοκτησίας του που δεν αποζημιώθηκε επειδή θεωρήθηκε ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης.
Κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το ενδιαφέρον ζήτημα: "Με την υπ’ αριθμόν 10940495725/0010/29-8-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ Δ’ 925/7-9-1994), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διάνοιξη του αυτοκινητόδρομου Θεσσαλονίκης ... (...), τμήμα ..., υποτμήμα βόρεια παράκαμψη ..., α) χ.θ. 0 + 000 έως χ.θ. 8 + 970,00 και β) χ.θ. 8 + 970,00 έως χ.θ. 19 + 337,26, έκτασης συνολικού εμβαδού 940.158,50 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται στους Νομούς Θεσσαλονίκης και Σερρών και απεικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στο από Οκτώβριο του 1993 κτηματολογικό διάγραμμα (αριθ.
σχεδίου 1, φύλλα 2) και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα (τεύχη 2) της Διεύθυνσης Μελετών Έργων Οδοποιίας της Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων (πρώην 14ης ΠΥΔΕ) του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., τα οποία συνέταξε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Εταιρία Α.Ε." και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.
Κ. Δ. στις 23-3-1994. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώνονται περιλαμβάνεται και η ιδιοκτησία του ενάγοντα με αριθμούς ..., συνολικής εκτάσεως 3.971 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής της πρώην Κοινότητας ...
και ήδη ... Θεσσαλονίκης, από την οποία απαλλοτριώθηκαν δύο τμήματα, το υπό στοιχεία ... τμήμα εμβαδού 398 τ.μ. και το υπό στοιχεία ... τμήμα, εμβαδού 1.492 τ.μ., και απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματα, το υπό στοιχεία ... τμήμα εμβαδού 1.145 τ.μ. και το υπό στοιχεία ... τμήμα, εμβαδού 755 τ.μ. Με την υπ’ αριθμόν 611/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας σε 8.000 δρχ/τ.μ.
ήδη 23,48 ευρώ (βλ. την 611/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Κεφ’ . Α’ , α. 6). Στη συνέχεια, πριν συντελεστεί η ανωτέρω απαλλοτρίωση με την παρακατάθεση από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο της προσωρινά καθορισθείσας αποζημίωσης, η οποία παρακατατέθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1998, κηρύχθηκε νέα αναγκαστική απαλλοτρίωση τον Δεκέμβριο του 1997, με την υπ’ αριθμόν 1129709/8872/0010/19-12-1997 κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που δημοσιεύθηκε νόμιμα (Φ.Ε.Κ.
Δ’ 1/10-1-1997), με την οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά από τον Ίδιο φορέα για την συνέχιση του ιδίου έργου τα εναπομείναντα τμήματα του παραπάνω ακινήτου του ενάγοντα, για λόγους δημόσιας ωφέλειας συγκεκριμένα για την διάνοιξη του αυτοκινητοδρόμου Θεσσαλονίκης ... (Τμήμα ...) και ειδικότερα για την κατασκευή του ανισόπεδου κόμβου ..., συνολικής έκτασης 228.943 τ.μ.
που βρίσκεται στο Νομό Θεσσαλονίκης και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα από Δεκέμβριο 1994 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Μελετών Έργων Οδοποιίας της Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων (πρώην 14ης ΠΥΔΕ) του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., τα οποία συνέταξε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
Εταιρία Α.Ε." και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Κ. Δ. στις 6-12-1995. Με την παραπάνω συμπληρωματική απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών απαλλοτριώθηκαν μεταξύ άλλων και τα εναπομείναντα από την πρώτη ως άνω απαλλοτρίωση τμήματα της ιδιοκτησίας του ενάγοντα, η οποία εμφανίζεται στους Κτηματολογικούς Πίνακες και διαγράμματα της απαλλοτρίωσης αυτής με αριθμό ..., και συγκεκριμένα απαλλοτριώθηκε για την διάνοιξη του ...
κόμβου το υπό στοιχεία ... τμήμα, εμβαδού 752 τ.μ. και το υπό στοιχεία ... τμήμα, εμβαδού 1.145 τ.μ. και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης το υπό στοιχεία ... τμήμα, εμβαδού τεσσάρων (4 τ.μ.) τετραγωνικών μέτρων. Με την υπ’ αριθμόν 2355/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθορίστηκε ή οριστική τιμή μονάδας σε 42 ευρώ, ενώ προηγουμένως είχε εκδοθεί η υπ’ αριθμόν 30592/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία ο ενάγων αναγνωρίστηκε δικαιούχος της οφειλόμενης για το ως άνω ακίνητο αποζημίωσης, από την οποία προκύπτει δεδικασμένο περί του δικαιούχου αποζημίωσης του ανωτέρω ακινήτου, που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, καθώς η έκδοσή της προηγήθηκε της άσκησης της κρινόμενης καταψηφιστικής αγωγής.
Το εναγόμενο το έτος 1999 και το έτος 2000 κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την δικαστικώς καθορισθείσα προσωρινά και οριστικά αντίστοιχα αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα με την πρώτη απαλλοτρίωση έκταση των 940 τ.μ. του ως άνω ακινήτου δεν κατέβαλε ωστόσο την αναλογούσα για τα τμήματα εκτάσεως 395 τ.μ.
και 555 τ.μ. (177,5 + 377,5 τ.μ.) αποζημίωση των επτά εκατομμυρίων εξακοσίων χιλιάδων (7.600.000) δραχμών και ήδη είκοσι δύο χιλιάδων τριακοσίων τριών ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (22.303,74 ευρώ). Στη συνέχεια το έτος 2003 κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την δικαστικώς καθορισθείσα αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα με την συμπληρωματική απαλλοτρίωση έκταση των 1.895 τ.μ. (750 τ.μ. + 1.145 τ.μ.) του ως άνω ακινήτου, δεν κατέβαλε ωστόσο την αναλογούσα για το τμήμα εκτάσεως 2 τ.μ.
αποζημίωση των ογδόντα τεσσάρων (2 τ.μ. Χ 42 € = 84 €) ευρώ, δηλαδή δεν του κατέβαλε συνολικά το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (22.303,74 € + 84 € = 22.387,74 €) διότι κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου ο ενάγων θεωρήθηκε κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3, 4 Ν. 653/1977 ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, βαρυνόμενος με συμμετοχή στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης για την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου.
Από την εκτίμηση όμως όλου του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι τα εναπομείναντα μετά την πρώτη απαλλοτρίωση τμήματα του αναφερομένου υπό στοιχεία ... ακινήτου του ενάγοντα, καθόλου δεν ωφελήθηκαν από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου ως παρόδιες ιδιοκτησίες, καθόσον η. Εγνατία οδός στο σημείο που συναντάται με την ιδιοκτησία του ενάγοντα είναι κλειστή και τα εναπομείναντα τμήματα δεν είχαν επικοινωνία με την οδό αυτή, ούτε και δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σε αυτήν, επί πλέον δε με την συμπληρωματική απαλλοτρίωση, απαλλοτριώθηκαν και τα εναπομείναντα από την πρώτη απαλλοτρίωση τμήματα πλην ενός τμήματος εμβαδού 4 τ.μ.
η οποία δεν μπορούσε να είναι αξιοποιήσιμη με κανέναν τρόπο, οπότε δεν υπήρχε πλέον ιδιοκτησία επί της οποίας να μπορούν να υλοποιηθούν οι ωφέλειες από την κατασκευή του έργου της Εγνατίας Οδού, ώστε να τις απολαύσει ο ενάγων, ο οποίος δεν αποζημιώθηκε για τα τμήματα αυτά που θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενα.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, κρίνεται ότι τα εναπομείναντα τμήματα, της ιδιοκτησίας του ενάγοντα τόσο από την πρώτη απαλλοτρίωση όσο και από την συμπληρωματική απαλλοτρίωση δεν απέκτησαν οποιαδήποτε άμεση ωφέλεια και ως εκ τούτου δεν μπορεί, σύμφωνα με την έννοια του προαναφερομένου ν. 653/1977, να θεωρηθεί ο ενάγων ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και να επιβαρυνθεί με αυτοαποζημίωση".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος, περί ελλείψεως τεκμηρίου ωφελείας για την ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου και εντεύθεν υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης, δοθέντος ότι τα εναπομείναντα τμήματα αυτής δεν είχαν δυνατότητα άμεσης πρόσβασης με την Εγνατία οδό, η οποία είναι κλειστή στο σημείο εκείνο, ενώ μετά τη δεύτερη συμπληρωματική απαλλοτρίωση δεν απέμεινε αξιοποιήσιμη ιδιοκτησία, επί της οποίας να μπορεί να υλοποιηθεί οποιαδήποτε ωφέλεια, και συγκεκριμένα διότι η τελική απομένουσα έκταση του ακινήτου δηλαδή τα 4 τ.μ.
δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθούν από κανένα πολεοδομικό δεδομένο αρτιότητας, οικοδομησιμότητας και διαστάσεων που να επιτρέπουν ή να αποκλείουν δυνατότητες αξιοποιήσεώς του και για το λόγο αυτό δεν είναι απαραίτητη για την πληρότητα των αιτιολογιών περαιτέρω αναφορά στα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής και τις διαστάσεις του ακινήτου πριν την απαλλοτρίωση, όπως διατείνεται το αναιρεσείον.
Επομένως, το δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις και θα πρέπει ο σχετικός από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθεμένα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω, εφόσον σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αντικείμενο της προκειμένης δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας του εφεσίβλητου από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τμήμα του ακινήτου του που απαλλοτριώθηκε, ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας του αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.
Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του ν. 2882/ 2001 και 100, 107, 109 και 114 του Κωδ. Δικηγόρων. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του υπόχρεου για την καταβολή της αποζημίωσης και είναι πλήρης, ανέρχεται δηλαδή σε 3% στο ποσό της αποζημίωσης που επιδικάζεται και, συγκεκριμένα, σε 2% για τη σύνταξη της αίτησης και 1% για την σύνταξη των προτάσεων, μαζί με την παράσταση του δικηγόρου και τα λοιπά αναγκαία για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα.
Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957 για το συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων ή για τον περιορισμό τους μέχρι του ποσού των 294 ευρώ. Και τούτο, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.
Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 410/2015, ΑΠ 2161/2013).
Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι δεν καθόρισε μειωμένη δικαστική δαπάνη κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 αλλά εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και του άρθρ. 18 παρ. 4 εδ.
γ’ του ν. 2882/2001, ήτοι στο ποσό των 600 ευρώ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης, με την οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, επιδικάσθηκαν μειωμένα έξοδα (250 ευρώ), ορθώς έκρινε ότι δεν ήταν εφαρμοστέα προκειμένου περί της δικαστικής δαπάνης που επιδίκασε υπέρ του εφεσιβλήτου, η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/ 1957 σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της υπ’ αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης τις οποίες δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, αλλά εκείνες του άρθρου 18 παρ. 4 του 2882/2001, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, ώστε ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, την οποία ορίζει μειωμένη κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στη δίκη της αναίρεσης, στην οποία εφαρμόζονται όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2013 (αριθ. εκθ. καταθ. ...-4-2013) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2164/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτρυ, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ