Supreme Court allows cassation appeal when lower court failed to follow Supreme Court's prior ruling on interest allocation order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the cassation appeal against the Athens Court of First Instance's decision. The appellant argued that the lower court incorrectly applied the order of interest allocation established in a previous Supreme Court ruling, specifically regarding the sequence of applying payments to interest versus capital. The court found that the lower court deviated from the Supreme Court's established legal interpretation by altering the chronological order of deductions, thereby violating the principle of conformity required under Article 559(18) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(18) of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal is admissible when the court of remand fails to conform to the legal solution provided by the Supreme Court in a prior cassation decision regarding the substantive legal issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 935 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ο λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Το Εφετείο υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, και ο λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Αριθμός 935/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-11-1996 και 25-5-1997 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/1999 και 162/1999 οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου και 2768/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17-12-2003 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1036/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2768/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 3292/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-7-2010 αίτησή του και τους από 10-1-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 20-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 18 KΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Αν η απόφαση αναιρέθηκε λόγω παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 KΠολΔ), μη συμμόρφωση από το δικαστήριο της παραπομπής υπάρχει όταν αυτό υιοθέτησε, ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα αυτού, εκδοχή ασυμβίβαστη, προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παρακάτω διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι, µε την 11758/95 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία επικύρωσε την 23/1995 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίθηκε τελεσίδικα ότι η αναιρεσίβλητη, "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", περιήλθε από την 9-8-1990 σε κατάσταση υπερημερίας, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος δικηγόρου µε τον οποίο συνδεόταν µε σύμβαση έµµισθης εντολής και αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή της για καταβολή μισθών υπερημερίας.
Μετά την έκδοση της άνω απόφασης ακολούθησε η άσκηση των από 25-11-96 και 25-5-1997 αγωγών, (ενδίκων), µε την πρώτη των οποίων ο αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-1992 μέχρι 31-12-1993 το ποσό των 27.290.546 δρχ. µε το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιµέρους κεφάλαιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και µε τη δεύτερη να υποχρεωθεί να του καταβάλει 62.401.892 δρχ.
για μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου 1-1-1994 μέχρι 31-12-1996 µε το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιµέρους κεφάλαιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Επ' αυτών εκδόθηκαν οι 31/99 και 162/99, αντίστοιχα, αποφάσεις του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, μετά την άσκηση εφέσεων εναντίον των, η 2768/01 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία, αφού τις συνεκδίκασε, εξαφάνισε τις εκκαλούμενες και στην συνέχεια δίκασε επί των αγωγών, τις οποίες δέχθηκε μερικά ως ουσιαστικά βάσιμες, αναγνωρίζοντας αφενός μεν την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα 9.870.862 δρχ.
µε το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται σ' αυτήν για μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου 1-1-1992 μέχρι 31-12-1993 και υποχρεώνοντάς την αφετέρου να του καταβάλει 59.758.462 δρχ., για την ίδια αιτία, αλλά για την χρονική περίοδο 1-1-1994 μέχρι 31-12-1996. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης ο ηττηθείς ενάγων άσκησε την από 17-12-2003 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εξεδόθη η 1036/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία κρίθηκε, ότι το Εφετείο Α) δεχόμενο ότι 1) οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος από αποδοχές υπερημερίας του έτους 1992, μαζί με τους τόκους, ανέρχονταν σε 13.691.703 δρχ. 2) έναντι του χρέους αυτού η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον αναιρεσείοντα στις 20-5-1997, 15.000.000 δρχ.
τις οποίες καταλόγισε α) 13.691.703 δρχ. στο κεφάλαιο και στους τόκους των αξιώσεων του αναιρεσείοντος του έτους 1992, β) 1.038.297 δρχ. στους τόκους των αξιώσεων του έτους 1993, από τους οποίους απέμεινε υπόλοιπο 340.168 δρχ., παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 423 ΑΚ, διότι, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε συμφωνία διαφορετικού καταλογισμού ή ορισμό απ' αυτή άλλης σειράς, διαφορετικής από την οριζόμενη στο άρθρο 423 παρ. 1 ΑΚ και λήψη της παροχής από τον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την ορισθείσα από τον οφειλέτη σειρά, έπρεπε να γίνει ο καταλογισμός κατά τη σειρά που ορίζει το άρθρο 423 ΑΚ και να αφαιρεθεί το ποσό των 15.000.000 δρχ.
πρώτα από τους τόκους επί του κεφαλαίου των μισθών υπερημερίας του έτους 1992 και Β) αν και από την επισκόπηση του δικογράφου της από 25-5-1997 αγωγής του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός ζήτησε, όπως υπολογισθούν στις τακτικές του αποδοχές τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αδείας και το επίδομα ισολογισμού, με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το αίτημα αυτό της αγωγής, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι δεν περιλαμβάνονταν στο σχετικό της κεφάλαιο, με την κρίση του δε αυτή υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.
Στη συνέχεια το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναίρεσε εν μέρει την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου, με άλλη σύνθεση να την εκδικάσει, κατά το αναιρούμενο μέρος της (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και ότι 1) το συνολικό ποσό των τόκων για το έτος 1992 ανήλθε σε 8.511.678 δρχ.
και του κεφαλαίου σε 5.383.068 δρχ. δηλαδή συνολικά σε 13.691.703 δρχ. 2) το ποσό των 15.000.000 δρχ. που καταβλήθηκε την 20-5-1997 πρέπει να καταλογιστεί στους τόκους του έτους 1992 ήτοι στο ποσό των 8.511.678 δρχ. και στη συνέχεια στο κεφάλαιο ήτοι στο ποσό των 5.383.068 δρχ. ενώ το εναπομείναν υπόλοιπο στους τόκους των αποδοχών του έτους 1993. 3) Οι τόκοι των αποδοχών του καλούντος για τον Ιανουάριο του 1993 ανήλθαν την 20-5-1997 ημέρα καταβολής των 15.000.000 δρχ.
στο µη αμφισβητούμενο ποσό των 1.378.465 δρχ. στο οποίο πρέπει να καταλογιστεί το υπόλοιπο των 1.038.297 δρχ. µε αποτέλεσμα το οφειλόμενο υπόλοιπο τόκων του άνω μηνός (Ιανουαρίου 1993) να περιοριστεί σε εκείνο των 340.168 δρχ. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί το µη αμφισβητούμενο ποσό των 9.530.697 δρχ., που αντιστοιχεί σε αποδοχές του έτους 1993, ώστε το τελικά οφειλόμενο σ' αυτόν ποσό για όλο το έτος 1993 να ανέλθει σε 9.870.862 δρχ.
Στην κρίση του αυτή κατέληξε γιατί υπέλαβε, εσφαλμένα, ότι με την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι το καταβληθέν ποσό των 15.000.000 δρχ. πρέπει να καταλογιστεί πρώτα στους τόκους του έτους 1992 και μετά στο κεφάλαιο του έτους αυτού δηλαδή τις αποδοχές υπερημερίας του έτους 1992, ενώ, κατά την απόφαση του Αρείου Πάγου, το παραπάνω ποσό έπρεπε να καταλογιστεί κατά τη σειρά που ορίζει το άρθρο 423 ΑΚ δηλαδή, πρώτα στους τόκους επί των μισθών υπερημερίας του έτους 1992, στη συνέχεια στους τόκους επί των μισθών υπερημερίας του έτους 1993, {μέχρι την καταβολή (20-5-1997) του παραπάνω ποσού} και μετά, εφόσον τούτο δεν εξαντλείται, στις αποδοχές υπερημερίας του έτους 1992.
Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την, από 4-5-1999 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 31/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 25-11-1996 αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 28.968 ευρώ (ισόποσο των 9.870.862 δρχ.). Κατά συνέπεια, εφόσον η αναιρεθείσα απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει για τον παραπάνω λόγο, το δικαστήριο της παραπομπής υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεώς του δηλαδή προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση και ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων είναι βάσιμος.
Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, ως βάσιμου, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3292/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο, ως άνω, Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ