Legislator Case Law & Legislation
936/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against perjury conviction citing sufficient reasoning in lower court judgment.

Case Number 936/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a conviction for perjury, upholding the lower court's decision. The appellant argued the first-instance judgment lacked specific reasoning and misapplied criminal law regarding the falsity of his testimony. The court found the lower court's reasoning sufficient, as it explicitly addressed the falsity of the statements based on the appellant's personal belief and the logical contradiction with the existence of a formal donation deed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(D) and (E) of the Criminal Procedure Code; The Supreme Court holds that a first-instance judgment satisfies the requirement of specific and detailed reasoning if it clearly establishes the factual circumstances, evidence, and legal basis for the conviction without logical gaps, even if it relies on the defendant's personal knowledge of the falsity.

Keywords

AI generated
perjury conviction appeal dismissal insufficient reasoning Criminal Procedure Code factual findings legal reasoning standard evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(D) and (E) of the Criminal Procedure Code
Article 92(3) of the Constitution
Article 139 of the Criminal Procedure Code
Article 583(1) of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 936 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 936/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Η. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παρέστη με από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζαφειρόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 964/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. χήρα Γ. Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1360/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση του κατηγορουμένου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ.964/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, για ψευδορκία, μάρτυρα, ασκήθηκε νομότυπα, εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, περιέχουσα λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠΔ).

Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 92 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη -συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ* αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.

Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών.

Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για την πληρότητα επομένως, της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδορκία μάρτυρα πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σΝ αυτήν τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάσθηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποία ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ’ αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας τον κατηγορούμενο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα, που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολομ.ΑΠ 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη 964/2005 απόφασή του μετά συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ’ αυτή (την χωρίς όρκο, κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των εγγράφων και την απολογία του κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πολιτικώς ενάγουσα Μ.

χήρα Γ. Κ. και τα τέκνα αυτής Β. Κ. και Ι. Κ., μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 15-6-2001 Γ. Κ., συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δύμης, την από 28-11-2007 αγωγή κατά του ήδη αποβιώσαντος Δ. Κ., αδελφού του Γ. Κ., με την οποία επικαλούμενοι σύμβαση μίσθωσης αγροτικού ακινήτου της αποκλειστικής τους συγκυριότητας, καταρτισθείσα τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2001 μεταξύ του Γ.

Κ. και του τότε εναγομένου Δ. Κ., ζήτησαν, επικαλούμενοι έγγραφη καταγγελία της άνω συμβάσεως, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου και να τους καταβάλει κατά το λόγο της εξ αδιαθέτου μερίδας καθενός τα καθυστερούμενα μισθώματα των ετών 2001-2007. Κατά τη συζήτηση της ανωτέρω υποθέσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δύμης, κατά τη δικάσιμο της 2-06-2008, κατέθεσε ενόρκως ο μάρτυρας του εναγομένου ο υιός του Η.

Κ. (κατηγορούμενος), η κατάθεση του οποίου περιέχεται στα 4/2009 πρακτικά δημόσια συνεδριάσεως του άνω Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, (ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δύμης), εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα.

Ειδικότερα, κατέθεσε, μεταξύ άλλων και τα εξής "ο πατέρας μου ξέρω ότι το έχει και το εκμεταλλεύεται από το 1976 - 1977 σαν κύριος, χωρίς να έχει ενοχληθεί ποτέ από κανένα" ... "έκαναν άτυπη διανομή τα αδέρφια. Η αδερφή πήρε το σπίτι, ο δημόσιος υπάλληλος πήρε το ισόγειο μαγαζί που νοίκιαζε κι έπαιρνε τα νοίκια και ο πατέρας μου πήρε το χωράφι" ... "Δεν θυμάμαι αν το 1997 ο Γ.

Κ. είχε κάνει ασφαλιστικά μέτρα νομής κατά του Θ. Κ. Εγώ δεν είδα ποτέ τον Ι. Κ. να καλλιεργεί το επίδικο".

Τα ανωτέρω κατατεθέντα πραγματικά περιστατικά είναι ψευδή, γιατί τα αληθινά τοιαύτα είναι τα ακόλουθα : Το επίδικο μίσθιο ακίνητο (αγρός εκτάσεως πέντε στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "... του Δ.Δ. Λιμνοχωρίου του Δήμου Μόβρης Αχαΐας) είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα στον αποβιώσαντα σύζυγο της πολιτικώς ενάγουσας Γ.

Κ. δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου .../14-08-1978 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Δύμης Μιχαήλ Κοντόπουλου. Σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα στον άμεσο δικαιοπάροχο της πολιτικώς ενάγουσας το έτος 1978, αιτία δωρεάς εν ζωή, από την αδελφή του Π.

Κ., οπότε δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την κατάθεση του οποίου, από το έτος "1976-1977 είχε χωρήσει άτυπη διανομή της πατρικής περιουσίας του πατέρα του και των αδελφών του, βάσει της οποίας το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε ατύπως στον πατέρα του Δ. Κ., γιατί στην περίπτωση που είχε λάβει χώρα η άτυπη διανομή, δεν υπήρχε λόγος να συνταχθεί το προαναφερθέν δωρητήριο συμβόλαιο.

Επιπλέον αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο καλλιεργούσε μέχρι το έτος 1991 ο Ι. Κ. για λογαριασμό του αποβιώσαντος συζύγου της πολιτικώς ενάγουσας και ότι κατά τη συζήτηση υπόθεσης ασφαλιστικών μέτρων νομής που αφορούσε το επίδικο ακίνητο, με καθού η αίτηση τον Γ. Κ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δύμης, κατά τη δικάσιμο της 11ης Σεπτεμβρίου 1991, ο Δ.

Κ., εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας του καθού η αίτηση κατέθεσε ότι ο αδελφός του (καθού η αίτηση) ήταν κατά τον άνω χρόνο νομέας του επιδίκου (βλ. τα 41/1991 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου). Τα αληθή αυτά περιστατικά, ότι δηλαδή το επίδικο μίσθιο ακίνητο ανήκε κατά κυριότητα στον Γ.

Κ., γνώριζε απόλυτα ο κατηγορούμενος Η. Κ. λόγω της στενής συγγενικής σχέσης που τον συνέδεε με την οικογένεια της πολιτικώς ενάγουσας και έβλεπε την εν γένει αληθινή κατάσταση, την οποία εν γνώσει του εμφάνισε διαφορετική, όταν εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δύμης προς ενίσχυση του ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο μίσθιο ακίνητο που προέβαλε ο πατέρας του Δ.

Κ., προκειμένου να αντικρούσει την εναντίον του από 28-11-1997 αγωγή. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την πράξη, για την οποία κατηγορείται, απορριπτόμενου του ισχυρισμού του περί πραγματικής πλάνης δεδομένου ότι η γνώση του κατηγορουμένου περί της αναλήθειας των γεγονότων που κατέθεσε θεμελιώνεται σε άμεση και προσωπική αντίληψη του ιδίου." Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ.

απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα (αναφερόμενα κατ’ είδος) από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α 27, 224 παρ.2-1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επι μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται μεν, η αρμόδια αρχή και τα ψευδή γεγονότα, τα οποία, ενώπιόν της κατέθεσε, εν γνώσει του, ο κατηγορούμενος, αφετέρου δε τα αληθινά γεγονότα. Πλέον συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση (ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δύμης, κατά τη δικάσιμο της 2-6-2008 εν γνώσει του κατέθεσε τα εξής ψέματα: "Ο πατέρας μου ξέρω ότι το έχει και το εκμεταλλεύεται από το 1976 - 1977 (το επίδικο) σαν κύριος, χωρίς να, έχει ενοχληθεί ποτέ από κανένα....έκαναν άτυπη διανομή τα αδέλφια....Εγώ δεν είδα ποτέ τον Ι.

Κ. να καλλιεργεί το επίδικο". Το δικαστήριο της ουσίας αιτιολογώντας την κρίση του περί του ψευδούς περιεχομένου των κατατεθέντων από τον κατηγορούμενο ως άνω πραγματικών περιστατικών αναφέρει στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι τα αληθή περιστατικά είναι τα ακόλουθα: Ότι το επίδικο ακίνητο (αγρός εκτάσεως πέντε στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "...

του ΔΔ Λιμνοχωρίου του Δήμου Μόβρης Αχαϊας είχε περιέλθει στον αποβιώσαντα σύζυγό της πολιτικώς ενάγουσας Γ. Κ. δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου .../14-8-1978 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Δύμης Μιχαήλ Κοντόπουλου. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα στον άμεσο δικαιοπάροχο της πολιτικώς ενάγουσας, το έτος 1978, αιτία δωρεάς εν ζωή, οπότε δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την παραπάνω κατάθεσή του, ότι από το έτος 1976 - 1977 είχε χωρήσει άτυπη διανομή της πατρικής περιουσίας του πατέρα του και των αδελφών του βάσει της οποίας το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε ατύπως στον πατέρα του Δ.

Κ., γιατί στην περίπτωση που είχε λάβει χώρα η άτυπη διανομή, δεν υπήρχε λόγος να συνταχθεί το προαναφερθέν δωρητήριο συμβόλαιο. Όπως δε προκύπτει από την αιτιολογία και ιδίως τη συλλογιστική του σκεπτικού που μαζί με το διατακτικό συνθέτουν την αιτιολογία της απόφασης, προσδιορίζεται με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια και η υποκείμενη δόλια προς τούτο προαίρεση του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι η αναλήθεια των όσων ο αναιρεσείων διέλαβε στην επίμαχη κατάθεσή του στηρίζεται σε προσωπική του πεποίθηση και δεν απαιτείται η παράθεση άλλων περιστατικών για την κατάδειξη της εκ μέρους αυτού επίγνωσης της αναλήθειας των όσων ενόρκως κατέθεσε.

Τέλος το δικαστήριο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό (άρνηση της κατηγορίας) του κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης με επαρκή αιτιολογία ότι η γνώση του κατηγορουμένου περί της αναλήθειας των γεγονότων που κατέθεσε θεμελιώνεται σε άμεση και προσωπική αντίληψη του ιδίου.

Συνεπώς είναι αβάσιμη η αιτίαση από το άρθρο 510 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ που με αυτή πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό (άρνηση) χωρίς να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθ.583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-11-2015 και με αριθμό 33/2015 αίτηση του Η. Κ. του Δ. κατοίκου ... (...), για αναίρεση της υπ’ αριθ.964/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ