Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability due to insufficient factual findings and evidence evaluation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two appeals challenging a lower court's liability allocation in a traffic accident case. The appellant argued the lower court failed to assign sole fault to the pedestrian despite her illegal entry into the crosswalk, yet the appellate court found the first appellant's violation constituted a significant percentage of joint causation. The court rejected the appeal because the lower court's reasoning was incomplete regarding specific factual elements like distance and speed, and because the appellant improperly challenged the court's discretionary evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Appeals must be dismissed if the lower court's decision lacks sufficient factual findings to support liability allocation or if the appellant improperly challenges the court's evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 936 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 936/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ν. του Π., ως δικαστικής συμπαραστάτριας της μητέρας της Δ. Ν., κατοίκων ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Παντελεάκη.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ε. Ν. του Π., ως οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας της Δ. Ν. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Παντελεάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Λ., 2) Χ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2010 αγωγή της Ε. Ν. του Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3047/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3915/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσα με την από 7-8-2015 αίτησή της και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 21-6-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 13-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της από 7-8-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3915/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους και την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες: α) από 7-8-2015 με αριθμό καταθ. ...2015 αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και β) από 21-6-2016 με αριθμό καταθ. ...2016 αίτηση της αναιρεσείουσας Ε. Π. Ν., με την ιδιότητά της ως οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας της Δ. Α. Ν., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3915/28-6-2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, αφού στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 αρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα και επισπεύδουσα τη συζήτηση της από 21-6-2016 αιτήσεως αναιρέσεως Ε. Ν., υπ’ αριθμ. ... /15-9-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Αθηνών Κ. Λ., ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τους: πρώτη και δεύτερο αναιρεσίβλητους Ε. Μ. και Χ. Μ.. Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου και τη συζήτησή της. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, δεδομένου ότι πρόκειται περί απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 100/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως η αγωγή. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ’ έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του, κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο, με τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου και ο αναιρετικός έλεγχος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 3915/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά, ως αποδειχθέντα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 4-5-2009 και περί την 17.00’ ώρα η πρώτη εναγομένη Ε.
Μ. ηλικίας 71 ετών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που ανήκει στην ιδιοκτησία του δευτέρου εναγομένου συζύγου της Χ. Μ. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." κινούνταν επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας, με κατεύθυνση από Λεωφόρο Κηφισίας προς οδό Πατησίων.
Η Λεωφόρος Αλεξάνδρας είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης με διαχωριστική νησίδα μεταξύ των δύο ρευμάτων εκ των οποίων το ρεύμα προς Πατησίων και μέχρι την αρχή της συμβολής της με την οδό Ιπποκράτους έχει πλάτος οδοστρώματος 12 μέτρων, με τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας, από τις οποίες η πρώτη και δεύτερη από δεξιά έχουν ένδειξη με τόξο για ευθεία πορεία, ενώ η τρίτη και τέταρτη από δεξιά έχουν ένδειξη με τόξο για στροφή αριστερά προς την οδό ...
Ακολούθως, μέσα στον οδικό κόμβο οι λωρίδες για ευθεία πορεία παραμένουν οι δύο δεξιές, ενώ οι δύο αριστερές (που οδηγούν προς Ιπποκράτους) έχουν διαγραμμιστεί με πλάγιες γραμμές (Ζέβρα) που απαγορεύουν την ευθεία κίνηση των αυτοκινήτων. Μετά την οδό Γκύζη (έξοδο από τον ισόπεδο οδικό κόμβο) το ρεύμα της Λεωφόρου προς Πατησίων έχει πλάτος οδοστρώματος 10,50 μέτρων με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, εκ των οποίων η δεξιά είναι λεωφορειολωρίδα.
Στη συμβολή των παραπάνω οδών υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες που ρυθμίζουν την κίνηση οχημάτων και πεζών, οι οποίοι κατά τον άνω χρόνο λειτουργούσαν κανονικά, και κατά την έξοδο από τον οδικό κόμβο (μετά την ...) υπάρχουν διαβάσεις πεζών επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας που καλύπτουν και τα δύο ρεύματα αυτής, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας καθορίζεται σε 50 χλμ/ώρα (κατοικημένη περιοχή).
Κατά τον ως άνω χρόνο υπήρχε φως ημέρας, η κίνηση των πεζών και των αυτοκινήτων ήταν κανονική και η κατάσταση του οδοστρώματος ξηρά. Όταν η πρώτη εναγομένη, η οποία κινούνταν στη δεύτερη από αριστερά από τις τέσσερις λωρίδες της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, έφθασε στο ύψος της συμβολής της άνω λεωφόρου οδού με τις οδούς ... (δεξιά και αριστερά αντίστοιχα σε σχέση με την πορεία της) ακινητοποίησε το αυτοκίνητό της, δεδομένου ότι ο υπάρχων στην πορεία της φωτεινός σηματοδότης εξέπεμπε κόκκινο σταθερό φως κυκλικής μορφής.
Καθώς δε το αυτοκίνητό της ήταν πρώτο πριν το φανάρι και σε θέση που προορίζονταν για τα οχήματα που έστριβαν αριστερά προς Ιπποκράτους, ακινητοποίησε αυτό πάνω στην προαναφερθείσα πλάγια διαγράμμιση (ζέβρα), που όμως απαγορεύει την ευθεία κίνηση των οχημάτων. Ακολούθως όμως, μόλις ο φωτεινός σηματοδότης εξέπεμψε πράσινο φως κυκλικής μορφής συνέχισε ευθεία την πορεία της, χωρίς μάλιστα να έχει τεταμένη την προσοχή της, παρότι προερχόταν από αντικανονική θέση στο οδόστρωμα για ευθεία πορεία και πλησίαζε και σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών.
Κατά τον αυτό χρόνο η Δ. Ν. του Α., ηλικίας 67 ετών, της οποίας η ενάγουσα έχει οριστεί προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στη συνέχεια, με κανονικό για την ηλικία της βηματισμό επιχειρούσε έμπροσθεν του άνω αυτοκινήτου και από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, να διασχίσει κάθετα πεζή το οδόστρωμα της λεωφόρου Αλεξάνδρας από την προαναφερθείσα διάβαση πεζών και να κατευθυνθεί προς την οδό ...
Την κίνηση αυτή είχε αρχίσει να πραγματοποιεί παρότι το σήμα του φωτεινού σηματοδότη πεζών στην πορεία της είχε μεταβληθεί σε "ερυθρό σταθερό φως με σύμβολο άτομο σε στάση", επιπλέον δε χωρίς να ελέγξει το οδόστρωμα στα αριστερά της για να βεβαιωθεί ότι δεν εμποδίζει την πορεία των οχημάτων, αλλά έχοντας αποκλειστικά στραμμένη την προσοχή της προς την απέναντι διαχωριστική νησίδα.
Έτσι, αφού διέσχισε κάθετα 7,5 περίπου μέτρα του ρεύματος πορείας της λεωφόρου προς την οδό Πατησίων (και ενώ απέμεναν σ’ αυτήν 3 περίπου μέτρα μέχρι να φθάσει στη διαχωριστική νησίδα) η ανωτέρω οδηγός -η οποία αντιλήφθηκε καθυστερημένα την πεζή και δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει έγκαιρα αποτελεσματική πέδηση- έπληξε αυτήν με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου της.
Ειδικότερα, η πεζή, η οποία ουδόλως είχε ανακόψει την κίνησή της, επέπεσε με το αριστερό μέρος του σώματός της στο πλαϊνό εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου, στο ύψος του καθρέπτη του συνοδηγού, προσέκρουσε το κεφάλι της στο δεξιό τμήμα του ανεμοθώρακα (το οποίο έθραυσε χωρίς να το αποκολλήσει) και κατέπεσε στο οδόστρωμα σε απόσταση δύο - τριών μέτρων, ενώ το αυτοκίνητο, χωρίς να αφήσει ίχνη τροχοπέδησης, ακινητοποιήθηκε στο τέλος της διαγράμμισης της διάβασης των πεζών (βλ.
προσκομιζόμενες φωτογραφίες και πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίας, σε συνδυασμό με τις προανακριτικές καταθέσεις της πρώτης εναγόμενης και του αυτόπτη μάρτυρος Β. Κ.). Συνέπεια του ατυχήματος ήταν ο σοβαρός τραυματισμός της ανωτέρω ηλικιωμένης στο κεφάλι, την αριστερή κλείδα και στα πλευρά, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα παρακάτω.
Υπό τα περιστατικά αυτά το ένδικο ατύχημα και ο τραυματισμός της ανωτέρω πεζής οφείλεται κατ’ αρχήν στην υπαιτιότητα της πρώτης - εναγομένης (Ε. Μ.), η οποία δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα, η κινούμενη υπό συνθήκες πλήρους φυσικού φωτισμού, εντός κατοικημένης περιοχής, σε οδόστρωμα απόλυτα οριζόντιο και ευθύ, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός της, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς προκειμένου να αποφευχθεί το ατύχημα (ή έστω να έχει αυτό λιγότερο επαχθείς συνέπειες) και ειδικότερα τον παρακάτω αναφερόμενο ως ενδεικνυόμενο στην προκειμένη περίπτωση, ούτε απέφυγε να συμπεριφέρεται με τρόπο που μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τους πεζούς.
Έτσι, δεν ρύθμισε στο προσήκον μέτρο την ταχύτητά της έμπροσθεν του εμποδίου που κατευθύνονταν στην τροχιά της και δη της άνω ηλικιωμένης πεζής, η οποία ήταν ευχερώς αντιληπτή απ’ αυτήν στην απόλυτη και χωρίς εμπόδια ευθεία της λεωφόρου να προχωρεί από δεξιά της για να διασχίσει τη λωρίδα κυκλοφορίας της χωρίς να κοιτάζει προς την κατεύθυνσή της, ούτε την προειδοποίησε έγκαιρα με ηχητικό σήμα του οχήματός της για την έλευσή της (άρθρο 37 παρ. 1α Κ.Ο.Κ.) και, όταν με καθυστέρηση αντιλήφθηκε τον κίνδυνο από την είσοδο αυτής στη λωρίδα κυκλοφορίας της, δεν πρόλαβε να προβεί στη δέουσα αντίδραση (και δη στην προκειμένη περίπτωση στην έγκαιρη τροχοπέδηση του οχήματός της, ενόψει του ότι στα αριστερά της υπήρχε διαχωριστική νησίδα και από τα δεξιά της πλησίαζε η πεζή παράβ.
άρθρ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 39 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.), αποτέλεσμα δε της αμελούς οδήγησής της ήταν να παρασύρει αυτήν. Εάν όμως είχε τεταμένη την προσοχή της και είχε λάβει και τα άνω μέτρα ασφαλείας κρίνεται ότι, είτε θα είχε αποτρέψει την είσοδο της πεζής στη λωρίδα κυκλοφορίας της μέχρι τη διέλευσή της, είτε θα επιτύγχανε αποτελεσματική πέδηση του οχήματός της προτού αυτή διασχίσει τα 7 μέτρα του οδοστρώματος στις διπλανές λωρίδες και το 0,5 μέτρο του οδοστρώματος στη λωρίδα κυκλοφορίας της.
Όμως, στην επέλευση του ατυχήματος, και δη ανεξαρτήτως της αμέλειας της ανωτέρω οδηγού, συνετέλεσε και πταίσμα της πεζής, το οποίο συνίσταται στο ότι επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της λεωφόρου Αλεξάνδρας στο ρεύμα πορείας προς Πατησίων, από διάβαση πεζών στην οποία υπήρχε φωτεινός σηματοδότης πεζών, παραβιάζοντας το σήμα του φωτεινού σηματοδότη "ερυθρό σταθερό φως με σύμβολο άτομο σε στάση" και επιπλέον χωρίς να λάβει προηγουμένως τις αναγκαίες προφυλάξεις και συγκεκριμένα να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στα αριστερά της και να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία τους και ειδικότερα του ζημιογόνου αυτοκινήτου της πρώτης - εναγόμενης που πλησίαζε, το οποίο ήταν απολύτως ορατό σ’ αυτήν, λόγω της ευθύτητας της οδού, της έλλειψης εμποδίων στην ορατότητά της, της μεσολαβούσας απόστασης από τη στιγμή που κατήλθε στο οδόστρωμα και του υπάρχοντος πλήρους φυσικού φωτισμού.
Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράβασης αυτής και του επελθόντος ατυχήματος, γιατί αν η ανωτέρω πεζή συμμορφώνονταν με το σήμα του φωτεινού σηματοδότη πεζών ή τουλάχιστον ήλεγχε το ρεύμα πορείας της λεωφόρου Αλεξάνδρας προς την οδό Πατησίων προτού αρχίσει να το διασχίζει, το ατύχημα οπωσδήποτε θα αποφεύγονταν.
Το ποσοστό συνυπαιτιότητος καθεμιάς, υπό τα αυτά ως άνω περιστατικά, καθορίζεται σε 50% για την οδηγό και 50% για την πεζή. Οι ως άνω συνθήκες ατυχήματος σαφώς από κρίσιμα έγγραφα (έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα, προανακριτικές καταθέσεις Β. Κ. και της πρώτης εναγομένης και λοιπά έγγραφα) της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε για το ένδικο ατύχημα από το Τ.Τ.
Αθηνών, σε συνδυασμό και με την ένορκη στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεσης της μάρτυρος της πρώτης εναγόμενης Μ. Φ.. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται κατά τρόπον πειστικό ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος εν αντιθέσει με την πεζή το ζημιογόνο όχημα ήταν αυτό που παραβίασε ερυθρό σήμα φωτεινού σηματοδότη στην πορεία του, άποψη που δεν υιοθέτησαν ούτε και οι επιληφθέντες προανακριτικοί υπάλληλοι, της Τροχαίας Αθηνών, οι οποίοι, δεν απέδωσαν κατηγορία προς τούτο στην πρώτη εναγόμενη.
Η ένορκη βεβαίωση του Α. Μ. και η ένορκη στο ακροατήριο κατάθεση της Σ. Τ., οι οποίες είναι τα μόνα στοιχεία που συμπορεύονται με τον άνω ισχυρισμό, δεν παρέχουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, εχέγγυα για τη συναγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, ενόψει και της ιδιότητας των προαναφερθέντων προσώπων ως ανιψιού και εξαδέλφης της πεζής, οι οποίοι δεν υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος, με αποτέλεσμα η κατάθεσή τους να αποτελεί περισσότερο παράθεση προσωπικών εκτιμήσεων και αξιολόγηση στοιχείων της δικογραφίας (ή ακόμα και στοιχείων εκτός αυτής, όπως της μαρτυρίας προς αυτούς τρίτων προσώπων που δεν κατονομάζονται).
Αλλά και αν γίνουν δεκτή η άνω άποψη που υποστηρίζει η ενάγουσα, η οποία αναιρείται από κρίσιμα έγγραφα της ποινικής προδικασίας (έκθεση αυτοψίας της τροχαίας, κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα Β. Κ. και πρώτης εναγομένης, σχέδιο σηματοδοτικής εγκατάστασης του άνω οδικού κόμβου, κ.ά.), δεν δικαιολογείται το ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο διήλθε τον προαναφερθέντα ισόπεδο κόμβο χωρίς να επιπέσουν σ’ αυτό τα οχήματα που κινούνταν από την οδό Γκύζη προς την οδό Ιπποκράτους, ούτε το ότι αυτό ακινητοποιήθηκε στο τέλος της διαγράμμισης της άνω διάβασης πεζών όπου έγινε το ατύχημα και μάλιστα χωρίς να αφήσει ίχνη τροχοπέδησης.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και τον νόμο εφάρμοσε και ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες - εναγόμενοι παραπονούνται ότι κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και μη ορθή εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι συνυπαίτιες του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 50% ήταν η πρώτη εναγομένη οδηγός και η πεζή αντίστοιχα ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η παθούσα πεζή ήτο αποκλειστικώς υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος άλλως να την κρίνει συνυπαίτια κατά ποσοστό 95% πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αλλά και οι πρώτος δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αντέφεσης με τους οποίους η αντεκκαλούσα - ενάγουσα παραπονείται ότι κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και μη ορθή εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι συνυπαίτιες του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 50% ήταν η πρώτη εναγομένη οδηγός και η πεζή αντίστοιχα, ενώ έπρεπε να δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, οδηγού, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Με τον πέμπτο λόγο της αντέφεσης που στηρίζεται η διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ η αντεκκαλούσα παραπονείται ότι εξαιτίας των ενεργειών και παραλείψεων της πρώτης εναγομένης, οδηγού, αυτή έπρεπε να κριθεί ως αποκλειστική υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος με την εκκαλούμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός της αντέφεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον το παρόν Δικαστήριο έκρινε σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ότι η πεζή και η πρώτη εναγομένη είναι συνυπαίτιες του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 50%...".
Και υπό τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε την αντέφεση της αντεκκαλούσας ενάγουσας Δ. Ν., ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, έκανε δεκτή την έφεση των εκκαλούντων - εναγομένων Ε. Μ., Χ. Μ. και αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3047/ 2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού δίκασε επί της από 3-10-2010 αγωγής της ενάγουσας, έκανε αυτή εν μέρει δεκτή, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα, διά της προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριάς της, ως αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 96.165,29 ευρώ, ενώ αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή τους να της καταβάλουν εις ολόκληρον, νομιμοτόκως ως άνω, το ποσό των 144.640 ευρώ.
Για να καταλήξει το Δικαστήριο στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, στηρίχθηκε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα: στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας Σ. Τ. και της πρώτης εναγομένης Μ. Φ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, στις με αριθμούς ...
ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ε. Κ., Μ. Μ., Α. Μ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, τις οποίες επικαλέσθηκε και προσκόμισε η ενάγουσα και που παραδεκτά λήφθηκαν υπόψη, εφόσον είχε προηγηθεί νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, όπως προέκυπτε από τις υπ’ αριθμ. .../6-4-2011 και .../7-4-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γ.
Π. καθώς και σε όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύονται στην απόφαση, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ε. Ν., προβάλλεται η αιτίαση, ότι ενώ στα έγγραφα της σχηματισθείσης ποινικής δικογραφίας και ειδικότερα στην από 4-5-2009 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Β.
Κ., την από 4-5-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τ.Τ. Αθηνών και το, με την ίδια ημερομηνία, σχεδιάγραμμα, δεν διαλαμβάνεται αναφορά ότι η μητέρα της Δ. Ν. διέσχισε τη διάβαση πεζών με το φωτεινό σηματοδότη στην πορεία της να εκπέμπει κόκκινο σταθερό φως με σήμα άτομο σε στάση και ότι δεν ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων από αριστερά της, ώστε να βεβαιωθεί, ότι δεν παρεμπόδιζε την κίνηση του ζημιογόνου οχήματος, το Δικαστήριο παραμόρφωσε τα εν λόγω έγγραφα και δέχθηκε συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 50% και της μητέρας της στο ατύχημα, ενώ αν είχε αναγνώσει ορθά τα ως άνω κρίσιμα έγγραφα, θα είχε δεχθεί τον ισχυρισμό της περί αποκλειστικής υπαιτιότητος της πρώτης αναιρεσίβλητης στο ατύχημα και θα είχε απορρίψει την ένσταση περί συνυπαιτιότητος της μητέρας της, που είχαν προβάλει οι εναγόμενοι.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρθηκαν, διότι το δικαστήριο κατέληξε στο παραπάνω πόρισμα, μετά από συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προαναφέρθηκαν και δεν υπόκειται αυτό σε αναιρετικό έλεγχο, επειδή το συμπέρασμα είναι αντίθετο από εκείνο που θεωρεί η αναιρεσείουσα ως ορθό.
Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να απαιτείτο οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση, κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 37 παρ. 1α, 39 παρ. 1, 12 παρ. 1α, 38 παρ. 4β και 7 παρ. 1β του ΚΟΚ και άρθρο 5 του Ν.
ΓΠΝ/1911, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε. Έλαβε υπόψη του το δικαστήριο όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, συμπεριφορά των εμπλεκομένων σ’ αυτό, οδηγού και πεζής) και κατέληξε σε σαφές πόρισμα, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης Ε.
Μ. και της ενάγουσας Δ. Ν.. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στο δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου της αναιρεσείουσας εταιρείας "..." ότι: 1) δεν προσδιορίζεται στην απόφαση η απόσταση των διαγραμμισμένων διαβάσεων πεζών από το σηματοδότη αυτοκινήτου για να καταστεί δυνατή η διαπίστωση της απόστασης που πρόλαβε να κινηθεί το αυτοκίνητο πριν η αναιρεσίβλητη διασχίσει τις δύο από τις τρείς λωρίδες κυκλοφορίας, 2) δεν προσδιορίζεται αν η παθούσα πεζή κατήλθε στη διάβαση πεζών πριν ή μετά την εκκίνηση του αυτοκινήτου, 3) δεν προσδιορίζεται η επί της οδού θέση του αυτοκινήτου όταν ξεκίνησε να βαδίζει η πεζή και 4) δεν προσδιορίζεται η ταχύτητα του αυτοκινήτου, ούτε η τυχόν ύπαρξη εμποδίων στην πορεία του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι πρόκειται περί ελλείψεων που ανάγονται στην πληρέστερη αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθεμένου στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικού ως άνω πορίσματος αναφορικά με την υπαιτιότητα των ανωτέρω οδηγού και πεζής για το ατύχημα και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της προεκτεθείσης συμπεριφοράς τους και του επελθόντος αποτελέσματος.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι δύο λόγοι της αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Ομοίως απορριπτέος κρίνεται και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως της Ε. Ν. στηριζόμενος στην ίδια δεύτερη διάταξη (του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), με την πρόσθετη επισήμανση, ότι με αυτόν προσβάλλεται απαραδέκτως η εκτίμηση των αποδείξεων.
Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ε. Ν. προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και ειδικότερα των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 5 και 8 παρ. ια και ιβ του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, υπό την έννοια, ότι ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη εισήλθε ανεπίτρεπτα στην περιοχή του πλέγματος των κίτρινων γραμμών σε σχήμα παραλληλογράμμου και χωρίς τη διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού, δεν της καταλόγισε, ως όφειλε, αποκλειστική υπαιτιότητα στο ατύχημα. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω παραβατική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, καταλόγισε σ’ αυτή το ανωτέρω ποσοστό συνυπαιτιότητος στο ατύχημα και δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων, που κατατέθηκαν για την άσκησή τους στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 7-8-2015 και 21-6-2016 αιτήσεις αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 3915/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει αυτές.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ