Supreme Court dismisses appeal against first instance judgment in forced auction case due to lack of grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Rhodes District Court's decision rejecting her annulment appeal. The appellant argued the first instance court failed to consider her claims regarding improper service of notice and insufficient reasoning. The court ruled these arguments were inadmissible as they constituted factual assertions rather than legal grounds for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(5) and 560(6) of the Code of Civil Procedure; The court must reject appeals based on arguments that merely assert facts without establishing legal grounds for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 936 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 936/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Ζ. του Η., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελισάβετ Τσέλιου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Α. Κ., το γένος Ε. Λ. και 2) Ε. Κ. του Α., συζύγου Π. Β., κατοίκων ... νομού ... . Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γιασεμώ Καραγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ήδη αναιρεσείουσα με την ένδικη (από 30-4-2014) ανακοπή της ζήτησε για τους αναφερομένους σ' αυτήν λόγους, την ακύρωση του πλειστηριασμού ακινήτου της, που διενεργήθηκε την 15-1-2014 και των συναφών εκθέσεων αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως και επίσης της επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως. Με την υπ' αριθμ. 26/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου η ανακοπή έγινε δεκτή ως βάσιμη, ενώ με την υπ' αριθμ. 193/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε επί της εφέσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, δικάστηκε η ανακοπή και απερρίφθη, ως αβάσιμη. Η απόφαση αυτή πλήττεται από την αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 999 παρ.4 ΚΠολΔ ο πλειστηριασμός ακινήτου με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς την τήρηση, πλην άλλων, και των διατυπώσεων που ορίζονται στην παράγραφο 3 εδάφιο πρώτο του αυτού άρθρου, μεταξύ των οποίων και η επίδοση περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως στον οφειλέτη, στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές, μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως, που συντελείται, κατά το άρθρο 993 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τη σύνταξη της οικείας εκθέσεως.
Η παραπάνω διάταξη αφορά, κατά τη σαφή έννοιά της, στην καθόλου παράλειψη των σχετικών διατυπώσεων, όχι δε και την περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της αντιστοίχου πράξεως, ως ακυρότητα ενδιαμέσου πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρο 934 παρ.1 β' και 2 ΚΠολΔ) και για την ευδοκίμησή της απαιτείται η επίκληση και η απόδειξη δικονομικής βλάβης, κατά το άρθρο 159 αριθμ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 916/2004, ΑΠ 116/1998).
Ευνόητο είναι, ότι η ακύρωση μιας ενδιαμέσου πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας επιδρά ακυρωτικώς και στον εν συνεχεία πλειστηριασμό, ο οποίος, αν αφορά ακίνητο και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως, κηρύσσεται άκυρος κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται μέσα σε προθεσμία 90 ημερών, αφότου μεταγραφεί η περίληψη της οικείας κατακυρωτικής εκθέσεως, καθώς η ακυρότητα αφορά την τελευταία πράξη της εκτελέσεως.
Για να ασκηθεί, δηλαδή, παραδεκτά ανακοπή κατά του πλειστηριασμού, λόγω δικονομικών ακυροτήτων της προδικασίας του, απαιτείται να έχει προσβληθεί ως άκυρη και η ελαττωματική πράξη της προδικασίας του μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 β' ΚΠολΔ. Αν όμως δεν πρόκειται για ελάττωμα απλώς ή αταξία της προδικασίας του πλειστηριασμού, αλλά για παντελή έλλειψη όλων ή μιας των διατυπώσεων που τάσσει ο νόμος για τη διενέργειά του και παρά την έλλειψη αυτή ο πλειστηριασμός διενεργηθεί, τότε είναι άκυρος ανεξάρτητα από βλάβη και η ακυρότητά του κηρύσσεται ύστερα από ανακοπή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.1γ' ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για λόγο ακυρότητας του ιδίου του πλειστηριασμού και όχι διατυπώσεως της προδικασίας του, που ποτέ δεν έγινε (ΟλΑΠ 3/2007).Τα ίδια, αναλόγως, ισχύουν και στην περίπτωση που όλες ή κάποιες από τις διατυπώσεις του πλειστηριασμού δεν παραλείφθηκαν, αλλά έγιναν εκπρόθεσμα ή με τρόπο που τις καθιστά δικονομικώς ανυπόστατες.
Με ανυπαρξία επιδόσεως περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως ακινήτου εξομοιώνεται και η επίδοσή της σε κατοικία διαφορετική από την πραγματική κατοικία αυτού που αφορά ή επίδοση, αφού εξ αιτίας της εσφαλμένης αυτής επιδόσεως αυτός έχει άγνοια του επισπευδομένου πλειστηριασμού και μπορεί, αν διενεργηθεί, να τον προσβάλει, χωρίς άλλο, ως άκυρο μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.1γ' ΚΠολΔ, με ανακοπή στην οποία θα επικαλείται για το παραδεκτό της ότι ο επισπεύδων την εκτέλεση γνώριζε την πραγματική κατοικία του ή ότι ο ίδιος είχε έγκαιρα γνωστοποιήσει σ' αυτόν την τυχόν μεταβολή της (ΟλΑΠ 3/2ΘΘ7, ΑΠ 477/2019, ΑΠ 1869/2017, ΑΠ 1081/2014, ΑΠ 8/2011).
Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 124 παρ. 2 και 126 παρ. 1 ΚΠολΔ, η επίδοση γίνεται προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στον τόπο όπου είναι η κατοικία του. Ως κατοικία του παραλήπτη, στην οποία μπορεί να γίνει η επίδοση, κατά το άρθρο 128 του ΚΠολΔ, θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, προς τους οποίους εγκύρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί από τον δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η έκθεση επιδόσεως, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής. Αντίθετα, η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου, είναι η κατοικία του παραλήπτη, είναι περιστατικό που δεν υποπίπτει από τη φύση του στην άμεση αντίληψή του, καθόσον την αλήθεια αυτού οφείλει να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και, συνεπώς, κατά τούτο η βεβαίωση αυτή δεν παρέχει πλήρη απόδειξη, επιδεχομένη ανταπόδειξη (ΑΠ 477/2019, ΑΠ 1553/2008, ΑΠ 236/2006, ΑΠ 361/2004).
Συνεπώς, η αναγραφομένη στο προς επίδοση έγγραφο διεύθυνση του προσώπου, στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, δεν δεσμεύει τον δικαστικό επιμελητή, που οφείλει εξ επαγγέλματος να ερευνήσει αν πράγματι αυτός προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση κατοικεί στη διεύθυνση αυτή και, αν διαπιστώσει ότι δεν κατοικεί εκεί αλλά σε άλλη διεύθυνση, να κάνει την επίδοση στην πραγματική κατοικία του και όχι στην αναφερομένη στο επιδοτέο έγγραφο (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 477/2019, ΑΠ 1081/2014).
Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 (άρθρο τρίτο) του ν.4335/2015 (έναρξη ισχύος την 1-1- 2016) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως (4-10-2018), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2)...3)...4)...5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά τον από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ταυτόσημο με αυτόν του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27, Ολ.ΑΠ 28/1998).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 670/2017, ΑΠ 43/2013, ΑΠ 335/2012).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.5 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1159/2018).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 234/2019, ΑΠ 576/2017, ΑΠ 1159/2018).
Τέλος, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 12/2018).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984, ΑΠ 234/2019, ΑΠ 12/2018). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ.6 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 619/2018, ΑΠ 1577/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 30-4-2014 ανακοπή της, κατά της, από την πρώτη αναιρεσίβλητη, επισπευδομένης διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως και πλειστηριασμού ακινήτου της, η αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση του κατά την 15-1-2014 διενεργηθέντος πλειστηριασμού, ισχυριζόμενη ότι η επίδοση της υπ' αριθμ. 3606/5-12-2013 δευτέρας επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου, Χ.
Κ., για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 5158 Β/9-12-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Ε. Κ., δια θυροκολλήσεως του επιδοθέντος εγγράφου, σε κατοικία διαφορετική από την πραγματική, ήταν άκυρη και δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα, καθιστώντας γι' αυτό άκυρο και τον πλειστηριασμό.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 26/2016 απόφασή του, δέχθηκε ως βάσιμο το λόγο αυτό της ανακοπής και ακύρωσε τον πλειστηριασμό, το δε Εφετείο, δικάζοντας επί της εφέσεως των καθ'ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτων δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα) τυγχάνει κυρία...μίας κάθετης ιδιοκτησίας επιφανείας 430 τ.μ. ...Με την υπ' αριθμ. 13/2012 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Σύμης, η ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να καταβάλλει στην πρώτη καθ' ης (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) το ποσό των 13.455 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα από μεταξύ τους προγενέστερη συναφθείσα σύμβαση μίσθωσης καθώς και το ποσό των 1.202,86 ευρώ για οφειλόμενους τόκους πλέον δικαστικών εξόδων και συνολικά το ποσό των 15.500 ευρώ.
Με βάση αντίγραφο του α' απογράφου (12/2012) της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, η πρώτη καθ' ης επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας και κατέσχεσε αναγκαστικά την... κάθετη ιδιοκτησία ...κυριότητας της ανακόπτουσας δυνάμει της υπ' αριθμ. 3.544/2013 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ....
Εν συνεχεία, με την υπ' αριθ. 3545/2013 περίληψη αναγκαστικής κατάσχεσης του ιδίου δικαστικού επιμελητή η ως άνω κάθετη ιδιοκτησία εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό την 05η.06.2013 στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Ρόδου με τιμή πρώτης προσφοράς 38.000 ευρώ, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Παπαδάκη- Γιαννοπούλου. Την ανωτέρω προσδιορισθείσα ημερομηνία, ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε λόγω ανωτέρας βίας. Αποδείχθηκε δε ότι την 05η.06.2013 παρών στον τόπο του πλειστηριασμού ήταν ο αδερφός της ανακόπτουσας... τον οποίο είχε διορίσει η ανακόπτουσα με ειδικό πληρεξούσιο δυνάμει του υπ' αριθ. 7914/05-06-2013 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Αττικής χορηγώντας σε αυτόν εντολές σχετικά με την επιβληθείσα από την πρώτη καθ' ης κατάσχεση και τον επισπευδόμενο πλειστηριασμό ο οποίος κατέβαλε για λογαριασμό της ανακόπτουσας οφειλέτιδας στον επί της εκτελέσεως δικαστικό επιμελητή το ποσό των 4.500 ευρώ για έξοδα εκτελέσεως.
Εν συνεχεία, συντάχθηκε από τον ... δικαστικό επιμελητή η υπ' αριθ. 3560/2013 1η επαναληπτική περίληψη εκθέσεως αναγκαστικής κατάσχεσης με την οποία ορίστηκε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού η 24η-07-2013 κατά την οποία ο πλειστηριασμός δεν διενεργήθηκε, διότι ανεστάλη μέχρι την 04η. 12.2013 δυνάμει της υπ' αριθ. 525/2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ρόδου που εκδόθηκε κατόπιν...αιτήσεως της ανακόπτουσας.
Πλην όμως, στην εν λόγω αίτηση αναστολής κατ' άρθρον 1100 ΚΠολΔ , επί της οποίας εξεδόθη η ανωτέρω απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου και από την επισκόπηση του δικογράφου αυτού προκύπτει ότι η ανακόπτουσα ως διεύθυνσή της δήλωσε την κατοικία της στην … και συγκεκριμένα στην περιοχή του ... στην οποία διεύθυνση και επιδόθηκε εν συνεχεία νομίμως στην οφειλέτιδα η με αριθ. 3.6Θ6/05.12.2Θ13 2η επαναληπτική περίληψη εκθέσεως αναγκαστικής κατάσχεσης που συντάχθηκε από το δικαστικό επιμελητή...Με βάση δε την τελευταία περίληψη, η κατασχεμένη κάθετη ιδιοκτησία της οφειλέτιδας εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό την 15η Ιανουαρίου 2014 στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Ρόδου ενώπιον της υπαλλήλου του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου Ρόδου με πρώτη τιμή προσφοράς 38.000 ευρώ και κατακυρώθηκε στη δεύτερη καθ' ης- υπερθεματίστρια (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) με πλειστηρίασμα το ποσό των 38.005,00 ευρώ.
Σχετικά συντάχθηκε η προσβαλλόμενη με την ανακοπή υπ' αριθ. 29.946 /15-01-2014 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρωτική έκθεση της υπαλλήλου του πλειστηριασμού Συμβολαιογράφου Ρόδου ... Με την ένδικη ανακοπή της και τον περιεχόμενο σε αυτήν μοναδικό λόγο, η ανακόπτουσα παραπονείται ότι ο διενεργηθείς σε βάρος της πλειστηριασμός είναι άκυρος, για το λόγο ότι η με αριθμό 3.606/05-12-2013 δεύτερη επαναληπτική περίληψη κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου...βάσει της οποίας έγινε ο πλειστηριασμός, επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως σε αυτήν στο ..., στην οποία κατοικία διέμενε στο παρελθόν και όχι κατά την ημερομηνία της επιδόσεως της επαναληπτικής αυτής έκθεσης κατάσχεσης κατά τη διάρκεια της οποίας διέμενε στην ..., ενώ η ίδια είχε γνωστοποιήσει τη μεταβολή αυτή προγενεστέρως τόσο στους αντιδίκους της όσο και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού - συμβολαιογράφο ήδη από τις 05.06.2013, ημερομηνία κατά την οποία είχε οριστεί αρχικά να διενεργηθεί ο πλειστηριασμός και κατά τον οποίο χρόνο ο αδερφός της παραστάθηκε επιδεικνύοντας στους ανωτέρω το σχετικό πληρεξούσιο...
Πλην όμως, η επίδοση της υπ' αριθ. 3.606/05-12-2013 2ης επαναληπτικής περίληψης εκθέσεως αναγκαστικής κατάσχεσης, που συντάχθηκε από το δικαστικό επιμελητή... κι έγινε με θυροκόλληση στη διεύθυνση επί της οδού ... όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...
ήταν νομότυπη αφού η διεύθυνση αυτή αποτελούσε χρονικά την τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση της ανακόπτουσας, ενώ η αναγραφόμενη στο με αριθμ. 7914/05.06.2013 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο με βάση το οποίο ο αδερφός της ανακόπτουσας ... είχε παρασταθεί στην αρχικώς προσδιορισθείσα ημερομηνία πλειστηριασμού στις 05.06.2013 διεύθυνσή της κείμενη στην ...
ήταν προγενεστέρως δηλωθείσα...σε όλα τα δικόγραφά της πλην του ανωτέρω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, η ανακόπτουσα ως διεύθυνσή της ανέγραφε αυτήν στο ..., στην οποία είχαν γίνει προγενεστέρως οι επιδόσεις που αφορούσαν στον επίδικο πλειστηριασμό, και συγκεκριμένα η επίδοση της υπ' αριθ. 3560/2013 1ης επαναληπτικής περίληψης εκθέσεως αναγκαστικής κατάσχεσης επίσης δια θυροκολλήσεως...
ενώ η ίδια διεύθυνση δηλώνεται από την ανακόπτουσα και σε άλλες αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας προς το δικαστήριο όπως .. στην αίτηση υπαγωγής της στο νόμο 3869/2010 με ημερομηνία κατάθεσης 06-02- 2013 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στη με ημερομηνία κατάθεσης 28-05-2013 ανακοπή του άρθρου 954 ΚΠολΔ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης τυγχάνει βάσιμος και θα πρέπει η εκκαλουμένη να εξαφανιστεί, να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και να δικαστεί η ασκηθείσα ανακοπή στην ουσία της. Με δεδομένο δε, ότι μοναδικό λόγο ανακοπής αποτελεί η μη έγκυρη επίδοση της δεύτερης επαναληπτικής περίληψης αναγκαστικής κατάσχεσης στην οποία βασίσθηκε ο προσβαλλόμενος πλειστηριασμός, ήτοι η επίδοση της εν λόγω περιλήψεως σε λανθασμένη διεύθυνση, και ότι όπως αποδείχθηκε ... ο εν λόγω λόγος ανακοπής τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του, θα πρέπει η ένδικη ανακοπή να απορριφθεί στην ουσία της. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την ανακοπή, πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Θα πρέπει δε μετά ταύτα, γενομένου δεκτού ως βάσιμου του αντίστοιχου νόμιμου λόγου εφέσεως, πρέπει η ένδικη έφεση να γίνει δεκτή και κατ'ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση...να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και να δικαστεί κατ'ουσίαν...ώστε να απορριφθεί η ένδικη ανακοπή...".
Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, της εγκυρότητας δηλαδή του διενεργηθέντος κατά την 15-1-2013 πλειστηριασμού, ότι η δια θυροκολλήσεως γενομένη επίδοση της δευτέρας επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως του ως άνω δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου, επί της οδού ..., ήτοι στη διεύθυνση της κατοικίας της αναιρεσείουσας, η οποία αποτελούσε χρονικά την τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας της στα δικόγραφά της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με ημερομηνία καταθέσεως 6-2-2013 αιτήσεως υπαγωγής της στο ν. 3869/2010, και της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με ημερομηνία καταθέσεως 28-5-2013 ανακοπής του άρθρου 954 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, ήταν έγκυρη, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της δικονομικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 128 παρ. 1, 2, 3 και 4 ΚΠολΔ και, ως εκ τούτου, λόγω της εγκυρότητος της επιδόσεως της προρρηθείσης επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως, είχε τηρηθεί η επί ποινή ακυρότητος, κατ' άρθρο 999 παρ. 4 ΚΠολΔ, απαιτουμένη διατύπωση για την εγκυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας την ανακοπή της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 999 παρ. 4 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και, συνεπώς, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τις άνω παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις (των άρθρων 999 παρ. 4 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ) στερώντας την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον περιέχει, ως προς την εγκυρότητα της ως άνω επιδόσεως της δεύτερης επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως, που έλαβε χώρα, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 128 παρ.4 ΚΠολΔ, στη διεύθυνση της κατοικίας της οφειλέτριας αναιρεσείουσας, επί της οδού ..., και, ως προς την εγκυρότητα του διενεργηθέντος κατά την 15-1-2013 πλειστηριασμού, δεχθείσα την τήρηση της, επί ποινή ακυρότητος, κατ' άρθρο 999 παρ. 4 ΚΠολΔ, απαιτουμένης διατυπώσεως, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για τη συνδρομή στη συγκεκριμένη περίπτωση των όρων των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ.6 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως, διότι περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες, καθόσον δεν διέλαβε αιτιολογίες αν η διεύθυνση στην οποία έγινε η επίδοση αποτελούσε την πραγματική της κατοικία και αν έλαβε γνώση της επιδόσεως αυτής, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ.5 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς της ότι η επαναληπτική περίληψη εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου επιδόθηκε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής της κατοικίας, αλλά και της προσωρινής διαμονής της, με αποτέλεσμα να πληροφορηθεί τη διενέργεια του πλειστηριασμού, την 17-1-2014, με την αποστολή αυθημερόν με τηλεομοιότυπο αντίγραφο της εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού-κατακυρώσεως εκ μέρους της πληρεξούσιας δικηγόρου της πρώτης αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ.5 ΚΠολΔ, αλλά αρνητικό ισχυρισμό και πραγματικό επιχείρημα, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Τέλος, το επικουρικώς υποβληθέν με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ακύρως έλαβε χώρα ο διενεργηθείς πλειστηριασμός, μετά τις ανωτέρω παραδοχές, περί της εγκυρότητος του πλειστηριασμού, είναι απορριπτέο προεχόντως ως αλυσιτελές. Εξάλλου, θα πρέπει, να επισημανθεί ότι από τη διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση επί ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως (ΑΠ 1846/2017, ΑΠ 1119/2011, ΑΠ 289/2000) ευθέως, αλλά μόνο κατά τους όρους των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 904 ΑΚ, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2018 αίτηση της Α. Ζ. του Η., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 193/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ