Legislator Case Law & Legislation
937/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on property ownership acquired via adverse possession.

Case Number 937/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final judgment regarding property ownership. The appellants challenged the lower court's recognition of the respondents' title acquired through adverse possession, alleging they had disturbed the respondents' property rights by removing fences and cutting down trees. The court ruled that since the case had passed through both levels of jurisdiction, the appeal could only target the second-instance decision, which was found to be legally sound and free of errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552 and 553 of the Code of Civil Procedure; The appeal against a final judgment in a case that has passed through both levels of jurisdiction is inadmissible if it targets the first-instance decision, as only the second-instance decision is subject to review.

Keywords

AI generated
adverse possession property ownership appeal admissibility two levels of jurisdiction final judgment civil procedure property boundaries

Cited Legislation

AI generated
Articles 552 and 553 of the Code of Civil Procedure
Article 1045 of the Civil Code
Articles 1041, 1042 and 1044 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 1051 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 937 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 937/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Κ., 2. Β. συζ. Π. Κ. και 3. Ε. συζ. Α. Α., το γένος Π. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. Κ. του Δ. και 2. Α. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Τουκματσή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2006 αγωγή του αρχικού διαδίκου Δ. Κ. του Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17.103/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1325/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-12-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 22-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, όταν η δικαζομένη υπόθεση πέρασε και από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της ουσίας, με το ένδικο μέσο αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώθηκε και εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό.

Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της 17103/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε σε πρώτο βαθμό την ένδικη υπόθεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Προϋπόθεση της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, είναι η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (αρθ. 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο, καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Ενώ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ, για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος, με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, συνυπολογιζόμενης και της με τα αυτά προσόντα νομής των δικαιοπαρόχων.

Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο Κ. Κ. του Β., κάτοικος εν ζωή, ..., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1981, αρκετά χρόνια πριν από τη σύνταξη της υπ' αριθμ. .../1981 δημόσιας διαθήκης του (τουλάχιστον εικοσαετία), είχε προβεί σε άτυπη διανομή του οικοπέδου του, το οποίο βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα Κύμινων του Δήμου Αξιού Θεσσαλονίκης, παραχωρώντας στα αδέλφια του Π.

και Α. Κ., διαιρετά τμήματα αυτού, εμβαδού 315 τ.μ και 840 τ.μ αντίστοιχα. Μεταξύ των δύο αυτών οικοπεδικών τμημάτων ο Κ. Κ. άφησε ιδιωτικό οδό για να επικοινωνεί ο ίδιος και η οικογένειά του προς την κοινοτική οδό. Στη συνεχεία ο Κ. Κ. με την ως άνω δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, άφησε στα τέκνα του Π.

Κ. (πρώτο εκκαλούντα) και Β. Κ. το οικοπεδικό τμήμα που αυτός κατείχε. Συγκεκριμένα στο μεν Π. Κ. άφησε διαιρετό τμήμα αυτού, εμβαδού 1050 τ.μ, στο δε Β. Κ. το υπόλοιπο διαιρετό τμήμα, εμβαδού 380 τ.μ., τα οποία επικοινωνούσαν με την κοινοτική οδό δια μέσου της προαναφερομένης ιδιωτικής οδού. Το τμήμα πού παραχώρησε ο Κ.

Κ. στον αδελφό του Π. βρίσκεται στη νότια πλευρά του όλου οικοπέδου. Σ' αυτό υπήρχε κτίσμα που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε ο Κ. Κ. ως παντοπωλείο. Ο Π. Κ. κατεδάφισε το υπάρχον κτίσμα και ανήγειρε στο οικοπεδικό τμήμα που του παραχώρησε ο αδελφός του ισόγεια οικία, την οποία χρησιμοποιούσε ως οικογενειακή στέγη, το δε έτος 1962 περιέφραξε τούτο (οικοπεδικό τμήμα), εμβαδού 315 τ.μ., αφήνοντας είσοδο μόνο για την πρόσβαση στην οικία του, και φύτευσε καλλωπιστικά δένδρα και φυτά στον αύλειο χώρο, εντός των ορίων της περίφραξης.

Το οικόπεδο αυτό, εμβαδού 315,92 τ.μ., το οποίο σύμφωνα με το προσκομιζόμενο τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Μ. Κ., ορίζεται γύρωθεν βόρεια επί πλευράς 13,40 με ιδιωτική δίοδο, πλάτους 5,95 μέτρων, νότια επί πλευράς 13,58 μέτρων με την κοινοτική οδό, ανατολικά επί πλευρών 5,93 μέτρων και 13,94 μέτρων με το οικοπεδικό τμήμα που περιήλθε στον πρώτο εκκαλούντα Π.

Κ. και, δυτικά επί πλευράς 21,52 μέτρων με την ιδιωτική δίοδο και εκείθεν με το οικοπεδικό τμήμα που είχε περιέλθει στον Α. Κ. και ήδη είναι ιδιοκτησία του Α. Κ., το νεμόταν ο Π. Κ. κατά τον προαναφερόμενο τρόπο συνεχώς μέχρι το έτος 2001, οπότε και παρέδωσε τη νομή αυτού από κοινού και κατ' ισομοιρία στις εφεσίβλητες εγγονές του, λόγω δωρεάς, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η κυριότητά του από κανέναν.

Συνέχισαν δε οι εφεσίβλητες από το έτος 2001 που τους παραδόθηκε η νομή από τον παππού τους, εκπροσωπούμενες από τους γονείς τους, να ασκούν από κοινού στο ίδιο οικοπεδικό τμήμα πράξεις νομής. Συγκεκριμένα στη θέση της παλαιάς οικίας του παππού τους έχτισαν διώροφη οικία, βάσει της υπ' αριθμ. .../19-6-2001 άδειας οικοδομής, στην οποία διαμένουν με τους γονείς τους, οπότε με προσμέτρηση στο χρόνο νομής αυτών και εκείνου του δικαιοπαρόχου τους, κατέστησαν οι εφεσίβλητες συγκύριες του οικοπέδου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Οι εφεσίβλητες, όταν προέβησαν στην εκ νέου ανέγερση κατοικίας στο επίδικο, προς αποφυγή σύγχυσης των ορίων τούτου, διατήρησαν γύρωθεν αυτού τμήματα της παλαιάς υφιστάμενης περίφραξης, η οποία και φαίνεται και στις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, ήταν κατά το ήμισυ κτιστή με τοιχείο και κολωνάκια μεταξύ δε αυτών υπήρχε σιδερένιο πλέγμα.

Η ιδιωτική δίοδος, η οποία είναι, από την βόρεια και δυτική πλευρά αυτού, έχει πλάτος σε άλλα σημεία της περίπου έξι μέτρα και σε άλλα τέσσερα μέτρα. Η δίοδος αυτή είχε αφεθεί από τον Κ. Κ., κατά τη διανομή του αρχικού μείζονος οικοπέδου, για να εξυπηρετεί τη διέλευση και διέξοδο προς την κοινοτική οδό των ιδιοκτητών των όμορων οικοπέδων, που προέκυψαν από τη διανομή.

Με την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη του ο Κ. Κ. καθόρισε το πλάτος της ως άνω ιδιωτικής οδού σε έξι (6) μέτρα καθ' όλο το μήκος της. Μέρος όμως του τμήματος της ιδιωτικής διόδου που βρίσκεται ανάμεσα από τα οικόπεδα του Π. και του Α. Κ., πλάτους δυο (2) περίπου μέτρων, εμπίπτει, στο οικόπεδο του Π. Κ., το οποίο ο ίδιος.

περιέφραξε το έτος 1962 και από τότε μέχρι το χρόνο που το παραχώρησε, λόγω δωρεάς στις εφεσίβλητες (2001) ουδέποτε ενοχλήθηκε από τον εκκαλούντα η άλλους ιδιοκτήτες ομόρων οικοπέδων. Έτσι ο Π. Κ. έγινε κύριος της οικοπεδικής αυτής λωρίδας, όπως και του υπόλοιπου οικοπεδικού τμήματος, συνολικής εκτάσεως 315,92 τ.μ.

με έκτακτη χρησικτησία. Η αναγραφή στην ως άνω δημόσια διαθήκη του Κ. Κ. που συντάχθηκε μεταγενέστερα, το έτος 1981 (ενώ η παραχώρηση του επιδίκου ακινήτου από τον ίδιο έγινε προς τον αδελφό του Π. τουλάχιστον είκοσι χρόνια πριν τη σύνταξη της διαθήκης), ότι "εις τους αδελφούς μου Π. και Α. έδωσα τμήματα οικοπέδου εκτάσεως του Π., εμβαδού (234) τ.μ., ήτοι 13Χ18 και εις τον Α., εμβαδού (840) τ.μ., ήτοι 42/20 και μεταξύ των δυο οικοπέδων αυτών άφησαν ιδιωτικήν οδόν πλάτους έξη (6) μέτρων, δια την διέλευσιν και διέξοδον των υιών μου Π.

και Β. προς την κοινοτικήν οδόν", ουδόλως θίγει το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως 315,92 τ.μ., που απέκτησε ο δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού αυτός, όταν συνέταξε την ως άνω διαθήκη του, δεν ήταν κύριος της εκτάσεως αυτής και ειδικότερα της οικοπεδικής λωρίδας, πλάτους 2 μέτρων περίπου κατά μήκος του οικοπέδου του Π.

Κ. από τη δυτική πλευρά με την ιδιωτική δίοδο. Οι εκκαλούντες αμφισβητούν εμπράκτως την κυριότητα των εφεσίβλητων επί του ανωτέρω οικοπέδου, όπως αυτό περιλαμβάνεται εντός των ορίων του, σύμφωνα με την παλαιά περίφραξη, τμήματα της οποίας διατήρησαν οι εφεσίβλητες μετά την ανέγερση της οικίας τους. Ο πρώτος εκκαλών είναι κύριος όμορου οικοπέδου από την ανατολική πλευρά του οικοπέδου των εφεσίβλητων, εξυπηρετείται όμως και, αυτός από την ανωτέρω ιδιωτική δίοδο, με σκοπό να εξαφανισθούν τα ίχνη περίφραξης που υπήρχε μεταξύ του οικοπέδου των εφεσίβλητων και της ιδιωτικής διόδου και η οποία περίφραξη απείχε από την οικία των εφεσίβλητων περίπου δύο (2) μέτρα, ώστε να δημιουργηθούν συνθήκες διαπλάτυνσης της ιδιωτικής διόδου σε βάρος του οικοπέδου των εφεσίβλητων και η δυτική πλευρά αυτού να ,ορίζεται από τη νέα οικία, που έκτισαν οι εφεσίβλητες σε αυτό, αποξήλωσε τα υπάρχοντα τμήματα της παλαιάς περίφραξης, γκρεμίζοντας και άλλοτε μετατοπίζοντας τα τσιμεντένια κολωνάκια αυτής και αφαίρεσε τους τοποθετημένους ανάμεσα στα κολωνάκια σιδερένιους πασσάλους, μάλιστα δε στις 16-8-2005 και, σε χρόνο που οι εφεσίβλητες και οι γονείς τους απουσίαζαν από την οικία τους για θερινές διακοπές, συνεπικουρούμενος και από τη δεύτερη εκκαλούσα σύζυγο του, έκοψε με ηλεκτρικό πριόνι ένα μεγάλο πλατάνι, ηλικίας άνω των είκοσι ετών, που υπήρχε εντός του οικοπέδου των εφεσιβλήτων, όπως τα όρια αυτού προσδιορίζονται από την ανωτέρω περίφραξη, και με τη βοήθεια δε της τρίτης εκκαλούσης θυγατέρας του, μετέφεραν την εξαγομένη ξυλεία για να τη χρησιμοποιήσουν ως καυσόξυλα.

Οι παραπάνω ενέργειες των εκκαλούντων εκτός του ότι αποτελούν πράξεις διατάραξης της κυριότητας των εφεσίβλητων αποτελούν και πράξεις αμφισβήτησης της κυριότητας αυτών επί του συγκεκριμένου οικοπέδου, εκτάσεως 315, 92 τ.μ, και συνεπώς υπάρχει έννομο συμφέρον των εφεσιβλήτων να ζητήσουν να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους επί του επίδικου οικοπέδου, την οποία απέκτησαν με την έκτακτη χρησικτησία.

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε τις αναιρεσίβλητες συγκύριες του εν λόγω ακινήτου, έκτασης 315,92 τ.μ κατ' ισομοιρίαν. Με αυτά, που δέχτηκε, και έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα όρια την έκταση και την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου, την συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων επί του οποίου αναγνώρισε, την οποία απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.12.2010 αίτηση των Π. Κ. κλπ για αναίρεση της 1325/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 17103/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012..

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ