Appeal dismissed because lower court did not rely exclusively on documents when assessing evidence weight.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a civil dispute over electrical cables. The appellant argued the lower court improperly distorted a criminal court judgment and assigned it undue evidentiary weight. The court ruled that the lower court correctly exercised its free evaluation of evidence rather than relying exclusively on the document, as required for an appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 339, 340, 442, 559 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's free evaluation of evidence does not constitute a ground for appeal when it assigns varying weight to documents with equal statutory evidentiary force.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 937 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ΄ εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του.
Το Εφετείο Α) Δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων, 1 και 3 του άρθρου 4 του ν. 1346/1983,1, 78, 79, 111 ΠΔ 1073/1981, 914, 928, 330 εδ. β’ ΑΚ και Β)Διέλαβε στην απόφαση του, πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες.
Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι’ αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία. Έγγραφο, με την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο είναι και το έγγραφο αποφάσεως επί άλλης δίκης, που διεξήχθη κατά την ποινική διαδικασία, κατά μέτρο που προσκομίζεται, προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη.
Αριθμός 937/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιβανό, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το, από 30-1-2011, δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Η. του Γ., 2) Α. συζ. Η. Η., το γένος Γ. Π., 3) Μ. Η. του Η., 4) Θ. Η. του Η., όλων κατοίκων ..., 5) Θ. χας Μ. Η., κατοίκου ..., 6) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., 7) Δ. συζ. Σ. Π., το γένος Σ. Π., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στη ... και 8) Ν. Μ. του Α., κατοίκου ... . Οι 1ος, 2η, 3ος και 4η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Κουνέλη. Η 7η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γκούβα. Ο 8ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χλωρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Οι 5η και 6ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2001 αγωγή των ήδη έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-12-2009 αίτησή του και τους από 30-1-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και την από 6 -5-2011 συμπληρωματική έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 294, 295 παρ. 1 και 297 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), και επομένως και από το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που έχουν ασκηθεί κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως.
Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης. Επομένως η παραίτηση του αναιρεσείοντος, από το από 30-1-2011 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς τους πρόσθετους αυτούς λόγους αναιρέσεως, που θεωρούνται ότι δεν ασκήθηκαν (άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ).
Αντίθετα, η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, ως προς την έβδομη αναιρεσίβλητη Δ. Π., η οποία έγινε από τον αναιρεσείοντα, με την προσθήκη των προτάσεων του, που κατατέθηκαν την 20-5-2011 δηλαδή μετά τη συζήτηση της, δεν επέφερε την κατάργηση της δίκης ως προς αυτήν.
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί τη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 3245Δ και 3246Δ/4-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χίου ... προκύπτει ότι ακριβές κεκυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης, από 29-12-2009, αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11-1-2011 και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσίβλητους Θ. χήρα Μ. Η. και Γ. Π.. Κατά την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η οποία είναι νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική και για την οποία δεν απαιτείτο η εκ νέου κλήτευσή των, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, όπως οι συνεναγόμενοι αυτού. Έτσι, η αναίρεση, που απευθύνεται και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, είναι, κατά το μέρος της αυτό, απαράδεκτη, διότι ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει ως προς αυτούς την απόφαση, εκτός αν διέλαβε κάποια διάταξη υπέρ αυτών, που να τον βλάπτει. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων, η αναίρεση, κατά το μέρος της, που απευθύνεται κατά των Δ. Π. και Ν. Μ., που έλαβαν μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως συνεφεσίβλητοι του αναιρεσείοντος στην έφεση των πρώτου, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης, πέμπτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και, συνεπώς, δεν ήταν αντίδικοι, αλλά ομόδικοι του αναιρεσείοντος, ως αρχικώς συνεναγόμενοι, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη ευνοϊκή γι' αυτούς (έβδομη και όγδοο αναιρεσιβλήτους), η οποία να τον βλάπτει.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου, πράξεως ή παραλείψεως.
Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου. Εξάλλου, ο ν. 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει:
α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας, που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, οι οποίες είναι 1.
να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι, ή υπεργολάβοι. 2. Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών να λάβει όλα τα μέτρα, τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθ' όλη τη διάρκεια της διακοπής. 3.
Πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο και γ) στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος.
Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3.
Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται.
Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Περαιτέρω, με τα άρθρα 1, 78, 79 και 111 του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμων υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων (αρ. 1).
Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον: α) Να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεώς των.
β) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικώς ή μη, σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.ά. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών αναβατορίων, πυραύλων κ.ά., ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς, ασχέτως τάσεως. γ) Εις περιοχάς όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα - μηχανήματα, γερανοί, εκσκαφείς κ.λπ., να λαμβάνονται πέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον και μετά έγγραφην έγκρισιν της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας.
Αντιπροσωπευτικά των σχετικών μέτρων αναφέρονται η καταβίβασις του ιστού, η κατασκευή ειδικών ξυλίνων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας εις σημεία συνήθων διελεύσεων κάτωθεν γραμμών. δ) Οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κ.λπ.) να πραγματοποιείται υπό ταύτης, μετά έγγραφον αίτησιν του ενδιαφερομένου ... (αρ.78).
Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργο και του επιβλέποντος τούτο μηχανικού.
Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ, λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων (αρ.79). Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων ... .
Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (αρ.111). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 778/1980, του ν. 1396/1983 και του π.δ. 1073/1981, συνάγεται ότι 1) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι και 2) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων - περιθωρίων ασφαλείας κάτω από ηλεκτροφόρους αγωγούς, και για τη λήψη μέτρων, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση και η επαφή εργαζομένων πλησίον διερχομένου ηλεκτροφόρου αγωγού.
Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης προς έκδοση οικοδομικής άδειας και η επίβλεψη του οικοδομικού έργου, στο οποίο αφορά αυτή, φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως μισθώσεως έργου, η κατάρτιση της οποίας δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο. Τέλος, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε.
Η, κατά την έννοια του αριθμού αυτού (19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στηρίζουν την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.
Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Κατά το έτος 1997 η πρώτη εναγομένη Δ. Π., έλαβε την με αριθμό 12/1997 άδεια από το τμήμα Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χίου για την προσθήκη ορόφου σε υπάρχουσα παλαιά ισόγειο οικοδομή ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στην περιοχή ..., η ισχύς της οποίας έληγε στις 29-1-2001.
Την μελέτη και την επίβλεψη της ανέγερσης του ως άνω ορόφου, είχε αναλάβει κατόπιν προστήσεώς του από την παραπάνω ιδιοκτήτρια ο τρίτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Π. Σ. πολιτικός μηχανικός. Η κατασκευή του εν λόγω ορόφου ήταν τμηματική και η ιδιοκτήτρια με επιλογή της ανέθετε σε διαφορετικούς εργολάβους την κατασκευή κατά τμήμα του έργου, χωρίς όμως να ασκεί επίβλεψη και να δίνει οδηγίες για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, αφού αρμόδιος προς τούτο ήταν ο επιβλέπων το έργο ως άνω μηχανικός.
Οι εργασίες για την αποπεράτωση του ως άνω έργου, συνεχίστηκαν και μετά την 29-1-2001, που έληξε η ισχύς της προαναφερθείσης οικοδομικής άδειας και έτσι ο τρίτος εναγόμενος, επιβλέπων μηχανικός με εντολή της πρώτης εναγόμενης, κυρίας της οικοδομής, υπέβαλε τον Φεβρουάριο του 2001 στο αρµόδιο πολεοδομικό Γραφείο, αίτηση αναθεωρήσεως της ισχύος της, η οποία εγκρίθηκε στις 10-8-2001.
Στις αρχές Ιουλίου του 2001 όταν η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων και ελαιοχρωματισμών, η πρώτη εναγόμενη, κατόπιν συµβάσεως έργου που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ αυτής και του δευτέρου εναγομένου Ν. Μ., του ανέθεσε εργολαβικά τις εργασίες επιχρισμάτων της ως άνω οικοδομής της. Με την ως άνω συµφωνία μεταξύ άλλων συνομολογήθηκε ότι την πρόσληψη του απαραίτητου εργατοτεχνικού προσωπικού για την εκτέλεση του έργου, θα έκανε ο δεύτερος εναγόμενος εργολάβος, αφού αυτή δεν διεφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωµα διευθύνσεως των εργασιών.
Σε εκτέλεση της ως άνω εργολαβικής συµβάσεως ο δεύτερος εναγόμενος, προσέλαβε μεταξύ άλλων εργατών, µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εργάτη και τον Γ. Η., γιό των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφό των τρίτου και τέταρτης αυτών και εγγονό των πέµπτης και έκτου των εναγόντων και άρχισαν οι εργασίες αυτές.
Υπεράνω όµως της νοτιοανατολικής γωνίας της οικοδομής αυτής και σε ύψος 1,5 έως 2,5 μέτρα από τη στέγη διερχόταν εναέρια καλώδια του Δικτύου Μέσης Τάσεως της ΔΕΗ, την ύπαρξη των οποίων γνώριζαν τόσο ο δεύτερος εναγόμενος εργολάβος, όσον και ο τρίτος εναγόμενος (αναιρεσείων) επιβλέπων μηχανικός, από τις επιτόπιες επισκέψεις τους στο χώρο των εργασιών.
Στις 30-7-2001 και περί ώρα 8.45, ενώ ο εργάτης Γ. Η. εκτελούσε εργασίες επιχρισμάτων στην ανωτέρω οικοδομή και συγκεκριμένα κατά την αφαίρεση πήχεως αλουμινίου μήκους 5 µέτρων τον οποίο χρησιμοποιούσε για την επιπεδοποίηση επιχρισμάτων που εγένοντο επί τοίχου ύψους 50 εκατοστών που βρίσκεται στη στέγη του πρώτου ορόφου της οικοδομής, ανύψωσε τυχαία αυτόν στο ύψος των ηλεκτροφόρων καλωδίων της ΔΕΗ, µε αποτέλεσμα να υποστεί ακαριαίο θάνατο λόγω ηλεκτροπληξίας.
Ο θάνατος του Γ. Η., οφείλεται σε υπαίτιες παραλείψεις του ως άνω εργολάβου -πραγματικού εργοδότη του θανόντος, ο οποίος τον προσέλαβε και του πολιτικού μηχανικού και εποπτεύοντος την εκτέλεση του ως άνω έργου, για λογαριασμό της κυρίας του έργου, και προστηθέντος από αυτήν στην επίβλεψη εκτελέσεώς του, για τις πράξεις και παραλείψεις του οποίου ευθύνεται από κοινού και εκείνη (άρθρ. 922 ΑΚ).
Ειδικότερα η αμέλεια του τελευταίου συνίσταται στο ότι παρέλειψε να εκπληρώσει την εκ της συμβάσεως και εκ του νόμου υποχρέωσή του ως επιβλέποντος μηχανικού της ανεγειρόμενης οικοδομής α) να δώσει οδηγίες στον ως άνω εργολάβο και στους εργάτες για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση των εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς και να επιβλέπει την τήρηση αυτών, β) παρέλειψε να παραστεί στην οικοδομή πριν την έναρξη των εργασιών, και να επιβλέπει αν έχουν τηρηθεί μέτρα ασφαλείας, ώστε ενόψει του προφανούς κινδύνου ηλεκτροπληξίας λόγω των διερχομένων πάνω από την στέγη της ως άνω οικοδομής ηλεκτροφόρων καλωδίων να δώσει οδηγίες για άμεση διακοπή των εργασιών.
Επίσης η αμέλεια του δεύτερου εναγομένου εργολάβου συνίσταται στο ότι αυτός παρέλειψε α) να ειδοποιήσει εγγράφως τη ΔΕΗ και να ζητήσει από εκείνη τη λήψη του μέτρου της μεταφοράς των ηλεκτροφόρων αγωγών μακριά από την οικοδομή ή τη λήψη άλλου ισοδύναμου μέτρου, όπως ανύψωση των αγωγών, διακοπή του ρεύματος και να εξετάσει μαζί με τα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ και τον τρίτο εναγόμενο επιβλέποντα μηχανικό τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να ληφθούν, όπως ιδίως την κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων, καθώς και να λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο ώστε να αποκλειστεί η προσέγγιση των εργαζομένων με τους ηλεκτροφόρους αγωγούς, β) παρέλειψε να παραστεί κατά τη διάρκεια των εργασιών στην ως άνω οικοδομή, και να ενημερώσει τους εργαζομένους ότι δεν είχε ληφθεί κανένα από τα ανωτέρω μέτρα ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί κατά την εκτέλεση της εργασίας τους.
Ο τρίτος εναγόμενος επιβλέπων μηχανικός του έργου, ισχυρίζεται, ότι δεν φέρει καμιά ευθύνη στην επέλευση του θανάτου του εργαζόμενου, διότι η ισχύς της ως άνω οικοδομικής αδείας έληξε στις 29-1-2001 και έκτοτε έπαυσε να ασκεί επίβλεψη στο ως άνω έργο και ότι σε κάθε περίπτωση δεν γνώριζε ότι μετά την παρέλευση της ως άνω ημερομηνίας, εσυνεχίζοντο οι εργασίες αποπεράτωσης της οικοδομής της πρώτης εναγομένης.
Ο ισχυρισμός του αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, διότι αυτός γνώριζε ότι, και μετά τη λήξη της ισχύος της ως άνω οικοδομικής αδείας εσυνεχίζοντο οι εργασίες αποπερατώσεως της εν λόγω οικοδομής, οι οποίες εγένοντο υπό την επίβλεψή του, μάλιστα δε ο ίδιος, με εντολή της πρώτης εναγομένης, κατέθεσε αμέσως μετά τη λήξη της ισχύος της αδείας, αίτηση στην Πολεοδομική Υπηρεσία Χίου, με την οποίαν ζήτησε την αναθεώρηση της άδειας αυτής και την παράταση της ισχύος της, πράγμα το οποίο και έγινε στις 10-8-2001, δηλαδή δέκα ημέρες μετά το παραπάνω ατύχημα.
Εξάλλου ο τρίτος εναγόμενος πολ. μηχανικός ουδέποτε υπέβαλε στην πολεοδομική υπηρεσία Χίου, δήλωση ανάκλησης της επίβλεψής του στο ως άνω έργο, ούτε επίσης γνωστοποίησε ποτέ κάτι τέτοιο στην πρώτη εναγομένη κυρία της οικοδομής. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η τήρηση των ως άνω υποχρεώσεων του επιβλέποντος μηχανικού, είναι ανεξάρτητη από την προηγούμενη έκδοση οικοδομικής αδείας ή την εξακολούθηση της ισχύος της, αρκεί μόνον ότι συνεχίζεται η επίβλεψη από αυτόν.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι ο παθών Γ. Η. ήταν 23 ετών, και η απώλειά του προκάλεσε ισχυρό πλήγμα στους ενάγοντες οικείους του µε έντονο ψυχικό πόνο, χάριν δε της ηθικής παρηγοριάς και της ψυχικής τους ανακουφίσεως, δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν. Το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως, ενόψει των συνθηκών του ατυχήµατος, της βαρύτητας του πταίσματος, της περιουσιακής καταστάσεως της κοινωνικής θέσεως των μερών, σε συνδυασμό µε την ηλικία του παθόντος και το βαθμό της συγγενείας του µε τους ενάγοντες πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των εξήντα πέντε χιλιάδων (65.000) ευρώ για κάθε ένα από τους ενάγοντες γονείς του, στο ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000) ευρώ για κάθε ένα από τους ενάγοντες αδελφούς του (τρίτο και τέταρτη) και στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ για κάθε ένα από τους ενάγοντες γιαγιά και παππού του (πέμπτη και έκτος των εναγόντων), µε το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση των έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της 299/2006, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως προς τον αναιρεσείοντα, εξαφάνισε την παραπάνω απόφαση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και ως προς αυτόν.
Κρίνοντας έτσι: Α) Δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν και εκείνες των άρθρων, 1 και 3 του άρθρου 4 του ν. 1346/1983, 1, 78, 79, 111 ΠΔ 1073/1981, 914, 928, 330 εδ. β' ΑΚ και οι, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος, και δεύτερος (κατά το πρώτο μέρος του ) λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και Β) Διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε.
Ειδικότερα, όσον αφορά την υποχρέωση του αναιρεσείοντος στη λήψη των, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, επιβαλλόμενων προστατευτικών μέτρων, από την παράλειψη της οποίας τεκμαίρεται η ύπαρξη αμέλειάς του στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, ο αναιρεσείων ήταν επιβλέπων μηχανικός του συγκεκριμένου έργου, διότι σ' αυτόν η ιδιοκτήτρια της οικοδομής είχε αναθέσει την επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου με τη σχετική σύμβαση και ακόμη και εν τοις πράγμασι, ασκούσε την επίβλεψη του έργου, η εκτέλεση του οποίου, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ουδέποτε διακόπηκε.
Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δεν ενημερώθηκε για τη συνέχιση των εργασιών, θεμελιωμένη στην εσφαλμένη προϋπόθεση της διακοπής των εργασιών του έργου, είναι αβάσιμη, αφού η εκτέλεση του έργου ουδέποτε διακόπηκε. Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο τρόπος κατάρτισης της συμβάσεως ανάθεσης της επίβλεψης (έγγραφος ή όχι).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. δεύτερος (κατά το δεύτερο μέρος του), λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η σχετική αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, ως προς το ζήτημα τούτο, εκτίθεται σαφώς, καθώς και στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, είναι απαράδεκτος.
Για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν προέβη στην ερμηνεία του περιεχομένου του ή το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατ' εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (αρθρ. 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.
Περαιτέρω, έγγραφο, με την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο είναι και το έγγραφο αποφάσεως επί άλλης δίκης, που διεξήχθη κατά την ποινική διαδικασία, κατά το μέτρο που προσκομίζεται, προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, όπως συμβαίνει με την ποινική απόφαση, ως προς τις βεβαιώσεις πραγμάτων και τις διατάξεις που περιέχει.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής του, (κατά το πρώτο μέρος του) προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 106/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου και τα με αριθμό 299/2006 πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με το να μη δεχθεί ότι τα καλώδια της ΔΕΗ "απείχαν πάνω από 2,5 μ.
από την επίπεδη στέγη της οικοδομής", όπως σ' αυτά αναφέρεται. Όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα, όπως απαιτεί, για την ίδρυση του συναφούς λόγου αναίρεσης, το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.
Ο ίδιος λόγος, ως προς το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε στην 106/2007 απόφαση, μικρότερη και στα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, μεγαλύτερη αποδεικτική αξία εκείνης που τους προσδίδει ο νόμος, είναι αβάσιμος, διότι, το Εφετείο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, με το να μη δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην παραπάνω απόφαση από εκείνη των ίδιας αποδεικτικής δύναμης υπολοίπων αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων, εγγράφων) δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ.
αφού, ως προς το παραπάνω γεγονός (απόστασης καλωδίων) που δέχθηκε, η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν ήταν αυτή δεσμευτική για το πολιτικό δικαστήριο. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη που ανοίχθηκε με το από 30-1-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Απορρίπτει την, από 29-12-2009, αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 130/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ