Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and procedural grounds regarding enforcement of lease.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a first-instance judgment ordering enforcement of a lease agreement. The appellants argued that the enforcement constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code, claiming the lessor's prior conduct created a legitimate expectation of non-enforcement. The court rejected this, ruling that the lessor's actions did not exceed the bounds of good faith and that the right to enforce a valid contract remains valid despite prior acknowledgments of the lease's validity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1710, 1813, 1820 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The right to enforce a valid contract is not considered an abuse of right merely because the obligor previously acknowledged the validity of the underlying obligation, provided the enforcement does not violate good faith or social purpose.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 937 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 937/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16ης Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. α. Χ1, κατοίκου ......, β. Χ2, κατοίκου ...... και γ. Χ3, κατοίκου ......, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη ως εξ αδιαιθέτου κληρονόμοι ανακόπτοντος - αναιρεσείοντος Χ, ο οποίος απεβίωσε, 2. Χ4 (όπως διορθώνεται αντί του εσφαλμένου "......" που αναγράφεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως) ατομικώς ως ανακόπτουσας - αναιρεσείουσας, 3. Χ5, 4. Χ6, 5. Χ7, 6. Χ8, 7. Χ9, 8. Χ10, 9. Χ11, 10. Χ12, 11. Χ13, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κωστή.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία Ξενοδοχειακή Τουριστική Γεωργική Ανώνυμος εταιρία "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ Α.Ε" (πρώην Ξενοδοχειακή Τουριστική Γεωργική Ανώνυμος Εταιρία "Η ΠΟΤΙΔΑΙΑ", που εδρεύει στον ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Απριλίου 2000 ανακοπή των δύο πρώτων ήδη αναιρεσειόντων και των από 15 Μαΐου 2000 προσθέτων λόγων ανακοπής ως και την από 21 Απριλίου 2000 ανακοπή και από 15 Μαΐου 2000 προσθέτων λόγων ανακοπής των υπολοίπων των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:263/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1555/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή τους ως και τους από 14 Ιανουαρίου 2009 πρόσθετους επ' αυτής λόγους αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 2 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και αυτού των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, μετά τη γνωστοποίηση του επισυμβάντος θανάτου του πρώτου από τους αναιρεσείοντες και της εκ του λόγου αυτού βιαίας διακοπής της δίκης, από τη σύζυγο και τα τέκνα αυτού, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν, δικαιουμένους να επαναλάβουν τη δίκη ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμους του (άρθρα 1710 εδ.
β', 1813 και 1820 ΑΚ), με προφορική δήλωση αυτών περί εκουσίας επαναλήψεως της δίκης που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, νομίμως συνεχίζεται η δίκη (άρθρα 286 περ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ).- Επειδή, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, "Επιχείρηση, που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του προαναφερομένου άρθρου 9 του ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της ...".
Με το άρθρο 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ανωτέρω ν. 2000/1991, ορίσθηκε ότι: "1. Μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου απαιτήσεων ... το εφετείο με την απόφασή του της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου ή με μεταγενέστερη απόφασή του διατάσσει ειδική εκκαθάριση ... 2.
Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση ευρίσκεται εν λειτουργία είτε όχι ... Ως ενεργητικό νοείται το σύνολο των αναγραφόμενων στον τελευταίο εγκεκριμένο από τη Γ.Σ.
ισολογισμό της εταιρείας στοιχείων του ενεργητικού και των τυχόν άλλων μη αναγραφόμενων στον ισολογισμό στοιχείων και δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως απαιτήσεων, σημάτων, δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικής επωνυμίας ... 7. Εφόσον εγκρίνουν την έκθεση αξιολόγησης και την προτεινόμενη κατακύρωση πιστωτές που εκπροσωπούν 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης ...
Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. του ΚΠολΔ ... 8 εδ. β' και γ'. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού ... ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελητί ... είτε πράξη εξοφλήσεως είτε πράξη πιστοποιήσεως εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη.
Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περιλήψεως εκθέσεως κατακυρώσεως του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. 9 εδ. β'. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχειρήσεως του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ".
Εξάλλου με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 2244/1994 ερμηνεύθηκε αυθεντικώς η ανωτέρω παράγραφος 8 του άρθρου 46α του ν. 1892/1990 και ορίσθηκε ότι "Η κατ' άρθρο 46α του ν. 1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφιστάμενων υπέρ τρίτων βαρών, που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση".
Επομένως, με τις διατάξεις αυτές δίδεται ρητώς στον πλειοδότη, με εξομοίωση κατά παραπομπή στην αναγκαστική εκτέλεση, που ακολουθεί την κατακυρωτική έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 1005 του ΚΠολΔ, αφενός δικαίωμα αναγκαστικής εκτελέσεως άνευ άλλης προϋποθέσεως κατά του νομέα ή κατόχου περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν ενεργητικό της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, ειδικότερα για την ανάληψη της κατοχής του ακινήτου (943 ΚΠολΔ), αφετέρου δικαίωμα εξαλείψεως της τυχόν υποθήκης ή προσημειώσεως που θεωρούνται από το νόμο ως αποσβεσθείσες.
Περαιτέρω, με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 ορίσθηκε ότι "Σε περίπτωση που η οφειλέτρια επιχείρηση τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, χωρεί η κατ' άρθρο 943 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση υπέρ της υπό εκκαθάριση επιχείρησης και εναντίον των μισθωτών αυτής, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί δικαιώματα από αυτούς ή κατέχει, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιαδήποτε έννομη σχέση τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της επιχείρησης, που είναι τίτλοι εκτελεστοί ...
Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις επιχειρήσεις που τελούν ήδη σε ειδική εκκαθάριση". Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ακόμη ειδικότερα, αλλά κατ' απόκλιση πλέον από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ το ζήτημα της υπάρξεως μισθωτικής σχέσεως επί ακινήτου περιουσιακού στοιχείου της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, αποκλειομένης της κατά τα ανωτέρω άρθρα 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ υπεισελεύσεως στη μισθωτική σχέση στην προκειμένη περίπτωση.
Οι διατάξεις, συνεπώς, περί καθεστώτος ειδικής εκκαθαρίσεως των επιχειρήσεων με οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους (των προβληματικών επιχειρήσεων) τίθεται με το σαφή νομοθετικό σκοπό τη διάσωση και επιβίωσή τους, ώστε να συνεχίζεται η λειτουργία τους με το υφιστάμενο ενεργητικό (όπως αυτό προσδιορίζεται ανωτέρω από τον ίδιο νόμο), ταυτοχρόνως δε απαλλαγμένες από τα χρέη που τις βαρύνουν.
Υπηρετούν δηλαδή οι ανωτέρω διατάξεις ευρύτερο δημόσιο σκοπό, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή ρήτρα διαφυγής από την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη περίπτωση. Ακόμη ειδικότερα με το ίδιο άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της ειδικής εκκαθαρίσεως ρητώς και γενικώς και επί των εκκρεμών μισθωτικών σχέσεων που βαρύνουν τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, θεωρουμένης της μισθωτικής σχέσεως ως στοιχείου του παθητικού απευθείας από το νόμο, ανεξαρτήτως του αν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή όχι, είτε κατά το ν. 4112/1929 (άρθρο 4 παρ. 2 και 3), είτε κατ' εφαρμογή άλλου νόμου.
Συνεπώς, οι ανωτέρω και νεότερες του ν. 1652/1986, περί χρονομεριστικών μισθώσεων, διατάξεις της ειδικής εκκαθαρίσεως των προβληματικών επιχειρήσεων δεν διακρίνουν και άρα, ως ειδικότερη ρύθμιση, εφαρμόζονται και επί της ενοχικής υποσχετικής σχέσεως της χρονομεριστικής μισθώσεως και μάλιστα επί του άρθρου 2 παρ. 1 του νόμου αυτού (1652/1986), με τη διάταξη του οποίου ορίζεται ότι "οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του μισθωτή και εκμισθωτή υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου τους που απορρέουν από τη σύμβαση" (Ολομ.
ΑΠ 16/2006, ΑΠ 1480, 1481 και 1482/2003). Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε καμία από τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού νόμου, ούτε αυτόν του άρθρου Ι του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974. Επομένως ο υπό στοιχεία ΙΙ, 1, 2, 3 και 4, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος , λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., (στοιχ. ΙΙ, 3), "λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών", είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος. - Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, 625/2008, 558/2008).
Δεν αποτελεί "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια το νόημα διατάξεως το οποίο προσδίδει σε αυτή το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της, για το οποίο δεν διατάσσεται απόδειξη. Επομένως ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου (υπό στ. ΙΙ, 4), εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού άνθρωπου. Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος αποτελεί και η δια της αναγκαστικής εκτελέσεως επιδίωξη ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή. Η κατάχρηση δικαιώματος, απαγορευόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες ζήτησαν την ακύρωση της επισπευδόμενης εκτελέσεως και για το λόγο (πέμπτο) ότι αυτή ασκείται καταχρηστικά, ενόψει του ότι η καθής αναγνώρισε την εγκυρότητά της χρονομεριστικής μίσθωσης που αφορά τον καθένα από αυτούς και τους προσκάλεσε να εξοφλήσουν τα έξοδα διαχείρισης της χρονομίσθωσης του έτους 2000. Όμως μόνη η συμπεριφορά αυτή της καθής η ανακοπή, αληθής υποτιθεμένη, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτής προς αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος των ανακοπτόντων, αφού δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια, τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο μόνος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση και το δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-9-2004 αίτηση και τους από 14-1-2009 προσθέτους λόγους των Χ1, κλπ περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1555/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ