Supreme Court partially allows appeal against compensation award, remanding one case and dismissing others for vagueness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the company's appeal against two lower court decisions regarding forced expropriation compensation. While the appeal against the first decision was accepted and the case remanded for retrial, the appeal against the second decision was dismissed as inadmissible due to vague grounds. The court held that the second appeal failed to clearly specify the legal errors alleged, rendering the arguments legally insufficient under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 296, 297, 559, 573, 118, 561, 577, 578 of the Civil Procedure Code; An appeal must clearly specify the legal error alleged; vague grounds are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 936 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 936/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ – Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Α.Ε.», που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο Μίκο και Αλέξανδρο Κανδαράκη, οι οποίοι δήλωσαν ότι η ως άνω αναιρεσείουσα παραιτείται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τον 2ο εκ των αναιρεσίβλητων.
Των καθών η κλήση - αναιρεσίβλητων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αντώνιο Τατσόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 2. Δήμου Μοσχάτου της Νομαρχίας Αθηνών, που εδρεύει στο Μοσχάτο και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-6-1999, 1-9-1999, 1-10-1999, 6-10-1999, 11-10-1999, 15-10-1999, 18-10-1999, 7-7-1999 και 8-11-1999 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5056/2000 μη οριστική και 7841/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 17 Μαρτίου 2003 αίτησή της και τους από 26 Ιανουαρίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. 593/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση των κρινόμενων αίτησης αναίρεσης και πρόσθετων λόγων αυτής. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 10 Μαϊου 2005 κλήση της ήδη αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 2ου εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανάγνωσε την από 15 Φεβρουαρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης καθώς και την από 24 Φεβρουαρίου 2005 συμπληρωματική έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων του πρόσθετου δικογράφου της αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο τη αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ.1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, η οποία παρέστη κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο δια των πληρεξουσίων της δικηγόρων Αλεξάνδρου Κανδαράκη και Νικολάου Μίκου (βλεπ. προσκομιζόμενο υπ'αριθμ. 9177/05 πληρεξούσιο του Συμβ/φου Αθηνών .....) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης, με δήλωση των πληρεξουσίων αυτών δικηγόρων που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (Δήμο Μοσχάτου). Πρέπει, επομένως, μετά τη νομότυπη παραίτηση από την αίτηση αναιρέσεως, να θεωρηθεί η αίτηση αναιρέσεως ως μη ασκηθείσα (άρθρα 295 παρ.1 και 299 ΚΠολΔ) ως προς τον αναιρεσίβλητον αυτόν (Δήμο Μοσχάτου).
ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 εδαφ. α' του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριουμένου.
Εξάλλου, το άρθρο 13 του Ν.Δ. 797/1971 «περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων» (άρθρο 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001) ορίζει στην παράγραφο 4 ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.
Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε, μαζί με τη σύμβαση, αρχικά με τον Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται, από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.
Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού – που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτου – υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ., 4 του 7 Ν.Δ. 797/1971 δικαίωμα αποζημίωσης ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομείωσης και μόνο της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.
Διότι άλλως κατά την τελευταία αυτή διάταξη η ζημία για το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου, και επομένως η περιουσία του, δε θα αποκαθίστατο. Ανεξαρτήτως δε του ότι το περιεχόμενο αυτό της αποζημίωσης είναι απότοκο της εφαρμογής της άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεως του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, είναι αδιάφορη στην περίπτωση αυτή η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 797/1971, που ορίζει ότι «δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριουμένου η επαύξηση ή μείωση της αξίας λόγω εκτελέσεως του έργου.» Και τούτο διότι η διάταξη αυτή αφορά την αύξηση ή μείωση του απαλλοτριουμένου μέρους, που το κατά το Σύνταγμα το πλήρες της αξίας του κρίνεται κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και όχι μετά την εκτέλεση του έργου.
Ενώ αντιθέτως, η αποζημίωση για την υποτίμηση κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 13 αφορά το απομένον στον ιδιοκτήτη μέρος, που εξακολουθεί να αποτελεί περιουσία του και μετά την εκτέλεση του έργου δι' ό η απαλλοτρίωση (Ολομ. ΑΠ 31/2005). Περαιτέρω από τις ως είρηται διατάξεις συνάγεται ότι, σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, για τον προσδιορισμό της «πλήρους αποζημίωσης» λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενο ακινήτου, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας (Ολ.ΑΠ 8/1999).
Η αποζημίωση για την αξία της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται, κατά τις ίδιες διατάξεις δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της «πλήρους αποζημίωσης», αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σ'αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολομ.ΑΠ 8/1996).
Προσέτι κατά τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Ελλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 5056/00 απόφασή του, δέχθηκε κατά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: 'Ότι προς εφαρμογή των ρυμοτομικών σχεδίων των Δήμων Αγίου Ιωάννη Ρέντη και Μοσχάτου και συγκεκριμένα για την διαπλάτυνση της Λεωφόρου Κηφισσού, με την υπ'αριθμ.
Δ12/0/30842/23-2-98 κοινή απόφαση του υπουργού ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 118Δ/24-3-98 απαλλοτριώθηκε έκταση που βρίσκεται εντός του σχεδίου των Δήμων Αγ. Ιωάννη Ρέντη και Μοσχάτου, απεικονίζεται στο 43/1996 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα που συνέταξε ο μηχανικός ..... και έχει θεωρήσει την 4η Μαρτίου 1998 ο προϊστάμενος της Διευθύνσεως Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων 'Εργων του ΠΕΧΩΔΕ ..... 'Ότι η περιοχή όπου κείνται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκεται κοντά στην κεντρική Λαχαναγορά των Αθηνών, απέχει 50 έως 300 μέτρα από τη Λεωφόρο Αθηνών-Πειραιώς, εξυπηρετείται από όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και από αστική συγκοινωνία και είναι πολεοδομικά και οικιστικά διαμορφωμένη με συντελεστή κάλυψης των οικοπέδων 2,4 ότι η λεωφόρος Κηφισού είναι μεγάλης κυκλοφοριακής κίνησης και μία από τις κεντρικότερες αρτηρίες του Λεκανοπεδίου Αττικής που συνδέει τη Βόρειο Ελλάδα με την Νότιο, αλλά και την Αθήνα με τον Πειραιά.
Λόγω των υφισταμένων στην περιοχή αυτή κυρίως βιομηχανικών και βιοτεχνικών μονάδων, αλλά και αποθηκευτικών χώρων, μεγάλων καταστημάτων χονδρικής και λιανικής πωλήσεως, αντιπροσωπειών, συνεργείων αυτοκινήτων και τραπεζών, παρατηρείται σημαντική εμπορική κίνηση. 'Ότι από τα απαλλοτριούμενα, λόγω θέσεως και οικοδομικής και εμπορικής ιδίως χρησιμότητας, αξιολογούνται περισσότερο τα γωνιακά.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο με την επίσης προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 7841/2002 απόφασή του και τα εξής: 'Ότι στα απαλλοτριούμενα ως άνω ακίνητα περιλαμβάνεται και η με αριθμό 75 απεικονιζόμενη στο άνω κτηματολογικό διάγραμμα και αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα (κανονικό και συμπληρωματικό) ιδιοκτησία της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΦΘΙΩΤΙΔΟΣ-Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία ΑΕ», εντός της οποίας (ιδιοκτησίας) υφίσταται τμήμα των κτισμάτων της εκεί λειτουργούσας επιχειρήσεώς της (εργοστασίου) παραγωγής χαρτονίου. 'Ότι συνεπεία της απαλλοτρίωσης η νέα ρυμοτομική γραμμή πέραν του οικοπέδου τέμνει τα επικείμενα κτίρια (Α), (Β), (Γ), (Δ) και (Ε) των κτιριακών εγκαταστάσεων της επιχείρηση αλλά και την κύρια χαρτονοποιϊτική μηχανή, που βρίσκεται στο κύριο βιομηχανοστάσιο του εργοστασίου.
΄Ότι στο βιομηχανοστάσιο διαστάσεων (11Χ75 μ. ευρίσκεται εγκατεστημένη μία (1) χαρτονοποιϊτική μηχανή, αποτελούμενη μεν από επιμέρους μηχανισμούς, συνενωμένους όμως κατά τρόπο μηχανικό και λειτουργικό, έτσι ώστε να αποτελούν μία αδιαίρετη γραμμή παραγωγής, συνολικού μήκους 70 μ. και βάρους 700 τόνων (σχέδιο 1 της άνω πραγμτογνωμοσύνης). 'Ότι η εν λόγω χαρτονοποιϊτική μηχανή παραγωγικής ικανότητας 50 τόνων/24ώρο, παράγει επιχρισμένο χαρτόνι 250 έως 500 γραμμάρια ανά τετραγωνικό μέτρο, με πρώτη ύλη ανακυκλωμένο χαρτί.
Η γραμμή αυτή παραγωγής, μήκους 70 μ. είναι τοποθετημένη κατά μήκος της μεγίστης πλευράς του ιδιόκτητου οικοπέδου (Ι) της αιτούσας, μήκους 82,69 μ. (σχέδιο 1 πραγματογνωμοσύνης). 'Ότι η άνω γραμμή παραγωγής όμως δεν μπορεί να τοποθετηθεί κατά μήκος της όψεως του οικοπέδου, αφού δεν είναι δυνατή η κατασκευή εισόδου στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου για την φορτοεκφόρτωση πρώτων υλών και προϊόντων και συνεπώς η εν λόγω γραμμή παραγωγής θα πρέπει να μεταφερθεί σε άλλο χώρο με επαρκείς διαστάσεις και εμβαδόν. 'Ότι η ανάγκη αποξήλωσης της γραμμής παραγωγής του χαρτονιού, η οποία δημιουργήθηκε από την ρυμοτόμηση τόσο του κτιρίου Β το οποίο την στεγάζει, αλλά κυρίως λόγω της τομής του ιδίου του μηχανήματος από τη ρυμοτομική γραμμή, δημιουργεί την ανάγκη αναζήτησης νέας θέσης λειτουργίας με το ελάχιστο δυνατό κόστος. 'ότι το υφιστάμενο οικόπεδο (Ι) μετά τη ρυμοτόμησή του δεν προσφέρεται πλέον για την εγκατάσταση της γραμμής παραγωγής.
Ούτε είναι δυνατή η τοποθέτηση αυτής στο συνιδιόκτητο με αριθμό (
ΙΙ) όμορο οικόπεδο για νομικούς λόγους και συγκεκριμένα λόγω της άρνησης των συνιδιοκτητών (φυσικών προσώπων) αυτού, στους οποίους ανήκει κατά 60% εξ αδιαιρέτου το ενλόγω οικόπεδο και από το έτος 1996 ευρίσκονται σε αντιδικία με την αιτούσα εταιρία. 'Οτι για τους λόγους αυτούς καθίσταται αναγκαία η μεταφορά και εγκατάσταση της άνω γραμμής παραγωγής στη Δαμάστα Φθιώτιδας, όπου βρίσκεται άλλο εργοστάσιο της αιτούσας εταιρίας. 'Ότι η αποξήλωση της χαρτονοποιϊτικής μηχανής παρουσιάζει σημαντικές δυσχέρειες λόγω του μεγέθους της συνολικά αλλά και λόγω των τεραστίων επιμέρους εξαρτημάτων τα οποία την απαρτίζουν.
Το μεγάλο μήκος (70 μ) και βάρος (700) τόνοι) κατέστησαν αναγκαίες ειδικές εκτεταμένες θεμελιώσεις εκ σκυροδέματος όπως και ειδικές μεταλλικές βάσεις εγκιβωτισμένες σε αυτό. 'Ότι για τη διενέργεια εξάλλου της αποξήλωσης της χαρτονοποιϊτικής μηχανής θα απαιτηθεί η χρησιμοποίηση εξειδικευμένου απολύτως συνεργείου. 'ότι η μεταφορά της μηχανής θα απαιτήσει τη χρήση ισχυρών ανυψωτικών μηχανημάτων και ιδιαίτερα ικανών τροχοφόρων μέσων, το εγχείρημα δε της μεταφοράς θα πρέπει να ασφαλιστεί έναντι παντός κινδύνου, λόγω της δυσκολίας του.
Ότι οι δαπάνες ανύψωσης-μεταφοράς, οι οποίες είναι συνάρτηση της διάρκειας των εργασιών και της ισχύος των αντιστοίχων μέσων προβλέπονται ιδιαίτερα σημαντικές, όπως και οι δαπάνες συσκευασίας και ασφαλίστρων για τον κίνδυνο ζημιών κατά την ανύψωση και μεταφορά, και περαιτέρω η επανατοποθέτηση της μηχανής θα απαιτήσει τη χρήση ανυψωτικών μέσων, εξειδικευμένου συνεργείου και την αντικατάσταση των τυχόν κατεστραμμένων εξαρτημάτων.
Ο συνολικός χρόνος που εκτιμάται ότι απαιτείται από την διακοπή της λειτουργίας της μηχανής στο Μοσχάτο Αττικής έως τη θέση σε δοκιμαστική λειτουργία αυτής για την παραγωγή χάρτου είναι ένδεκα (11) μήνες, κατανεμημένος σε έξι (6) μήνες για την αποσυναρμολόγηση (αποξήλωση) και σε πέντε (5) μήνες για την συναρμολόγηση, το απαιτούμενο δε προσωπικό για τις ανωτέρω εργασίες εκτιμάται σε :
α) δεκαέξι (16) τεχνίτες διαφόρων ειδικοτήτων και β) δύο (2) μηχανολόγους-μηχανικούς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τη διαδικασία της αποξήλωσης της χαρτονοποιϊτικής μηχανής, μήκους 70 μ. και βάρους 700 τόνων περίπου, θα απαιτηθεί η χρήση βαρέων ανυψωτικών μηχανημάτων, τα οποία θα ανασηκώσουν επιμέρους τμήματα της μηχανής.
Σημειωτέον ότι το βραδύτερο και ογκοδέστερο τμήμα της μηχανής είναι ο λεγόμενος ΜG. Κύλινδρος περισυλλογής ινών χαρτομάζας βάρους 45 τόνων, πλάτους 4,60 μ. και διαμέτρου 3,10 μ. Η ανύψωση αυτού θα απαιτήσει γερανό ικανότητας 100 τόνων. Και βάσει αυτών των παραδοχών το Εφετείο: Α) Με την υπ'άριθμ. 5056/2000 προσβαλλόμενη απόφαση του καθόρισε οριστική τιμή μονάδας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της αναιρεσείουσας στο ποσό των 140.000 δραχμών ανά μ2 με κρίσιμο χρόνο τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (5-2-99).
Και Β) με την υπ'αριθμ. 7841/2002 επίσης προσβαλλομένη απόφασή του (και κρίσιμο χρόνο 5-2-99). Καθόρισε-ιδιαίτερη αποζημίωση: 1) για το εναπομείναν τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (επιφανείας 3504 μ2 σε ποσοστό 20% μικρότερου εκείνου των 410,68 ευρώ ανά μ2 (που είχε καθορισθεί με την υπ'αριθμ. 5056/2000 απόφασή του) και συνολικά το ποσό των 289.930,68 ευρώ 2) για τη δαπάνη αποσυναρμολόγησης από το Εργοστάσιο του Μοσχάτου Αττικής και συναρμολόγησης στο νέο εργοστάσιο Δαμάστας Φθιώτιδος της χαρτοκοπτικής μηχανής συνολικώς το ποσό των 1.173.881, 10 ευρώ και 3) για τη δαπάνη συσκευασίας-ασφάλισης-μεταφοράς της εν λόγω χαρτοκοπτικής μηχανής από Μοσχάτο στη Δαμάστα Φθιώτιδος 205.429,20 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο που εξήνεγκε δια των ανωτέρω προσβαλλομένων αποφάσεων του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 του Συντάγματος, αρθρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές, διαλαβόν στις προσβαλλόμενες ως άνω αποφάσεις του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες για να στηρίξει το διατακτικό των μνησθεισών αποφάσεων του ως προς την αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της αναιρεσείουσας.
Ορθώς επίσης το Εφετείο με την πρώτη των ως άνω αποφάσεών του (υπ'αριθμ. 5056/2000) απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας κατά τα υπ'αριθμ. 1,2,5,6,7,8,9,10,11 και 14 αιτήματα που αντιστοιχούσαν σε ειδικότερα (αιτήματα) της αναιρεσείουσας για επιδίκαση αποζημιώσεως και δη: 1) για το κόστος αγοράς οικοπέδου στη Δαμάστα Φθιώτιδος (το υπ'αριθμ.1) 2) για κατασκευή στη Δαμάστα Φθιώτιδος βιομηχανοστασίου και βοηθητικών χώρων (το υπ'αριθμ.2) 3) για αγορά ανταλλακτικών και εξαρτημάτων αναγκαίων για τη λειτουργία της γραμμής παραγωγής χαρτονίου στο νέο εργοστάσιο (το υπ'αριθμ.5) 4) για κόστος των ειδικών ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων (το υπ'αριθμ. 6) 5) για το κόστος έναρξης λειτουργίας του νέου εργοστασίου ρυθμίσεις, δοκιμές. (το υπ'αριθμ.7) 6) για το κόστος εκπαίδευσης του νέου προσωπικού του εργοστασίου της Δαμάστας (το υπ'αριθμ.8) 7) για το κόστος εξόδου από την υπηρεσία 102 εργαζομένων (το υπ'αριθμ.9), 8) για το κόστος διαμορφώσεως του εναπομείναντος χώρου (το υπ'αριθμ.10) 9) για το κόστος αποζημιώσεως των ειδικών θεμελιώσεων του εργοστασίου του Μοσχάτου (το υπ'αριθμ.11) 10) και για την απώλεια κερδών την οποία θα έχει η αναιρεσείουσα εκ της μη λειτουργίας του εργοστασίου της στο Μοσχάτο Αττικής (το υπ'αριθμ. 14) διότι η ζημία αυτή περί της οποίας τα εν λόγω αιτήματα δεν αποζημιούται, κατά τα ήδη εκτεθέντα.
Ειδικότερα όσον αφορά το τελευταίο (υπ'αριθμ.14 αίτημα) ρητώς διαλαμβάνει η υπ'αριθ. 8/06 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Σημειώνεται ότι για τα υπ'αριθμ.3,4 και 12 αιτήματα της ως άνω αιτήσεως της αναιρεσείουσας (που αντιστοιχούν: 1) στην εκ της αποτμήσεως μείωση της αξίας του μη ρυμοτομημένου τμήματος του ακινήτου, 2) στο κόστος αποσυναρμολόγησης και συναρμολόγησης της χαρτοκοπτικής μηχανής και 3) την δαπάνη συσκευασίας και μεταφοράς αυτής από Μοσχάτο στο νέο εργοστάσιο στη Δαμάστα έχει αποφανθεί η δεύτερη των προσβαλλομένων αποφάσεων υπ'αριθμ. 7841/02, η οποία δέχθηκε αυτά ως εν μέρει ουσία βάσιμα και επιδίκασε τα ως άνω ποσά.
Συνεπώς είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι πρώτος (Α1 και Α2 και Β1 λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και οι πρώτος και τέταρτος του προσθέτου δικογράφου από την διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 και 19 . Ο αυτός ως άνω υπό (Α2) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται αιτίαση στην υπ'αριθμ. 7841/02 απόφαση ότι : 1) δεν έλαβε υπόψη την διαταχθείσα και διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονος .......
και τα άλλα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα (άρθρ. 559 παρ.11 ΚΠολΔ) 2) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρ. 559 παρ.8 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος μεν καθ΄όσον αφορά την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, διότι ρητώς αναφέρεται στην ως άνω απόφαση ότι ελήφθη υπόψη η ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη.
Απορριπτέος δε ως απαράδεκτος καθόσον αναφέρεται στην μη λήψη υπόψη εγγράφων τα οποια δεν εξειδικεύει. Ο ως άνω λόγος κατά το μέρος αυτού που αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 παρ.8 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποίοι ήταν οι πραγματικοί ισχυρισμοί τους οποίους πρότεινε η αναιρεσείουσα και δεν ελήφθησαν υπόψη υπό του δικαστηρίου. 'Όμως το Εφετείο με το να απορρίψει με την υπ'αριθμ. 5056/2000 προσβαλλόμενη απόφασή του ως μη νόμιμο το υπ'άριθμ. 13 αίτημα της αιτήσεως αναιρέσεως, ήτοι το αίτημα για επιδίκαση αποζημιώσεως την οποία φέρεται ότι υπέστη η αναιρεσείουσα εκ της εκτελέσεως του έργου της απαλλοτριώσεως επί του εναπομείναντος τμήματος των 144 τμ. (εκ του απαλλοτριωθέντος ακινήτου), αποζημίωση η οποία αποκαθίσταται κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ολομ.ΑΠ 31/05), υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ και παραβίασε τις μνησθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου γιαυτό και κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και τετάρτου λόγου του προσθέτου δικογράφου πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο μόνο η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 5056/2000 απόφαση.
ΙΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.2 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει πριν την αναθεώρησή του με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ'Αναθεωρητικής Βουλής, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί κατά τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 117 παρ.5 του Συντάγματος κατά την οποία οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν έως ότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος, διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο που κηρύσσονται, συνάγεται ότι η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του ήδη αναθεωρημένου Συντάγματος κατά την οποία, αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, δεν έχει εφαρμογή σε απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν προ της θέσης αυτής σε ισχύ (18-4-2001), για τις οποίες εφαρμόζεται όσον αφορά τον σκοπητέο χρόνο προσδιορισμού της οριστικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου η διάταξη του άρθρου 17 παρ.2 του Συντάγματος όπως ίσχυε πριν την αναθεώρησή του (Ολ.ΑΠ 1109/81), 1332/85).
Εξάλλου, η όμοια με την παραπάνω του αναθεωρημένου Συντάγματος διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 του Ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ), που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.4 του ν.2985/2002 δεν έχει εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ.2 του ίδιου νόμου επί των απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού (6-5-2001), εφόσον πριν από την εν λόγω ημερομηνία έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, οπότε εφαρμόζονται μόνο οι δικονομικές διατάξεις του νόμου αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε με την Δ12/0/308422/23-2-98 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. η οποία δημοσιεύθηκε στο 188 Δ/24-3-98 ΦΕΚ (τ.Δ') για δε τον καθορισμό οριστικής τιμής αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ασκήθηκε η από 5-9-98 αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία προσδιορίσθηκε να εκδικασθεί την 5-9-99.
Επ'αυτής (και της δια των προτάσεων της αναιρεσείουσας ασκηθείσης ανταιτήσεως) εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 545/99 απόφαση του Μονομ.Πρωτοδικειου, η οποία καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως. Κατόπιν τούτου η ήδη αναιρεσείουσα και το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών τις από 15-10-99 και 30-6-99 αντίθετες αιτήσεις για οριστικό προσδιορισμό.
Το Εφετείο ενώπιον του οποίου συζητήθηκαν οι ως άνω αιτήσεις την 23-5-2000, όπως ήδη έχει εκτεθεί, με την υπ'αριθμ. 5056/2000 απόφασή του καθόρισε οριστική τιμή μονάδας και διέταξε πραγματογνωμοσύνη αναφορικώς προς τα υπό στοιχεία 3, 4 και 12 αιτήματα της αιτήσεώς της αναιρεσείουσας, επί των οποίων τελικώς απεφάνθη η υπ'αριθμ. 7841/02 απόφαση τούτου (Εφετείου).
Ενόψει τούτων και λαμβανομένου υπόψη ότι ως χρόνος συζήτησης ενώπιον του Εφετείου στον οποίο αναφέρεται το Σύνταγμα είναι εκείνος της πρώτης επ'ακροατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως (ρητώς Ολομ.ΑΠ 8/06) που στην κρινομένη περίπτωση είναι η 23-5-2000, ήτοι ημερομηνία κατά την οποία συμφώνως προς τα προαναφερόμενα δεν ίσχυε η ως άνω συνταγματική διάταξη (αφού τέθηκε σε ισχύ την 18-4-2001), ο δεύτερος λόγος του προσθέτου δικογράφου είναι απορριπτέος, όντος άνευ εννόμου επιρροής του γεγονότος ότι από την ημέρα της συζητήσεως του προσωρινού προσδιορισμού (5-2-99) μέχρι 23-5-2000 είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους.
Εσφαλμένως επίσης υπολαμβάνεται ως χρόνος οριστικού προσδιορισμού ο χρόνος συζητήσεως (μετ΄απόδειξη), ήτοι ο της 4-9-01 επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 7841/2002 απόφαση του Εφετείου. Σημειώνεται ότι και στην ως άνω αίτησης της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου (βλεπ. αιτητικού αυτής υπό στοιχ. VI) ζητείται να ληφθεί υπόψη για τον οριστικό προσδιορισμό ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (5-2-99).
Ο αυτός ως άνω λόγος του προσθέτου δικογράφου καθ'ο μέρος με αυτόν αποδίδεται αιτίαση από το άρθρο 559 παρ.14 ΚΠολΔ, ήτοι ότι εσφαλμένως απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα της αναιρεσείουσας για συμπλήρωση και διόρθωση των κτηματολογίων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (αόριστος), διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ως προς ποίο μέρος (και ποία αντικείμενα) θα εγένετο συμπλήρωση και διόρθωση την εν λόγω κτηματολογίων.
IV. Επειδή στη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 του ΝΔ 797/71 (που έχει εν προκειμένω εφαρμογήν αφού η κρινόμενη απαλλοτρίωση κηρύχθηκε με την ως άνω απόφαση την 24-3-98) ορίζεται ότι «Συντελεσθείσης τις αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος, πας νομεύς ή κάτοχος τούτου, ως και οιοσδήποτε τρίτος έλκων δικαιώματα εξ αυτών υποχρεούται, όπως επί τη εγγράφω προσκλήσει του υπέρ ου η τοιαύτη απαλλοτρίωσις, παραδώση το απαλλοτριωθέν ελεύθερον εις τούτον εντός δέκα ημερών».
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι ο νομοθέτης έθεσε ως ανώτατο όριο για την παραδόση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου την προθεσμία των δέκα ημερών μετά την συντέλεση της απαλλοτριώσεως και την έγγραφη παραγγελία του υπέρ ου η απαλλοτρίωση μετά την παρέλευση της οποίας ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να παραδώσει το ακίνητο.
Και αν ο ιδιοκτήτης αρνηθεί (ορίζει η επομένη παραγράφος του αυτού άρθρου) διατάσσεται η αποβολή αυτού κατά τη διαδικασία του άρθρ. 18 του αυτού ΝΔ. Δεν παρέχεται όμως η δυνατότητα από τη διάταξη αυτή στο Δικαστήριο να ορίσει μεγαλύτερη των δέκα ημερών προθεσμία παραδόσεως του απαλλοτριωθέντος (όπως συμβαίνει με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.3 εδάφ.
β' του νόμου 2882/01 βάσει της οποίας το δικαστήριο δύναται να παράσχη στον ιδιοκτήτη προθεσμία μέχρι τριάντα (30) ημέρες, διάταξη η οποία, όπως παρελέχθη, δεν έχει εφαρμογή). Εν όψει τούτων δεν έσφαλε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 5056/2000 απόφαση του Εφετείου, η οποία απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για χορήγηση σ'αυτήν προθεσμία 180 ημερών από την συντέλεση της απαλλοτριώσεως ως μη νόμιμο γι'αυτό και ο από το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ λόγος του προσθέτου δικογράφου για παραβίαση της ως άνω διατάξεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
V. Επειδή το δικαστήριο με την απόφαση καθορισμού τιμής αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης πέραν του καθορισμού αποζημίωσης, επιβάλλει κατά το άρθρο 17 παρ.4 του ΝΔ 797/71 τη δικαστική δαπάνη, η οποία σύμφωνα με το άρθρ. 189 παρ.1γ' ΚΠολΔ περιλαμβάνει και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως, η οποία (αμοιβή) επιβάλλεται εις βάρος του υποχρέου προς αποζημίωση (Ολομ.ΑΠ 13/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 7841/02 απόφασή του το Εφετείο όπως προκύπτει από την επισκόπηση του διατακτικού της καταδίκασε τους υποχρέους (Ελλ.Δημόσιο και Δήμο Μοσχάτου) στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας στα εκεί αναφερόμενα ποσά. Με τη διάταξη αυτή της άνω αποφάσεως το Εφετείο προσδιόρισε ακόμη και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας στα επίσης αυτόθι διαλαμβανόμενα ποσοστά επί της καθορισθείσης αποζημιώσεως.
Η τελευταία αυτή διάταξη με την οποία προσδιορίσθηκε η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί συστατικό στοιχείο της καταψηφιστικής ως άνω διατάξεως εις την οποία εμπεριέχεται το σύνολο της δικαστικής δαπάνης- στην οποία περιλαμβάνεται όπως ελέχθη και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου- εν όψει τούτων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο Γ1 λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο με την υπ'αριθμ. 7841/02 απόφασή του- άφησε αίτημα αδίκαστο (περί καταδίκης του αναιρεσιβλήτου) στην δικαστική δαπάνη του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας.
VI. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ.4, 561 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την πρσοβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαγνωσθεί με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν και ποίον λόγο, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (αόριστος), χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, και σ'αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση. Εν όψει τούτων είναι απορριπτέοι οι Α2 περίπτωση γ' και Β1 περίπτωση α' λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 παρ.5, 8,9, 11, 14,14,16,17 και 19 ΚΠολΔ στην προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 7841/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως απαράδεκτοι (αόριστοι), διότι στο αναιρετήριο δεν καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα στοιχειοθετούν τις πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση.
Για τους λόγους αυτούς
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 17-3-2003 αίτηση της εταιρίας υπό την επωνυμίαν Χαρτοποιϊα Φθιώτιδος Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία ΑΕ για αναίρεση των υπ'αριθμ. 5056/2000 και 7841/2002 του Εφετείου Αθηνών ως προς τον αναιρεσίβλητο Δήμο Μοσχάτου.
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 5056/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσης μέρος αυτής.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα ενώπιον του ίδιου Εφετείου που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποίαν προσδιορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1640) ευρώ. Α
Απορρίπτει την από 17-3-2003 αίτηση και τους αναφερόμενους στο από 26-1-2005 πρόσθετο δικόγραφο λόγους της εταιρίας με την επωνυμίαν «Χαρτοποιϊα Φθιώτιδος –Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία ΑΕ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 7841/02 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Μαίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ