Legislator Case Law & Legislation
936/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming abuse of right and failure to consider evidence in property dispute.

Case Number 936/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court failed to consider evidence and ruled against him due to abuse of right. The court found the appeal inadmissible as it challenged non-autonomous defenses and deemed the appellant's claim of abuse of right unsupported by the established facts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 no. 1, Art. 559 para. 1 no. 8, Art. 559 para. 1 no. 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges non-autonomous defenses or is unfounded because the lower court's evaluation of facts and evidence was legally justified.

Keywords

AI generated
abuse of right admissibility of appeal autonomous claim evaluation of evidence property dispute failure to consider evidence Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 936 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 936/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάντεση-Θανάσουλα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ι. Τ. του Ι., 2. Α. συζ. Σ. Κ., το γένος Ι. Τ. και 3. Γ. θυγ. Ι. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Παπασταυρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/1990 μη οριστική, 29/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3023/1999 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 298/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε εν μέρει την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5368/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-3-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 21-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή και ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή.

Η ομολογία που έγινε ενώπιον άλλου, εκτός του δικαστηρίου που δίκασε, δικαστηρίου, καθώς και η περιεχόμενη σε άλλα έγγραφα, αποτελεί εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστή. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν με αυτόν προβάλλεται η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται αν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία.

Τέλος, η διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., θέτει γενικό κανόνα, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις που σ' αυτήν περιοριστικώς αναφέρονται, αν δηλαδή πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι ο αναιρεσείων οφείλει, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως, να αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει νόμιμα τον αντίστοιχο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, καθορίζοντας συνάμα τον τρόπο της προτάσεως.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται. Από την ίδια πιο πάνω διάταξη (του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πο.λΔ.) συνάγεται, ότι το ως άνω καθιστάμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις: α) την 4102/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε ότι ο επίδικος χώρος (143,31 τ.μ.) δεν αποτέλεσε αντικείμενο προηγούμενης αγωγής διανομής μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, επί της οποίας εκδόθηκε η 145/1986 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, β) το από Δεκεμβρίου 1989 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικού Ι.

Π. από το οποίο προκύπτει, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα (143,31 τ.μ.) αποτελεί μέρος του ληφθέντος από τον αναιρεσείοντα και τη μητέρα των διαδίκων διαιρετού τμήματος του διανεμηθέντος ακινήτου και γ) την από 18-2-1978 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος από την οποία προκύπτει εξώδικη ομολογία του πρώτου, ότι αυτός μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 1978 δεν άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομότυπα", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, συνεπώς και την περιεχόμενη στο τελευταίο εξώδικη ομολογία, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Περαιτέρω, με τον ίδιο πιο πάνω αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται και η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων που έλαβε χώραν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, και περιεχόμενη στις από 29-12-1989 προτάσεις τους, συνίσταται στο ότι οι εναγόμενοι δέχθηκαν επιβλαβές γι'αυτούς πραγματικό γεγονός, δηλαδή ότι ο πρώτος εξ αυτών μέχρι τον Ιούνιο του έτους 1988 δεν άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο με διάνοια μόνου και αποκλειστικού κυρίου αυτού, την οποία (ομολογία) και επανέφεραν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, στις οποίες ειδικότερα αναφέρονται "...

οι επίδικοι χώροι ανήκουν κατά κυριότητα στον πρώτο από εμάς....και το μεν επίδικο τμήμα που ανήκει στο αρτοποιείο, κατά τα παραπάνω, με τις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις ... Έτσι, στις 14 Ιουνίου 1988 ολοκληρώθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες και μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στον πρώτον από μας το επιδικασθέν με την άνω απόφασή Σας ακίνητο ...

Μετά από όλα αυτά ... Οι επίδικοι χώροι -όσου εμβαδού και αν είναι- ανήκουν κατά το ένα τμήμα τους στο αρτοποιείο ...". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της από 21-4-1997 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει, ο αναιρεσείων, ο οποίος ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό, δεν επανέφερε τον ως άνω περί δικαστικής ομολογίας των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμό του νόμιμα στο Εφετείο, με λόγο έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.ΑΠ 17/1995 και 62/1990). Απαιτείται, δηλαδή, για το χαρακτηρισμό ως καταχρηστικής της άσκησης του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ως "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΑΠ 971/2004).

Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η από αυτόν κατάσταση που δημιουργήθηκε, η οποία συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για αυτόν (υπόχρεο) επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεστεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 62/1990 ό.π).

Εξάλλου, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματός του. Εξάλλου, ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.

Περαιτέρω, όταν η πιο πάνω από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της πι πάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης.

Τέλος, για το παραδεκτό της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, από άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει τα περιστατικά που τη συγκροτούν να προβάλλονται με τις προτάσεις του ενισταμένου κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, (οι οποίες -προτάσεις- εκτιμώνται συνολικά) και να επαναφέρονται νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η επίδικη εδαφική έκταση, εμβαδού 143 τμ, βρίσκεται στα Καμμένα Βούρλα Φθιώτιδας στη συμβολή των οδών ... και ... και συνορεύει ανατολικά με την οδό ..., δυτικά κατά ένα μέρος με αρτοποιείο που ανήκει ήδη κατά την ψιλή κυριότητα στη δεύτερη και τρίτη από τους εναγομένους τη δε επικαρπία του ασκεί ο πρώτος εναγόμενος αδελφός του ενάγοντος και κατά το υπόλοιπο (μέρος) με ακίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντος βόρεια με ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου και νότια με την οδό ....

Το ακίνητο αυτό αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, εμβαδού περίπου 1.300 τμ οι ως άνω συγκύριοι μεταβίβασαν όπως δεν αμφισβητείται, 400 τμ στην Ε. Σ.. Κατά τα έτη 1957, 1958 κι 1959 έγινε μεταξύ των ίδιων συγκυριών άτυπη διανομή του υπόλοιπου ακινήτου. Ο πρώτος εναγόμενος έλαβε τμήμα του οικοπέδου επί της οδού ...

όπου κατασκεύασε οικία και εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του. Ο ενάγων με τη μητέρα των διαδίκων έλαβε το νότιο τμήμα, όπου υπήρχε οικία. Το μεσαίο γωνιακό ακίνητο, στη συμβολή των οδών ... και ..., τμήμα του οποίου είναι το επίδικο, παρέμεινε στη συγκυριότητα όλων και ειδικότερα του ενάγοντος κατά πλήρη κυριότητα κατά 10/32 και κατά την ψιλή κυριότητα κατά 12/32 των οποίων την επικαρπία ασκούσε η μητέρα τους και του πρώτου εναγομένου κατά ποσοστό 10/32 εξ αδιαιρέτου.

Επί του ακινήτου αυτού συναποφάσισαν την ανέγερση οικοδομής προκειμένου να λειτουργήσουν από κοινού επιχείρηση αρτοποιείου. Όμως προέκυψαν αμέσως διαφωνίες μεταξύ των συγκυρίων και έτσι αποφασίστηκε να έχουν διαδοχικά τη διαχείριση και εκμετάλλευση του αρτοποιείου ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος.

Στη συνέχεια ο ενάγων με την από 25-12-1979 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ζήτησε να επιδικαστεί σε αυτόν η κοινή επιχείρηση του αρτοποιείου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 145/1986 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία έγινε αμετάκλητη και κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος επιδίκασε την εν λόγω επιχείρηση στον πρώτο εναγόμενο έναντι αποζημιώσεως του ενάγοντος ποσού 6.203.953 δραχμών.

Με την απόφαση αυτή, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την προαναφερόμενη 298/2004 του Αρείου Πάγου αντικείμενο της δίκης για την επιδίκαση της επιχειρήσεως ήταν μόνο το ακίνητο που στεγάζει το αρτοποιείο και όχι και η επίδικη έκταση, η οποία το περιβάλλει ως προαύλιος χώρος αυτούς. Η έκταση αυτή από τον χρόνο κατασκευής και λειτουργίας του αρτοποιείου έως και τον χρόνο επιδικάσεως του στον εναγόμενο χρησιμοποιείτο, συνεχώς, από τον ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο για να μεταβαίνουν από τις οικίες τους στο κατάστημα αλλά και για την αποθήκευση καυσόξυλων για τη λειτουργία του.

Πριν από την ανέγερση του αρτοποιείου χρησιμοποιείτο από κοινού από τους ίδιους ως άνω διαδίκους ως κοινός χώρος εναποθέσεως ξύλων ή άλλων αντικειμένων και για να μεταβαίνουν στις κατοικίες τους. Ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής μόνος ο ενάγων, ούτε ποτέ ως συγκοινωνός είχε καταστήσει γνωστή στο πρώτο εναγόμενο απόφαση του να νέμεται στο εξής το κοινό πράγμα αποκλειστικά ως κύριος και για δικό του λογαριασμό.

Έτσι ο επίδικος χώρος μπροστά στο αρτοποιείο παρέμενε στη συγκυριότητα του πρώτου εναγόμενου και του ενάγοντος στον οποίο (ενάγοντα) περιήλθε και το εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο της μητέρας των διαδίκων με το .../1961 δωρητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Λαμίας Δημητρίου Ανατολιώτη, όπως διορθώθηκε με το .../1962 συμβόλαιο του ίδιου Συμβολαιογράφου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι εναγόμενοι ομολογούν με τις προτάσεις τους ότι για πρώτη φορά άσκησαν πράξεις νομής στο επίδικο το έτος 1988 είναι αβάσιμος. Από τις έγγραφες προτάσεις των εναγόμενων και την αναφορά στη σελίδα 30 αυτών ότι "οι επίδικοι χώροι ανήκουν στον πρώτο από εμάς (με τον τρόπο που εκθέτει) και από τη μεταγραφή του 10458/1988 στη δεύτερη και Τρίτη από εμάς" είναι σαφές ότι το έτος 1988 μεταβιβάστηκε το επίδικο στις δεύτερη και τρίτη από τους εναγομένους από τον πρώτο που ήταν ήδη κύριος αυτού και όχι ότι επελήφθη ο τελευταίος για πρώτη φορά της νομής το έτους 1988.

Πρέπει δε να σημειωθεί ιδιαιτέρως ότι στη σφοδρή και μακρόχρονη αντιδικία των ως άνω διαδίκων σε κανένα δικόγραφο ο ενάγων αναφέρεται σε ιδιοκτησία του, που να βρίσκεται μεταξύ του αρτοποιείου και των ως άνω οδών ... και .... Μετά δε την επιδίκαση της επιχειρήσεως στον πρώτο εναγόμενο, ο τελευταίος κατέβαλε την αποζημίωση που είχε επιδικαστεί στον ενάγοντα.

Στη συνέχεια κατεδάφισε το παλαιό αρτοποιείο και έλαβε άδεια ανεγέρσεως νέας οικοδομής, στο ισόγειο της οποίας εγκατέστησε και πάλι την επιχείρηση του αρτοποιείου. Διαμόρφωσε δε την επίδικη γωνιακή εδαφική έκταση σε χώρο επικοινωνίας τόσον του ιδίου όσον και των πελατών με το κατάστημα. Ενόψει δε του ότι α) από το έτος 1958 που κατασκευάστηκε το κοινό τότε αρτοποιείο η επικοινωνία γινόταν μέσα από το επίδικο, β) άλλος τρόπος επικοινωνίας δεν υπήρχε, ούτε και τώρα μπορεί να εξευρεθεί, γ) ο ενάγων ουδέποτε, πλην της ένδικης αγωγής, είχε αξιώσει δικαίωμα κυριότητας στην επίδικη έκταση, δ)στην αγωγή με την οποία ζητούσε να του επιδικαστεί η επιχείρηση του αρτοποιείου, ο ίδιος ο ενάγων περιέγραφε το διανεμητέο ακίνητο ότι συνόρευε με τις ως άνω οδούς ...

και ..., παρά το ότι αποδίδει το περιστατικό αυτό σε σφάλμα του τότε πληρεξούσιου δικηγόρου του και ε) η αναγνώριση δικαιώματος συγκυριότητας στην επίδικη έκταση θα καταστήσει αδύνατη τη λειτουργία του αρτοποιείου και θα της στερήσει τον μέχρι τον χρόνο επιδικάσεως της επιχειρήσεως στον πρώτο εναγόμενο μοναδικό τρόπο προσβάσεως των πελατών, η άσκηση του επίδικου δικαιώματος του ενάγοντος, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθώς και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος".

Ακολούθως το Εφετείο, κατά παραδοχή της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, που προβλήθηκε παραδεκτά, με τις προτάσεις των εναγομένων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε νόμιμα με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος.

Με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω κρίση του και να δεχθεί τη βασιμότητα της παραπάνω ένστασης, έλαβε υπόψη του τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά που δεν είχαν προταθεί από τους εναγομένους και, ειδικότερα, ότι "α) από το έτος 1958, καθ' ο κατεσκευάσθη το κοινόν τότε αρτοποιείον η επικοινωνία εγίνετο μέσω του επιδίκου, β) άλλος τρόπος επικοινωνίας δεν υπήρχε, ούτε και νυν δύναται να εξευρεθή, γ) ο ενάγων ουδέποτε, πλην της ένδικης αγωγής, είχεν αξιώσει δικαίωμα κυριότητος εις την επίδικον έκτασιν και δ) η αναγνώρισις δικαιώματος συγκυριότητος (του ενάγοντος) εις την επίδικον έκτασιν θα καταστήση αδύνατον την λειτουργίαν του αρτοποιείου θα στερήση τούτο του μέχρι του χρόνου επιδικάσεως αυτού εις τον πρώτον εναγόμενον μοναδικού, τρόπου προσβάσεως των πελατών".

Εξάλλου με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που αυτός πρότεινε με τις προτάσεις του, προς απόκρουση των περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου και καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ενστάσεων των εναγομένων και ειδικότερα " ότι μετά την εν έτει 1959 άτυπον μερικήν διανομήν, επί του προκειμένου ώδε πρώτου των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, το οποίον αποτελεί (είναι) μέρος του περιελθόντος εξ αυτής (διανομής) εις αυτόν (αναιρεσειόντα) και την μητέρα τους διαιρετού τμήματος, εφύτευσε δένδρα φροντιζόμενα υπ'αυτού αποκλειστικώς, κατεσκεύασε ζαρντινιέρα (παρτέρι) εκ σκυροδέματος εντός της οποίας εφύτευσε διάφορα ανθοφόρα φυτά φροντιζόμενα ωσαύτως υπ'αυτού αποκλειστικώς, ράμπα εισόδου του αυτοκινήτου του εκ της οδού ...

και κλίμακα εκ σκυροδέματος εκ της οδού ..., δια της οποίας προσεπέλαυνεν την υποκειμένην της στάθμης της οδού ταύτης ιδιοκτησίαν του και την οποία εχρησιμοποίουν, αδεία και ανοχή αυτού και οι πελάται του αρτοποιείου, προκειμένου να προσβούν εις αυτό, εις τους οποίους επέτρεπε την δια της κλίμακος αυτής πρόσβασιν του αρτοποιείου, διότι ήτο κοινόν μετά του πρώτου των εναγομένων και άρα ήταν κοινοί και αυτοί (πελάται), και ότι ο πρώτος των εναγομένων δεν επελήφθη πότε της νομής του εδαφικού αυτού τμήματος της ιδιοκτησίας του διανοία κυρίου από το έτος 1959 μέχρι τον Ιούνιο 1988".

Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι. Κατ' αρχήν ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ2 ΚΠολΔ) εκτίμηση του περιεχομένου των από 29-12-1989 προτάσεων των εναγομένων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτιμωμένων συνολικά, οι εναγόμενοι επικαλέστηκαν, έστω και με διαφορετική διατύπωση, τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία και επανέφεραν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο.

Ο τρίτος, επίσης, λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, εφόσον αφορά ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αλλά αποτελεί άρνηση των ενστάσεων ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής των εναγομένων, προβαλλόμενη από μέρους του αντιδίκου τους.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να κρίνει, ότι το δικαίωμα, που άσκησε με την ένδικη αγωγή του, - με την οποία ζήτησε ν' αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο (143,31 τ.μ.) και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να το αποδώσουν σ' αυτόν- ασκήθηκε καταχρηστικά, ακολούθως δε, να απορρίψει την εν λόγω αγωγή του, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον, με βάση τα περιστατικά που προπαρατέθηκαν και έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, υπάρχει καταχρηστική άσκηση του προαναφερθέντος δικαιώματος του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-3-2008 αίτηση του Κ. Τ. για αναίρεση της 5368/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ