Legislator Case Law & Legislation
935/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance liability, ruling damages were foreseeable from the accident date.

Case Number 935/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Allianz Suisse against the Athens Court of Appeal's decision. The court found that the insured's claim for medical expenses and lost income was foreseeable at the time of the accident in 1998, supported by medical evidence showing total disability from September 1998. Consequently, the court rejected the argument that the claims were barred by the two-year or five-year limitation periods.

Legislator headnote

AI generated

Articles 19 of Law 489/1976 and 937 of the Civil Code; Damages arising from an accident are considered foreseeable from the date of the incident if the injury and its consequences were known or should have been known at that time, thereby preventing the application of limitation periods.

Keywords

AI generated
insurance liability foreseeability of damages limitation periods medical evidence accident compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 19 of Law 489/1976
Article 937 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 935 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 935/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ SUISSE VERSICHERUNGS-GESELLSCHAFT", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα (η οποία διαδέχτηκε την αρχική διάδικο Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "ELVIA VERSICHERUNGEN" μετά από συγχώνευση δι' απορροφήσεως), 2) Χ2, κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Θεοχάρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA (ΒΙΚΤΩΡΙΑ) ΑΑΕΖ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΓΔΕΜΒΟΥΡΓΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΕΓΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καρατζά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... ΟΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2003 αγωγή της πρώτης των ως άνω ήδη αναιρεσειόντων, την από 17/2/2005 αγωγή της δεύτερης των ως άνω ήδη αναιρεσειόντων και τις από 20/2/2006 και 28/9/2006 παρεμπίπτουσες αγωγές των 2ης και 3ου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2894/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5816/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/3/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 9/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις .../15-10-2009 και .../5-11-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Κω ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τις επισπεύδουσες τη συζήτηση αναιρεσείουσες στο νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας (Αφοί ... ΟΕ) και στον τρίτο αναιρεσίβλητο (Ψ3). Οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΑΚ προκύπτει, ότι η αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται η αξίωση αποζημίωσης εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.

Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης.

Έτσι ο χρόνος της παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΟλΑΠ 38/1996 και 40/1996).

Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν-το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά-ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.

Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με την αδικοπραξία. Εξάλλου, ο εναγόμενος που προτείνει την ένσταση παραγραφής της πιο πάνω αξίωσης πρέπει να επικαλεστεί και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδείξει τα περιστατικά που την συγκροτούν.

Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος οφείλει να αποδείξει πότε ο ενάγων-παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση. Ειδικότερα, στην περίπτωση που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ένστασης παραγραφής.

Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεστεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεστεί και αποδείξει, ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ένστασής του. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του Ν 489/1976 ορίζεται ότι "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή.

Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής". Από την άνω διάταξη σαφώς προκύπτει, ότι η παραπάνω διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 ΑΚ, όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος.

Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής, δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο. Αν η επίδοση γίνει μετά την παρέλευση της διετίας επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της παραπάνω διετούς παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς.

Η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή, ο οποίος ευθύνεται έναντι του παθόντος όχι από αδικοπραξία, αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ.

Η παραπάνω διετής παραγραφή ως προς την αφετηρία της καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος. Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, σημαντικής επιδείνωσης της υγείας του παθόντος (ΑΠ 1581/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αληθινή.

Κατά τον αριθμό δε 19 του ίδιου άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχονται καθόλου αιτιολογίες ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ 10126/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση εφέσεων επί της υπ' αριθμ 6038/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της από 7-4-1999 αγωγής της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας Elvia Versicherungen στη θέση της οποίας υπεισήλθε ήδη ως διάδοχος η ενάγουσα εταιρεία Allianz Suisse Versicherungs-Gesellschagt καθώς και επί της από 20-1-2000 αγωγής της ενάγουσας Χ2 κατά της ασφαλιστικής εταιρείας Μαγδεμβουργερ Ελλάς ΑΕΓΑ στη θέση της οποίας υπεισήλθε ήδη η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία Victoria AAEZ, της ομόρρυθμης εταιρείας "Αφοί ...

ΟΕ" και του Ψ3 (ήδη εναγομένων με τις εναγόμενες αγωγές) κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 321 ΚΠολΔ) α) ότι στις 14-7-1998 στην ... ο τρίτος εναγόμενος Ψ3 οδηγώντας το ... ΔΧ τουριστικό λεωφορείο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί ... ΟΕ", το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην πρώτη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρία Victoria ΑΑΕΖ, (που υπεισήλθε στη θέση της αρχικής ασφαλιστικής εταιρείας Μαγδεβουργερ Ελλάς ΑΕΓΑ ως καθολικός διάδοχος) προκάλεσε από υπαιτιότητά του τροχαίο ατύχημα, υπό τις περιγραφόμενες αναλυτικά στο σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης (10126/2005) συνθήκες που είχε ως συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό της πεζής ενάγουσας Χ2, ελβετής υπηκόου, και ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 50% του οδηγού του ...

ΔΧ λεωφορείου Ψ3 και σε ποσοστό 50% της παθούσας πεζής, η οποία ήταν ασφαλισμένη στην ενάγουσα εταιρεία Allianz Suisse Versicherungs-Gesellschaft, β) ότι η παθούσα πεζή ενάγουσα Χ2 υπέστη εγκεφαλικό τραύμα με θλάση εμπρός και τοιχωματικά, υποσκληρίδιο αιμάτωμα στην περιοχή της μεσοημισφαιρίου σχισμής με ελαφρό οίδημα του εγκεφάλου, κάταγμα αριστερού μηρού, περιφερειακό κάταγμα κερκίδας δεξιά και κάταγμα κάτω σιαγόνας, συνεπεία δε του τραυματισμού της αυτού κατέστη ανίκανη για την εργασία της ξεναγού (αρχηγού τουριστικού γκρούπ).

Με την υπ' αριθμ. 6038/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την απόρριψη των κατ' αυτής εφέσεως με την υπ' αριθμ 10126/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επιδικάσθηκαν τελεσίδικα στην μεν ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία το ποσό των 89.104,75 ευρώ, καθ' υποκατάσταση για δαπάνες νοσηλείας και επιδόματα ασθενείας της ασφαλισμένης της Χ2, στη δε παθούσα ενάγουσα Χ2 14.673,51 ευρώ (5.000.000 δραχμές) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 14.673,51 ευρώ (5.000.000 δραχμές) ως αυτοτελής αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ.

Πρέπει να λεχθεί ότι με την από 20-1-2000 προγενέστερη αγωγή της η παθούσα ενάγουσα Χ2 ζητούσε επίσης το ποσό των 730.200 δραχμών ως διαφυγόντα κέρδη συνεπεία της ανικανότητάς της προς εργασία για το χρονικό διάστημα από την ημέρα του ατυχήματος (14-7-1998) μέχρι 20-6-1999, το οποίο απορρίφθηκε ως αόριστο με την υπ' αριθμ. 6038/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και το ποσό των 5.320.000 δραχμών ως διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 20-6-1999 μέχρι 20-1-2000, από το οποίο παραιτήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 6038/2001 απόφαση πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ήδη με τις ένδικες μεταγενέστερες αγωγές τους οι ενάγουσες ζητούν: α) η μεν ασφαλιστική εταιρεία με την 20-10-2003 αγωγή της, που επέδωσε στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία στις 23-12-2003, στη δεύτερη εναγομένη στις 20-11-2003 και στον τρίτο εναγόμενο στις 12-11-2003 (βλ υπ' αριθμ. .../20-12-2003, .../12-11-2003 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κω ...), δηλαδή μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 1, 2 Ν 489/1976 και πενταετούς του άρθρου 937 ΑΚ, το ποσό των 56.022,06 ευρώ καθ' υποκατάσταση που κατέβαλε στην ασφαλισμένη της για δαπάνες νοσηλείας και επιδόματα ασθενείας του περαιτέρω χρονικού διαστήματος από 12-1-1999 έως τον Οκτώβριο του 2003 και β) η παθούσα ενάγουσα Χ2 με την από 17-12-2005 αγωγή της που επέδωσε στους εναγομένους στις 27-1-2006 και 15-2-2006, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 1 Ν 489/1976 και πενταετούς του άρθρου 937 ΑΚ, το ποσό των 37.216,50 ευρώ για απώλεια εισοδημάτων λόγω ανικανότητάς της προς εργασία από τότε που έλαβε χώρα το ατύχημα (14-7-1998) μέχρι 31-3-2004.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη οι ενάγουσες με τις προγενέστερες των επίδικων αγωγές τους διέκοψαν την παραγραφή των αιτουμένων με τις εν λόγω αγωγές αξιώσεών τους. Η εκδοθείσα στις 31-12-2005 επί των προγενεστέρων αγωγών υπ' αριθμ. 10126/2005 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εφόσον εκδόθηκε μετά την παρέλευση διετίας και πενταετίας από το ατύχημα, που έλαβε χώρα στις 14-7-1998 δεν επιμήκυνε το χρόνο της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων, κατά το μέρος που αυτές δεν είχαν ασκηθεί διότι η ως άνω τελεσιδικία δεν επιφέρει αναβίωση των αποσβεσθεισών λόγω παραγραφής μεταγενεστέρων αξιώσεων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών για αξίωση αποζημίωσης λόγω δαπανών νοσηλείας, επιδομάτων ασθενείας και απώλειας εισοδήματος (που δεν αποτελούν αξίωση περιοδικών παροχών) των επίδικων χρονικών διαστημάτων από 12-1-1999 έως Οκτώβριο 2003 για την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία και από 14-7-1998 μέχρι 31-3-2004 για την ενάγουσα παθούσα ήταν προβλεπτές λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού της από το χρόνο του ατυχήματος (14-7-1998) και δεν οφείλονται σε απρόβλεπτη επιδείνωση της κατάστασής της, την οποία άλλωστε οι ενάγουσες δεν επικαλούνται.

Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ως προς το προβλεπτό των επίδικων αξιώσεων από το χρόνο του ατυχήματος (14-7-1998) ενισχύεται από τα προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά της πανεπιστημιακής κλινικής Ζυρίχης, από τα οποία προκύπτει ότι από το Σεπτέμβριο 1998 είχε διαπιστωθεί η πλήρης ανικανότης της ενάγουσας Χ2 προς εργασία.

Εξάλλου την πλήρη ανικανότητά της προς εργασία για το χρονικό διάστημα από 14-7-1998 μέχρι 20-1-2000 και τη σοβαρότητα του τραυματισμού της είχε ισχυρισθεί η ενάγουσα με την από 20-1-2000 προγενέστερη αγωγής της. Με βάση τα παραπάνω οι επίδικες αξιώσεις των εναγουσών γεννήθηκαν στις 14-7-1998, οπότε έλαβε χώρα η προκείμενη αδικοπραξία και εκδηλώθηκε ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξεως για την όλη ζημιά που αποτελεί ενιαία απαίτηση και δεν αναγεννάται εξακολουθητικώς για τη μέλλουσα ζημιά, εφόσον έκτοτε οι αξιώσεις αυτές ήταν δικαστικώς επιδιώξιμες και προβλεπτές κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αφού το ότι ήταν ανίκανη προς εργασία η παθούσα ενάγουσα ήταν γνωστό και δεν είχε σημασία, κατά τα ανωτέρω η ακριβής έκταση της ζημιάς".

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την αγωγή τους κατά παραδοχή της ένστασης των εναγομένων, ότι οι επίδικες αξιώσεις ήταν προβλεπτές και είχαν υποκύψει στη διετή (άρθρο 19 Ν 489/1976) και την πενταετή (937 ΑΚ) παραγραφή.

Με αυτά δε που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού δέχεται ότι η ζημία της παθούσας ήταν κατά τα ιατρικά δεδομένα προβλεπτή εξαρχής, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα και όσα αναφέρονται στο μοναδικό λόγο αναίρεσης, με τον οποίο κατ' εκτίμηση προσάπτονται μόνο οι πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών.

Ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, που χάνουν τη δίκη, στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2009 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία Allianz Suisse Versicherungs κλπ για αναίρεση της 5816/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ