Supreme Court allows appeal against civil judgment due to failure to consider relevant criminal acquittal evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a workplace injury claim. The plaintiffs argued the employer was solely liable for the fatal injury, while the employer contended the victim's negligence was the primary cause. The court found the lower court failed to address the relevant criminal acquittal that exonerated the employer, creating a significant legal error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 C.Pol.D.; The court must consider all evidence submitted by parties, and a failure to address relevant prior judicial decisions constitutes a substantive defect requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 936 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 936/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 26η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Γ. - Α. Κ. ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Πλάτωνος Νιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Γ. Ε. - Ο., χήρας Β. Σ., 2) Χ. Σ. του Β., 3) Σ. Σ. του Β., 4) Α. Σ. του Σ. και 5) Χ., συζύγου Α. Σ., κατοίκων απάντων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ειρήνης Πόγκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2016/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2543/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 13-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Ως "ζήτημα", υπονοείται ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο. Τότε, το "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και η πληρότητα της αιτιολογίας αποτελεί αναγκαίο όρο της κατάφασης ή της άρνησής του.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται, πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα πρόταση πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν έγινε ορθή ή λανθασμένη υπαγωγή αυτών στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου.
2. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2543/2013 απόφαση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ήδη αποβιώσας Β. Σ., σύζυγος και οικείος των εναγόντων (και ήδη αναιρεσιβλήτων), ως τεχνίτης οικοδόμος, συνδεόταν με σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) ομόρρυθμη εταιρία.
Ότι, κατά το έτος 2007, η εταιρία αυτή κατασκεύαζε τρεις οικοδομές (μεζονέτες) στο ..., την επίβλεψη των οποίων είχε αναλάβει ο πολιτικός μηχανικός Σ. Ν.. Ότι, την 3-7-2007, γινόταν έκχυση σκυροδέματος για την κατασκευή διαχωριστικών τοιχίων μεταξύ των τριών οικοδομών, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ως άνω οικοδόμος εκτελούσε εργασία δόνησης [του σκυροδέματος, προκειμένου αυτό να απλωθεί ομοιόμορφα σε όλο τον όγκο του καλουπώματος].
Ότι ο εργαζόμενος, ενώ βρισκόταν στον εξώστη του 1ου ορόφου μιας από τις οικοδομές και χειριζόταν το μηχάνημα δόνησης, η άκρη του οποίου βρισκόταν μέσα σε καλουπωμένο, εξωτερικό τοιχίο με ύψος από το έδαφος 1,70 μέτρο, το οποίο κατασκευαζόταν σε απόσταση περίπου 1,50 μέτρου, πιο πέρα και πιο χαμηλά, από το σημείο όπου στεκόταν, "έπεσε μπρούμυτα με το στήθος", διότι "γλίστρησε, προφανώς", από τον εξώστη, όπου βρισκόταν, στο υπό κατασκευή τοιχίο, όπου διενεργούσε τη δόνηση.
Ότι από το καλούπωμα του τοιχίου εξείχαν δεξιά και αριστερά τάβλες μικρού πλάτους, πάνω στις οποίες, κατά την πτώση του, ο εργαζόμενος κτύπησε και τραυματίσθηκε θανάσιμα [υπέστη βαριά κάκωση της κοιλιάς του, η οποία, ως μόνη ενεργός αιτία, επέφερε το θάνατό του]. Ότι από τις εκθέσεις έρευνας των αρμοδίων τεχνικών επιθεωρητών [αρχικής, από 4-7-2007 και επαναληπτικής, από 20-7-2007], διαπιστώθηκε έλλειψη επαρκών μέτρων ασφαλείας και, συγκεκριμένα [πλην άλλων, που δεν ενδιαφέρουν ενταύθα, διότι δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα], απουσία "προστατευτικής διάταξης με κουπαστή στο πέρας της πλακός του 1ου ορόφου" και "πρόσβασης πλάτους 75 εκατοστών, με κουπαστή σε ύψος 1 μέτρο [...], η οποία να οδηγεί στην πλάκα του 1ου ορόφου", ως ασφαλής οδός προσέλευσης των εργαζόμενων στις θέσεις εργασίας [ήτοι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε θέση δίπλα στο καλούπωμα του τοιχίου, προκειμένου από εκεί, με ασφάλεια, να διενεργηθεί η δόνηση].
Ότι, εάν είχαν ληφθεί τα ως άνω μέτρα, τα οποία επιβάλλονται από τις διατάξεις των π.δ. 778/1980, 1073/1981 και 30/1996, το ατύχημα δεν θα είχε επέλθει. Ότι, κατόπιν αυτού, υπαίτιοι του ατυχήματος είναι η κατασκευάστρια εταιρία και ο επιβλέπων μηχανικός [ήτοι, και η εναγομένη, εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα], που παρέλειψαν τη λήψη των εν λόγω μέτρων.
Ότι, αντιθέτως, δεν είναι βάσιμος ο αμυντικός ισχυρισμός της εναγομένης, σύμφωνα με τον οποίο ο παθών "πήδηξε" από τον εξώστη, όπου βρισκόταν, προς το καλούπωμα του τοιχίου, προκειμένου να σταθεί πάνω σ' αυτό και να δονήσει [καλύτερα] το σκυρόδεμα, διότι η κατασκευή του καλουπώματος ήταν τέτοια [με "τάβλες πολύ μικρού πλάτους, από τις οποίες προεξέχουν άλλα ξύλα διαφορετικού μεγέθους και ύψους", σύμφωνα με την περιγραφή του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο επικαλείται σχετικώς τις φωτογραφίες, που συνοδεύουν την έκθεση έρευνας], που απέκλειε σε κάθε νουνεχή άνθρωπο μια τέτοια κίνηση [το πήδημα, δηλαδή, από τον εξώστη του 1ου ορόφου στο καλούπωμα του τοιχίου, που βρισκόταν 1,50 μέτρο μακρύτερα και χαμηλότερα].
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τους λόγους έφεσης, με τους οποίους η τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα παραπονιόταν για το ότι το πρωτοδικείο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είχε απορρίψει τον ισχυρισμό της περί συνυπαιτιότητας του παθόντος για την επέλευση του ατυχήματος.
3. Επειδή, με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300 και 932 ΑΚ, διότι με ελλειπή, εν μέρει αντιφατική και ενδοιαστική αιτιολογία απέδωσε το ένδικο εργατικό ατύχημα αποκλειστικά στην παράλειψη της αναιρεσείουσας να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας και απέκλεισε το ενδεχόμενο συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, το οποίο θα ήταν καθοριστικό για τη διαμόρφωση δικανικής κρίσης ως προς το εύλογο του ποσού, που ζητείται από τους αναιρεσίβλητους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Ειδικότερα, αν και δέχθηκε ότι ο παθών, λόγω στιγμιαίας απώλειας της ισορροπίας του σώματός του και ανυπαρξίας των κατά νόμον αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, έπεσε από το υψηλότερο σημείο, όπου βρισκόταν (από τον εξώστη του 1ου ορόφου), στο καλούπωμα του τοιχίου, που βρισκόταν σε χαμηλότερο σημείο, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα, δέχθηκε, ταυτόχρονα, ότι αυτό συνέβη, αφ' ενός διότι ο παθών "γλίστρησε, προφανώς" και αφ' ετέρου παρά το γεγονός ότι το καλούπωμα του τοιχίου δεν βρισκόταν, απλώς, χαμηλότερα από το σημείο, όπου εκείνος στεκόταν προηγουμένως, αλλά και σε απόσταση περίπου 1,50 μέτρου, πιο πέρα.
Με τις παραδοχές αυτές, όμως, αφ' ενός άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο, αντί του "προφανούς" γλιστρήματος, να επέδρασε κάποια άλλη αιτία και αφ' ετέρου δεν διευκρίνισε το πώς ένα σώμα, που από όρθια στάση χάνει την ισορροπία του και πέφτει, δεν ακολουθεί το νόμο της βαρύτητας, αλλά συγχρόνως κινείται προς τα εμπρός και διανύει απόσταση 1,50 μέτρου, για να σταματήσει πάνω στο καλούπωμα του τοιχίου που κατασκευάζεται εκεί.
Εν όψει, λοιπόν, του ότι ως προς τις παραδοχές αυτές είχαν προβληθεί αντίθετα περιστατικά εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ήτοι ότι ο παθών, υπερεκτιμώντας τις σωματικές του ικανότητες, πήδηξε από τον εξώστη, όπου βρισκόταν, προς το καλούπωμα του τοιχίου, προκειμένου να ισορροπήσει εκεί και να διευκολυνθεί στην εκτέλεση της εργασίας του, για την αλήθεια των οποίων η διάδικος αυτή είχε επικαλεσθεί συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ως άνω αδυναμία στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων που αναφέρθηκαν και προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
4. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Αν και δεν επιβάλλεται, βέβαια, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου, για τον αναιρετικό έλεγχο μιας τελεσίδικης απόφασης είναι απαραίτητη η βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν υποβληθεί, νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί.
Στην υπόθεση που κρίνεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει διαβεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων (βλ. παραπάνω, αρ.2), αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Παρά τη διαβεβαίωση αυτή, όμως, καθίσταται αμφίβολο εάν το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του συζύγου και συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, κατά το χρόνο παροχής της εργασίας του σε οικοδομικό έργο, το οποίο κατασκευαζόταν από την αναιρεσείουσα, ως εργολάβο, οφειλόταν αποκλειστικά στην παράλειψη λήψεως μέτρων ασφαλείας και όχι σε συντρέχουσα υπαιτιότητα του παθόντος, έλαβε υπ' όψη και αξιολόγησε την 76094/2011 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Διότι με την απόφαση αυτή και παρά το γεγονός της μη παραγωγής δεδικασμένου από την εν λόγω ποινική δίκη στην προκείμενη αστική διαφορά, είχε αποκλεισθεί πλήρως οποιαδήποτε παράλειψη των εκεί κατηγορουμένων ως αιτία του ενδίκου ατυχήματος και είχε αποδοθεί ο θανάσιμος τραυματισμός του παθόντος σε δική του απρονοησία.
Με τον τρόπο αυτό, η έλλειψη παντός σχολιασμού στο περιεχόμενο των πρακτικών και στις παραδοχές της αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου δημιουργεί ισχυρή αμφιβολία ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας την έλαβε υπ' όψη, παρά το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα την είχε, νομίμως, επικαλεσθεί και προσκομίσει.
Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η αμφιβολία αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
5. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 2543/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ