Legislator Case Law & Legislation
937/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company, allowing withdrawal from appeal against individual defendant.

Case Number 937/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the insurance company while allowing the withdrawal of the appeal against the individual defendant. The appellant withdrew the appeal against the individual, rendering that part of the case moot, but the appeal against the insurance company remained valid. Consequently, the court rejected the appeal against the insurer and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; An appellant may withdraw an appeal against a specific defendant without the other defendant's consent via oral declaration before the hearing, but a separate appeal against another defendant remains admissible and must be judged on its merits.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal separate defendants oral declaration legal costs admissibility of appeal code of civil procedure mootness

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 937 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 937/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του καλούντος- αναιρεσείοντος: Κ. Κ. Α., κατοίκου ...ας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ντόλα, ο οποίος δήλωσε ότι ο αναιρεσείων παραιτείται του δικογράφου της αναίρεσης ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο.

Των καθών η κλήση - αναιρεσίβλητων: 1 Σ. Π. Φ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουλίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2517/2002 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15 Μαρτίου 2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1109/2005 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 28 Σεπτεμβρίου 2005 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 1ου αναιρεσίβλητου, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανάγνωσε την από 19 Απριλίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε κατόπιν της ως άνω δήλωσής του και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, συνάγεται, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αναιρέσεως μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και με προφορική δήλωσή του, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει κατάργηση της δίκης και ότι για το κύρος της παραιτήσεως δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ'αυτή, εφόσον γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναιρέσεως.

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αναιρέσεως ως προς τον αναιρεσίβλητο Σ. Φ.. Η δήλωση αυτή συνεπάγεται την κατάργηση της δίκης ως προς τον πιο πάνω αναιρεσίβλητο, χωρίς ή μη κλήτευσή του να επηρεάζει το κύρος της δηλώσεως αυτής.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε με αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Δεν είναι πράγματα με την ανωτέρω έννοια οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1994). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμό2 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν απάντησε στους νομίμως προβληθέντες ενώπιόν του ισχυρισμούς του και συγκεκριμένα ότι 1) δεν συνήψε συμβιβασμό με τους αναιρεσιβλήτους 2) ο παραστάς πληρεξούσιος δεν είχε ειδική εντολή ή πληρεξουσιότητα η οποία δεν του είχε παρασταθεί νόμιμα. 3) η εξόφληση σε μη νομίμως διορισμένο πληρεξούσιο ή αντίκλητο δεν συνεπάγεται παραίτηση από τις αξιώσεις του 4) ο συμβιβασμός από πληρεξούσιο δικηγόρο δεν συνιστά εξώδικη ομολογία ή παραίτηση από επί πλέον αξιώσεις όταν ο εισπράξας δεν έχει την προς τούτο ειδική εντολή, 5) δεν έδωσε πληρεξουσιότητα σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ στο δικηγόρο που εισέπραξε 6) δεν έδωσε ειδική εντολή αφού στο δικαστήριο παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων του δικηγόρων 7) η χωρίς πληρεξουσιότητα είσπραξη καθιστά άκυρη την πράξη 8) δεν δεσμεύεται από τις εκτός πλαισίου εντολής πράξεις του αντιπροσώπου του 9) η πρόταση για συμβιβασμό, η σύναψη του συμβιβασμού και η παραίτηση από μέλλουσες αξιώσεις που γίνονται από πληρεξούσιο δικηγόρο δεν περιέχουν εξώδικη ομολογία ή παραίτηση από μέλλουσες απαιτήσεις 10) δεν έδωσε πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ 11) δεν εντάσσεται στα πλαίσια εξουσίας του πληρεξουσίου η είσπραξη των επιδικασθέντων 12) απαιτείται επί πλέον πληρεξουσιότητα προς είσπραξη 13) δεν ενέκρινε έστω εκ των υστέρων την ενέργεια του δικηγόρου και 14) δεν δεσμεύεται από τις ενέργειες του δικηγόρου, διότι ήταν εκτός του πλαισίου αντιπροσωπεύσεως του. 'Ότι όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς του που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε άνευ αιτιολογίας "σιγή".

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού και κατά το αναιρετήριο άπαντες οι ως άνω ισχυρισμοί του ανεξαρτήτως του αν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός, 8 ΚΠολΔ ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν (Ολ.ΑΠ 12/1997).

ΙΙΙ. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από'το άρθρο 559 αριθμό2 19 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο δεν εξειδικεύει τα έγγραφα τα οποία έλαβε υπόψη, τους ισχυρισμούς των διαδίκων, ούτε τις συγκεκριμένες αποδοχές αυτών (διαδίκων) ούτε τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος εκ της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθενται οι πλήρεις παραδοχές του Εφετείου παρά μόνο αποσπασματικά, δεν αναφέρονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, οι ισχυρισμοί (αγωγικοί, ενστάσεις κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή τους και ως προς τους οποίους παρουσιάζεται η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση της αιτιολογίας και η σύνδεσή τους με το διατακτικό, πέραν του ότι οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία όταν αυτό (πόρισμα) διατυπώνεται σαφώς, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

IV.Το άρθρο 871 του ΑΚ ορίζει ότι "με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια ένοχη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση". Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι ο συμβιβασμός αποτελεί αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία αν μεν γίνεται στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης υπό τους όρους του άρθρου 293 του ΚΠολΔ επιφέρει αυτοδικαίως κατάργηση της εκκρεμούς δίκης, ενώ αν έγινε εκτός εκκρεμούς δίκης (εξώδικος) κρίνεται ως προς το κύρος του κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (παρ.2 άρθρου 293 ΚΠολΔ).

Βασική προϋπόθεση για τη συγκρότηση του συμβιβασμού είναι η αμοιβαία υποχώρηση των μερών. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν λαμβάνεται με τη στενή τεχνική έννοια του όρου, αλά υπό ευρεία έννοια των εν γένει συναλλαγών. Δεν είναι απαραίτητο έτσι να αφορά η παραίτηση ή υποχώρηση ένα μέρος της εκκρεμούς σχέσεως.

Αρκεί ότι ο διάδικος ή το ένα συμβαλλόμεν ο μέρος προβαίνει σε μία θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το'άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχρέωση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους. 'Ετσι είναι επιτρεπτό όταν μεταξύ των μερών έχει εκδοθεί απλώς οριστική απόφαση πρώτου βαθμού που αφορά επιδίκαση αποζημιώσεως στον ενάγοντα για στέρηση υπηρεσιών από τη θανάτωση της συζύγου του (ΑΚ 928 εδ.β) ορισμένου χρονικού διαστήματος να συναφθεί συμβιβασμός μεταξύ των μερών με περιεχόμενο ότι τόσο ο ενάγων όσο και ο εναγόμενος θα παραιτηθούν των ενδίκων μέσων κατά της εκδοθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, ώστε αυτή να καταστεί τελεσίδικη με άμεση από τον ενάγοντα είσπραξη και ανεπιφύλακτη από τον εναγόμενο καταβολή του επιδικασθέντος ποσού περιλαμβανομένης και της δικαστικής δαπάνης και επί πλέον με παραίτηση του ενάγοντος από μελλοντική αξίωσή του για την ίδια αιτία περαιτέρω χρονικού διαστήματος (ΑΚ 928 εδ.β').

Δηλαδή η υποχώρηση από μεν την πλευρά του ενάγοντος αναφέρεται στην παραίτηση από την άσκηση ενδίκων μέσων και από μελλοντική αξίωσή του, από δε την πλευρά του εναγομένου στην άμεση εξόφληση της επιδικασθείσης αποζημιώσεως και την παραίτηση από την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως.

Αν μετά τη νομότυπη κατάρτιση του συμβιβασμού ο ενάγων είτε επισημαίνει στη συζήτηση ασκηθείσης νέας αγωγής αφορώσης αποζημίωση για μελλοντική ζημία από την οποία παραιτήθηκε στα πλαίσια του συμβιβασμού, είτε ασκήσει νέα αγωγή με ανάλογο περιεχόμενο, τότε παρέχεται από το νόμο στο άλλο μέρος η δυνατότητα αποκρούσεως τέτοιας αγωγής με την επίκληση και απόδειξη του συμβιβασμού.

Η βασιμότητα της στηριζομένης στο συμβιβασμό ανατρεπτικής ενστάσεως επιφέρει απόρριψη της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε στην έννοια του συμβιβασμού τα δεκτά με την απόφασή του γενόμενα.

Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ο οποίος εκπροσωπεί αυτόν συνεχώς σε όλες τις δίκες τις σχετικές με το επίδικο ατύχημα, ενεργώντας κατ'εντολή του πελάτη του, στις 28-8-1998, μετά την έκδοση της υπ'αριθμόν 91/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης η οποία κατέστη τελεσίδικη καθόσον αμφότερα τα διάδικα μέρη παραιτήθηκαν από την άσκηση των ενδίκων μέσων κατ'αυτής, ήλθε σε συννενόηση με τον αντιπρόσωπο της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας "Εθνική ΑΕ", ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας και του ασφαλισμένου της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου δευτέρου εναγομένου (και πρώτου αναιρεσίβλητου ως προς τον οποίο παραιτήθηκε ο αναιρεσείων) και συμφώνησαν τα εξής:

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος (και ήδη αναιρεσείοντα), αφού έλαβε εφάπαξ το συνολικό ποσό που επιδικάσθηκε στον ενάγοντα ως αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από 4-10-1993 μέχρι 4-10-1998 που μαζί με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα ανέρχονταν στο ποσό των 3.085.203 δραχμών συνολικά, ρητά δήλωσε και υπέγραψε τα εξής:

δηλώνοντας για τον πιο πάνω εντολέα μου και έχοντας τη σχετική γι'αυτό εντολή, ότι παραιτείται ρητά και ανεπιφύλακτα από τα ένδικα μέσα κατά της πιο πάνω αποφάσεως (91/1998) και από κάθε μελλοντική απαίτηση για στέρηση των υπηρεσιών της συζύγου του. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εισέπραξε χωρίς καμμία επιφύλαξη από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο ολόκληρο το ως άνω ποσό που κατέβαλε η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ενώ ταυτόχρονα επωφελήθηκε του γεγονότος ότι οι αντίδικοί του δεν άσκησαν ένδικο μέσο κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης τηρώντας την ως άνω συμφωνία τους.

με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ως άνω εξώδικη συμφωνία των διαδίκων φέρει τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως συμβιβασμού, η οποία οδηγεί στην οριστική επίλυση της προαναφερθείσης διαφοράς τους, αφού οι διάδικοι παραιτήθηκαν των ενδίκων μέσων κατά της υπ'αριθμόν 91/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και αυτή κατέστη τελεσίδικη, ο ενάγων εισέπραξε άμεσα και ανεπιφύλακτα ολόκληρο το επιδικασθέν ποσό μετά των τόκων και την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, παραιτηθείς άμα από μελλοντική από την ίδια αιτία αξίωσή του, δηλαδή υποχωρήσας κατά τούτο, αλλά και οι εναγόμενοι εκτός του ότι παραιτήθηκαν των ενδίκων μέσων κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, εξόφλησαν άμεσα και χωρίς επιφύλαξη την επιδικασθείσα αποζημίωση και την δικαστική δαπάνη, δηλαδή υποχωρήσαντες κατά τούτο.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την προβληθείσα από τους εναγομένους ανατρεπτική ένσταση συμβιβασμού και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε ακολούθως απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος με την οποία ζητούσε αποζημίωση για τη στέρηση υπηρεσιών της θανατωθείσης συζύγου του για το χρονικό διάστημα από 4-10-1998 μέχρι 31-12-2000, απορρίπτοντας άμα και την έφεσή του ως ουσία αβάσιμη.

Με το να δεχθεί τα ως άνω το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου.

Για τους λόγους αυτούς

Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη μεταξύ του αναιρεσείοντος Κ. Κ. και του αναιρεσιβλήτου Σ. Φ..

Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2004 αίτηση του Κ. Κ. έναντι της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας για αναίρεση της 2517/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της άνω αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Μαίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ