Supreme Court dismisses appeal on procedural withdrawal and statute of limitations grounds regarding inheritance claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant had withdrawn the appeal regarding one defendant but failed to prove the appeal's admissibility for others, while the court found the claim time-barred under inheritance statutes. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible due to procedural withdrawal and the inapplicability of the limitation suspension period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 299, 573, 576, 559, 252, 259 of the Code of Civil Procedure and Articles 252, 259 of the Civil Code; The appeal is inadmissible if withdrawn by the appellant or if the statute of limitations has expired without valid suspension grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 937 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 937/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας-καλούσας : Χ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της από 31-1-2003 αιτήσεως για αναίρεση της 2245/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την 1η αναιρεσίβλητη.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ' ών η κληση : 1) Ψ1 , 2) Ψ2 , 3) Ψ3 , 4) Ψ4 και 5) Ψ5 , οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 498/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2245/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 31 Ιανουαρίου 2003 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1104/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 2 Δεκεμβρίου 2004 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 1η Σεπτεμβρίου 2004 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελευθέριου Τσακόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τίς με αριθμούς 3263 έως 3266 τής 6.12.2006 εκθέσεις επιδόσεως τής δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής ....., πιστό αντίγραφο τής από 31.1.2003 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή τής παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νόμιμα και εμπρόθεσμα στις δεύτερη έως και πέμπτη από τις αναιρεσίβλητες, αντιστοίχως, οι οποίες δεν εμφανίσθηκαν κατά τη πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποίαν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση τής αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ως προς τη πρώτη, όμως, εφεσίβλητη Ψ1 , για την οποία η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από του δικογράφου τής ένδικης αίτησης αναιρέσεως, πρέπει η τελευταία, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1 εδ. α΄, 299 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε.-
Για τη θεμελίωση του αναιρετικού λόγου, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, και ο οποίος συνίσταται στην παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, πoυ οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να εκτίθεται στην αίτηση αναιρέσεως όχι μόνο ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή του αποδεικτικού τούτου μέσου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και τα πραγματικά γεγονότα που αποδεικνύονται από αυτό, καθώς και ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το επικαλέσθηκε και το προσκόμισε ο αναιρεσείων, άλλως, ο συγκεκριμένος λόγος είναι αόριστος. Επί του προκειμένου, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλομένη απόφαση, προκειμένου να απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, ήτοι το υπ' αριθμ. ....προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αυγής Νοταρά και το υπ' αριθμ. .... προσύμφωνο συμβόλαιο του, επίσης, συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Νάσλα. Ο λόγος αυτός, ο οποίος δεν αναφέρει ούτε τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύονται από τα, ως άνω, συμβόλαια, ούτε τον ισχυρισμό, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου η αναιρεσείουσα τα επικαλέσθηκε και τα προσκόμισε, είναι αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος.-
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 335 και 352 του ΚΠολΔ αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενώ η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι αντικείμενο αποδείξεως καθίστανται τα πραγματικά περιστατικά, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφόσον, όμως, αμφισβητηθούν.
Συνεπώς, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να διατάξει απόδειξη για εκείνα τα περιστατικά που ο αντίδικος του αποδεικνύοντος ομολογεί, δοθέντος ότι η ομολογία αυτή αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον του. Εξ άλλου, όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 694 εδάφια α' και β' του Α.Κ, η αξίωση του εργολάβου κατά του εργοδότου προς καταβολή της αμοιβής γεννάται από την παράδοση του έργου, είναι δε έκτοτε τοκοφόρα, εφόσον η αμοιβή αυτή συνίσταται σε χρήματα και δεν πιστώθηκε.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ως παραγεγραμμένη η αξίωση προς καταβολή της εργολαβικής αμοιβής, που αποτέλεσε τη βάση της εκ του άρθρου 949 ΚΠολΔ αγωγής της αναιρεσείουσας, αφού έγινε δεκτό ότι το εκτελεσθέν από τον εργολάβο έργο παραδόθηκε στον εργοδότη την 6.6.1977, έκτοτε δε και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής, που έλαβε χώρα την 28.7.1997, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας. Όπως δε ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο ταύτισε το χρόνο κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση του εργολάβου προς λήψη της αμοιβής με εκείνον της παραδόσεως του έργου, τον οποίο στη συνέχεια δέχθηκε ως αποδεδειγμένο εξ ομολογίας των διαδίκων. Κατόπιν τούτου, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλομένη ότι δεν διέταξε απόδειξη περί του χρόνου αυτού και, επί πλέον, χωρίς καμία αιτιολογία "συνέδεσε και ταύτισε χρονικά την παράδοση του έργου με τη γέννηση της αξιώσεως του εργολάβου", είναι αβάσιμος.-
Από τις διατάξεις των άρθρων 260 - 269 Α.Κ, που διαλαμβάνουν τους λόγους διακοπής της παραγραφής, προκύπτει, ότι μεταξύ αυτών δεν καταλέγεται και η όχληση του οφειλέτη από το δανειστή, η οποία χρησιμεύει μόνο για να τον περιαγάγει σε υπερημερία. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 10 του ΚΠολΔ, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει ή να διατάξει απόδειξη για ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ. Α.Π. 2/1989).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι εκ των ανωτέρω διατάξεων πλημμέλειες, στις οποίες φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τον ισχυρισμό ότι η παραγραφή της αγωγικής αξιώσεως διεκόπη κατόπιν επανειλημμένων οχλήσεων της ενάγουσας προς τους εναγομένους και, επί πλέον, να μη διατάξει απόδειξη γι' αυτό. Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον η μη ληφθείσα υπόψη όχληση του οφειλέτη από το δανειστή για την καταβολή της παροχής δεν προβλέπεται ως λόγος διακοπής της παραγραφής της σχετικής αξιώσεως, άρα, αντιτασσόμενος κατ' ενστάσεως παραγραφής, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διατάξει περί αυτού απόδειξη. Εξ άλλου, το Εφετείο, για να καταλήξει στην απορριπτική της αγωγι1ς κρίση του, σε ουδεμία αξιολόγηση προέβη του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Νάσλα.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά τα δύο πρώτα μέρη του από το άρθρο 559 αριθμ. 20 και 10 ΚΠολΔ, με τα οποία ψέγεται η πρoσβαλλoμένη, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του συμβολαίου αυτού, άλλως ότι το δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενοι.
Ο ίδιος λόγος (κατά το τρίτο μέρος του) αιτιάται για παράβαση του άρθρου 252 Α.Κ.. Εν όψει, όμως, του ότι η προεκτεθείσα διάταξη, ως ρυθμίζουσα άσχετο προς το κριθέν θέμα, ουδεμιάς έτυχε εφαρμογής, ο μεμφόμενος γι' αυτό λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρει τις παραδοχές της προσβαλλομένης που θα δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.
Τέλος, μετά την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της, λόγω παραγραφής της αξιώσεως που στηρίζει όλα τα αιτήματα αυτής, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως που καταλογίζει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.- Κατά το άρθρο 259 Α.Κ, η παραγραφή αξίωσης που ανήκει σε κληρονομία ή απευθύνεται κατά κληρονομίας δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο εξαμήνου, αφότου ο κληρονόμος απέκτησε την κληρονομία ή αφότου η αξίωση μπορεί να ασκηθεί από κηδεμόνα κληρονομίας ή κατά κηδεμόνα κληρονομίας.
Με βάση την διάκριση της αναστολής σε απόλυτη, συμπληρώσεως και λήξεως, εκείνη που θεσπίζει το άρθρο 259 Α.Κ. είναι αναστολή συμπληρώσεως. Τούτο έχει την έννοια, ότι αναστολή χωρεί μόνον όταν ο λόγος αυτής τοποθετείται στο τελευταίο εξάμηνο της παραγραφής.
Συνεπώς, αν ο λόγος της αναστολής συμπέσει σε άλλο χρονικό σημείο, αναστολή δεν χωρεί.
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι η αξίωση του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας προς μεταβίβαση σε αυτόν της αντιπαροχής που εδικαιούτο ως αμοιβή, για την υπ' αυτού ανέγερση πολυωρόφου οικοδομής επί οικοπέδου του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, γεννήθηκε ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου, ήτοι την 6.6.1977.
Ότι ο, ως άνω, εργολάβος απεβίωσε την 26.5.1995, η δε ενάγουσα θυγατέρα του εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος επί της αξιώσεως αυτής, δυνάμει της από ..... ιδιογράφου διαθήκης του πατέρα της, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 1599/8.12.1995 πρακτικό συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η τελευταία θεωρείται), ότι αποδέχθηκε την πατρική κληρονομία, δια της μη αποποιήσεως αυτής, την 8.4.1996.
Βάσει των παραδοχών αυτών, το τελευταίο εξάμηνο της παραγραφής αρχίζει την 6.12.1996 και συμπληρώνεται την 6.6.1997. Εν όψει, όμως, του ότι το χρονικό διάστημα από του θανάτου του αρχικού δικαιούχου μέχρι την αποδοχή της κληρονομίας από τον κληρονόμο του (26.5.1995 - 8.4.1996) προηγείται του τελευταίου εξαμήνου της παραγραφής (6.12.1996 - 6.6.1997), αναστολή αυτής σύμφωνα με το άρθρο 252 Α.Κ.
δεν χωρεί. Με το να δεχθεί, συνεπώς, τα ίδια και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έσφαλε, ο δε περί του εναντίου έκτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, που καταλογίζει σε αυτή την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμoς και εντεύθεν απορριπτέος, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.1.2003 αίτηση τής Χ1 για αναίρεση τής 2245/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ