Supreme Court dismisses appeal against appealable court decision regarding unspecified damages claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment. The appellant sought unspecified damages and moral compensation based on an illegal eviction, arguing the lower court ignored specific evidence of accelerated enforcement. The court ruled that the lower court had already considered all relevant documents and that the claim for unspecified damages was inadmissible because the specific factual circumstances required to prove future loss were absent from the original complaint.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 § 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment on unspecified damages is inadmissible if the specific factual circumstances necessary to substantiate the claim were not included in the original complaint, rendering the appeal unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 935 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 935/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ... και 3. Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Σπανού, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουνίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:7217/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5991/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Μαρτίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 270/2-3-2007 αιτήσεως για αναίρεση της 5991/27-7-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Mε την κρινόμενη 270/2-3-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5991/27-7-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 87623/10-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του (α) αποθετικής ζημίας και (β) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσες από την αποδιδόμενη στους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους άδικη και υπαίτια πράξη, συνιστάμενη στην παρά το νόμο επίσπευση από τους τελευταίους σε βάρος του αναγκαστικής εκτελέσεως, λόγο για τον οποίο στη συνέχεια αμετάκλητα ακυρώθηκε.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 7217/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή αξιολογήθηκε ως αόριστη κατά τη με στοιχ. (α) αξίωση και κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά τη με στοιχ. (β) απαίτησή του, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 2017/3-3-2006 έφεση του ενάγοντος, η 5591/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής, με βάση τις αυτές αιτιολογίες, κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε, αναφορικά με τη με στοιχ. (β) αξίωση, στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. "Με το από 25-4-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό, που φέρει βέβαιη χρονολογία, ο ΑΑ, ως κύριος ενός ισογείου καταστήματος, επιφάνειας 120 τμ, που βρίσκεται στην .., στην οδό ...
αρ. ..., εκμίσθωσε αυτό στον ενάγοντα ΒΒ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως χώρος λειτουργίας επιχείρησης καφέ- μπαρ και τυχηρών παιγνίων. Στις 24-2-1993, δηλαδή πριν την κατάρτιση της μίσθωσης, είχε επιβληθεί στο μίσθιο ακίνητο αναγκαστική κατάσχεση από το δανειστή του εκμισθωτή ΓΓ για ποσό 5.654.100 δρχ και ακολούθησε αναγκαστικός πλειστηριασμός αυτού, κατά τον οποίο αναδείχτηκαν υπερθεματιστές οι εναγόμενοι Ψ1, Ψ2 και Ψ3.
Υπέρ των τελευταίων εκδόθηκε από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού Ν. Στασινόπουλο, συμβολαιογράφο Αθηνών, η ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών στις 29-7-1994 στον τόμο ... με αριθμό ... . Οι εναγόμενοι στις 12-9-1994 κοινοποίησαν στον ενάγοντα την από 9-9-1994 εξώδικη δήλωση τους, με την οποία του γνωστοποιούσαν ότι αυτοί είναι πλέον κύριοι του καταστήματος και ότι καταγγέλουν τη μίσθωση, συγχρόνως δε του επέδωσαν αντίγραφο της ανωτέρω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και του πιστοποιητικού μεταγραφής αυτής.
Ο εναγόμενος, παρότι έλαβε γνώση των ανωτέρω εγγράφων, αφού τα παρέλαβε ο ίδιος, αρνήθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες μισθώματα, και μόνο στις 25-5-1995 τους κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 1994 και ένα μέρος του μισθώματος Ιανουαρίου 1995. Στις 4-1-1995 οι εναγόμενοι του κοινοποίησαν αντίγραφο εξ απογράφου της άνω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης με επιταγή να τους παραδώσει το μίσθιο ακίνητο.
Κατά της επιταγής αυτής ο ενάγων άσκησε την από 10-1-1995 ανακοπή με την οποία ζητούσε την ακύρωση της επιταγής. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 5865/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 958 παρ 1 και 997 ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατάσχοντας και των αναγγελθέντων δανειστών η διάθεση του κατασχόντος από τον οφειλέτη, δέχτηκε ότι στην έννοια της διάθεσης που απαγορεύεται μετά την κατάσχεση, υπάγεται και η μίσθωση, παραθέτοντας μάλιστα σχετική νομολογία και θεωρία, και απέρριψε την ανακοπή με την αιτιολογία ότι η ένδικη μίσθωση είναι άκυρη έναντι των υπερθεματιστών- καθών η ανακοπή, αφού καταρτίστηκε στις 25-4-1993 δηλαδή μετά τις 24-2-1993 που είχε επιβληθεί η κατάσχεση, δεχθείσα ότι οι υπερθεματιστές (εναγόμενοι στην παρούσα δίκη) με εκτελεστό τίτλο την παραπάνω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης (άρθρο 1005 παρ.1, 2 ΚΠολΔ) μπορούν να προχωρήσουν σε αναγκαστική εκτέλεση κατά του ανακόπτοντος (ενάγοντος στην παρούσα δίκη), χωρίς να χρειάζονται για την αποβολή άλλο τίτλο από την περίληψη αυτή.
Επίσης ο ενάγων με την από 12-1- 1995 αίτησή του ζήτησε αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της άνω ανακοπής, επί της οποίας εκδόθηκε η 10310/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την απέρριψε ως απαράδεκτη. Οι εναγόμενοι, επειδή ο ενάγων εξακολουθούσε να μην τους καταβάλει μισθώματα, στις 14-3-1996 επέδωσαν και πάλι στον ενάγοντα αντίγραφο εξ απογράφου της ανωτέρω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης με επιταγή προς παράδοση του μισθίου, κατά της οποίας (επιταγής) ο τελευταίος άσκησε την από 8-4- 1996 ανακοπή του, η οποία απορρίφθηκε με την 8415/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την ίδια αιτιολογία της παραπάνω αναφερόμενης απόφασης που εκδόθηκε επί της πρώτης ανακοπής.
Κατόπιν των ανωτέρω, αλλά και της εμμονής του ενάγοντος στη μη καταβολή μισθωμάτων, ύστερα από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγομένων, ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Πειραιά ... με εκτελεστό τίτλο την ανωτέρω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης τον απέβαλε από το μίσθιο και εγκατέστησε σ' αυτό τους εναγομένους, συντάξας την ...
έκθεση βίαιης αποβολής. Ο ενάγων με την από 15-7-1996 ανακοπή του ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 17-6- 1996 εντολής για εκτέλεση και της παραπάνω έκθεσης βίαιης αποβολής. Επί της τρίτης ανακοπής εκδόθηκε η 5785/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον για πρώτη φορά προβληθέντα από τον ενάγοντα ισχυρισμό ότι η ένδικη μίσθωση καταρτίστηκε στις 25-1- 1993, έκρινε ότι η ένδικη μίσθωση είναι έγκυρη, αφού καταρτίστηκε πριν την κατάσχεση (24-2-1993), ότι οι εναγόμενοι έχουν υπεισέλθει ως εκμισθωτές στη μίσθωση, δέχτηκε εν μέρει την ανακοπή και αναγνώρισε την· ακυρότητα τόσο της από 17-6-1996 εντολής, όσο και της 204/17-6-1996 έκθεση βίαιης αποβολής του πιο πάνω δικαστικού επιμελητή.
Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν την από 30-1-1998 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 2930/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία δέχτηκε την έφεση εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε κατ' ουσίαν την ανακοπή, δεχθείσα ότι και οι αποφάσεις που είχαν εκδοθεί επί των δύο προηγούμενων ανακοπών.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 22-5-2000 αίτηση του και τους από 12-2-2001 πρόσθετους λόγους αυτής περί αναιρέσεως της άνω απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Με την 1230/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκαν οι λόγοι αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι που προέβαλε ο ενάγων, πλην όμως, κατ αποδοχή της πρότασης του Εισηγητή, σύμφωνα με τα άρθρα 562 παρ. 2, 4 ΚΠολΔ, αναίρεσε την παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και την παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο.
Ειδικότερα το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου δέχτηκε, επικαλούμενο την 41/1996 απόφαση της ολομέλειας του Αρείου Πάγου τα ακόλουθα: " Στη διάταξη του άρθρου 997 παρ 1 ΚΠολΔ ορίζονται : "Απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και υπέρ των δανειστών που αναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχημένου από τον οφειλέτη".
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τα άρθρα 574, 575 και 599 ΑΚ, συνάγεται ότι στη διάθεση δεν υπάγεται και η εκμίσθωση του πράγματος εκ του λόγου ότι συνεπάγεται δυσμενείς συνέπειες γι αυτόν που επέβαλε την κατάσχεση, τον υπερθεματιστή και αυτούς που αναγγέλθηκαν, καθόσον πρόκειται για υποσχετική δικαιοπραξία, η οποία δεν συνεπάγεται άμεση μεταβίβαση ή κατάλυση του δικαιώματος.
Η λύση αυτή προσήκει και μετά τη με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ 22 του ν. 2298/1995 προσθήκη στην παράγραφο 1 του άρθρου 997 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 41/1996). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1009 εδ α ΚΠολΔ και 914 εδ α ΑΚ, οι οποίες κατ' άρθρο 29 του ν. 813/1978 εφαρμόζονται και επί εμπορικών μισθώσεων προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού μισθίου ακινήτου και μεταβιβάσεως συνεπεία του πλειστηριασμού της κυριότητας στον υπερθεματιστή, ο τελευταίος από της κατά τα άρθρα 1192 περ β και 1198 ΑΚ μεταγραφής της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, υπεισέρχεται αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθώσεως.
Σύμφωνα με τα πιο πάνω εάν εκμισθωθεί πράγμα μετά την κατάσχεση η εκμίσθωση δεν είναι άκυρη και αν πρόκειται για ακίνητο μίσθιο, που υπάγεται στο καθεστώς του ΠΔ 34/1995 "εμπορικές μισθώσεις" και ακολουθήσει πλειστηριασμός, ο υπερθεματιστής υπεισέρχεται στη μίσθωση και έχει τα δικαιώματα που ορίζονται στο άρθρο 997 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την προσθήκη με το άρθρο 4 παρ 22 του ν. 2298/1995".
Ακολούθως εκδόθηκε η 6110/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αφού αναγνώρισε την ακυρότητα της ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης, απέρριψε την από 30-1-1998 έφεση κατά της 5785/1997 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες αυτής. Αφού η 6110/2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου έγινε αμετάκλητη ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αγωγή του, με την οποία ζητεί όσα παραπάνω αναφέρονται.
Από όσα αποδείχθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι στις 17-6-1996 που οι εναγόμενοι απέβαλαν τον ενάγοντα από το μίσθιο, είναι δε ο κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο εξετάζεται η συνδρομή της υπαιτιότητας τους, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αυτοί δεν είχαν καμία υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια), καθόσον καλόπιστα πίστευαν, ως μέσοι συνετοί και ενσυνείδητοι άνθρωποι, ότι η μίσθωση ήταν άκυρη ως καταρτισθείσα μετά την επιβολή της κατάσχεσης και ως εκ τούτου μπορούσαν να επισπεύσουν την εκτέλεση με εκτελεστό τίτλο την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, όπως είχε αποφανθεί και το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 5865/1995 απόφαση του, που απέρριπτε την πρώτη ανακοπή, το περιεχόμενο της οποίας (απόφασης) είχαν λάβει γνώση. Η πεποίθηση τους αυτή εδραιώθηκε περαιτέρω μετά την απόρριψη της δεύτερης ανακοπής με την έκδοση της 8415/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 30-8-1996, λίγο μετά την αποβολή αλλά και την έκδοση της πρώτης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (2930/1999) που αποφάσισε τα ίδια. Η απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε διαφορετικά υιοθέτησε πρόταση του εισηγητή και όχι ισχυρισμό τον ενάγοντα.
Συνεπώς οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι η υπαιτιότητα των εναγομένων θεμελιώνεται στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι ενέμειναν στην κατάσταση αυτή (εννοείται αποβολή από το μίσθιο) και μετά την έκδοση της 41/1996 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, (η οποία αναφέρει όσα και η 1230/2001 απόφαση του ΑΠ), καίτοι φωτοτυπία του περιοδικού ΝΟΒ, στο οποίο είχε δημοσιευθεί η απόφαση προσκόμιζε κατά τις συζητήσεις στα Δικαστήρια κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον αποδείχτηκε ότι η άνω απόφαση του Αρείου Πάγου δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ το έτος 1997, (βλ.
φωτοτυπία της άνω απόφασης δημοσιευμένης στην ΕΛΛΔ 38 (1997) σελ 46, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων), δηλαδή μετά τις 17-6- 1996 που έλαβε χώρα η αποβολή και κρίνεται η υπαιτιότητα των εναγομένων, ανεξάρτητα από το ότι κρίνεται ότι το περιεχόμενο αυτής δεν γνώριζαν οι εναγόμενοι αλλά ούτε και ο ίδιος ενάγων, ούτε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, καθόσον αν οι τελευταίοι το γνώριζαν θα υπέβαλλαν τον σχετικό ωφέλιμο γι' αυτούς ισχυρισμό, ότι δηλαδή στην έννοια της απαγόρευσης της διάθεσης δεν υπάγεται η μίσθωση.
Αφού, λοιπόν δεν συνέτρεχε υπαιτιότητα των εναγομένων κατά το χρόνο εκτέλεσης, ο ενάγων δεν έχει δικαίωμα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γι αυτό πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση έφεσης".
Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, του εφαρμόσθηκε, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ' αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση ή απορριφθούν στην δίκη περί την εκτέλεση, ως μη αποδεικνυόμενοι αμέσως κατά το άρθρο 933 παρ.4 ΚΠολΔ, οι θεμελιωτικοί της ανακοπής ισχυρισμοί (Β' Ολ ΑΠ 49/2005), ο καθού η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση που επήλθε από την εκτέλεση, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 932 ΑΚ.
Από τις διατάξεις των εν λόγω άρθρων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι όποιος με πράξη ή παράλειψη, παράνομη και υπαίτια, δηλαδή από δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, ή από αμέλεια, προξενήσει σε άλλον, κατ' αιτιώδη συνάφεια, περιουσιακή ζημία ή βλάβη, έχει υποχρέωση να του αποκαταστήσει, κατ' αρχήν με χρήμα, τη ζημία, θετική ή αποθετική, ή να του παράσχει ενδεχομένως, και συγκεκριμένα αν το δικαστήριο το κρίνει επιβεβλημένο, εύλογη, κατά την κρίση του δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση.
Η επιζήμια ή επιβλαβής πράξη είναι παράνομη, αν ο νόμος την απαγορεύει ή την αποδοκιμάζει, κατά δε την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι.
Αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Στις διαλαμβανόμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται ανέλεγκτα δεκτό, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι κατά τον κρίσιμο χρόνο της αποβολής του αναιρεσείοντος από το μίσθιο ακίνητο με εκτελεστό τίτλο την 34293/1994 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως (17-6-1996), κατά τη συνταχθείσα προς τούτο 204/17-6-1996 έκθεση βιαίας αποβολής, καλόπιστα πίστευαν, ως μέσοι συνετοί και ευσυνείδητοι άνθρωποι, ότι η μίσθωση ήταν άκυρη, ως καταρτισθείσα μετά την επιβολή της κατασχέσεως, και ως εκ τούτου μπορούσαν να επισπεύσουν την εν λόγω εκτέλεση, όπως κατ' επανάληψη αποφάνθηκαν τα δικαστήρια της ουσίας με τις σημειούμενες αποφάσεις τους, χωρίς να γνωρίζουν την επελθούσα με την 41/1996 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, μεταβολή της νομολογίας, που δημοσιεύθηκε στα νομικά περιοδικά στη συνέχεια κατά το έτος 1997, αντίθετο αγωγικό ισχυρισμό στον οποίο κύρια θεμελιώνοντο οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος, με ικανό υπέρ της παραδοχής της αυτής επιχείρημα ότι και ο τελευταίος και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αγνοούσαν τούτο, που παρέλειψαν να προτείνουν τον ωφέλιμο γι' αυτούς ισχυρισμό για εγκυρότητα της μισθώσεως που συνομολογήθηκε μετά την κατάσχεση, με την παράλληλη επισήμανση ότι με την 1230/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκαν οι λόγοι αναιρέσεως, που προέβαλε ο ήδη αναιρεσείων κατά της 2930/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε τελικά κατ' αποδοχή της προτάσεως του Εισηγητή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 παρ. 2,4 ΚΠολΔ, με επίκληση της 41/1996 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 940 παρ.3 ΚΠολΔ, 914, 297, 298, 299, 330, 932 ΑΚ κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη υπαιτιότητας των αναιρεσίβλητων αναφορικά με το παράνομο της, με επίσπευσή τους, αναγκαστικής σε βάρος του αναιρεσείοντος εκτελέσεως και επομένως για την κατ' ουσίαν απόρριψη της με στοιχ. (β) αξιώσεώς του.
Κατά συνέπεια ο δεύτερος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, ελέγχεται ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1573/2006), προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτήν την επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 105/2005).
Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ότι προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι τα οφειλόμενα μισθώματα κατέβαλε στον αρχικό εκμισθωτή και της υπάρξεως σφοδρής αντιδικίας μεταξύ αυτού και των αναιρεσίβλητων επικαλέσθηκε και προσκόμισε (α) φωτοτυπικό αντίγραφο της από 6/12/1999 αίτησης αναψηλάφησης του ΑΑ κατά των ΓΓ, των τώρα αντιδίκων του, του Ελληνικού Δημοσίου και της υπ' αριθμ. 244/96 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, (β) φωτοτυπικό αντίγραφο της από 24/3/1997 εισηγητικής Έκθεσης του Αρεοπαγίτη Θεοδώρου Πρασουλίδη, (γ) φωτοτυπικό αντίγραφο της από 29/6/1994 γνωστοποίησης προσωρινής διαταγής του ΑΑ προς τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο συμ/φο Αθηνών Νικόλαο Στασινόπουλο, στην οποία ενσωματώνεται και η από 10/6/1994 αίτηση της τότε Τράπεζας Πίστεως, (δ) φωτοτυπικό αντίγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, (ε) φωτοτυπικό αντίγραφο της υπ' αριθμ. 7/1998 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και (στ) την υπ' αριθμ. 66106/2003 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο δημοσίευσης στις 29-3-2004, έγγραφα τα οποία δεν έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχθείσα ότι οι αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν την σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση λόγω μη καταβολής εις εκείνους των μισθωμάτων.
Προφανές είναι ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη υπαιτιότητας των αναιρεσίβλητων, σε κάθε δε περίπτωση από την παραδοχή της ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε τα μισθώματα στους αναιρεσίβλητους παρά τις προς τούτο οχλήσεις τους, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα εν λόγω έγγραφα.
Επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος. Τέλος το γεγονός ότι δεν πλήττεται επιτυχώς η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως για έλλειψη υπαιτιότητος των αναιρεσίβλητων, προϋπόθεση για τη με στοιχ. (α) αξίωση του αναιρεσείοντος αποθετικής ζημίας με τη μορφή των διαφυγόντων κερδών από την μη εκμετάλλευση του μίσθιου καταστήματος λόγω της παράνομης εξ' αυτού αποβολής του με την ακυρωθείσα αναγκαστική εκτέλεση, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του απομένοντος προς έρευνα πρώτου λόγου, με τον οποίο προβάλλονται, κατά επικουρική σειρά, οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1, 14, 8 ΚΠολΔ κατά του αντίστοιχου κεφαλαίου και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία η εν λόγω με στοιχ. (α) αξίωσή του αξιολογήθηκε ως αόριστη, εφόσον πράγματι, σε κάθε περίπτωση, δεν περιελαμβάνοντο στο δικόγραφο της αγωγής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή του, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία και θα καταστήσουν δυνατή στον δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επελεύσεως της ζημίας, στοιχεία αναγκαία για το ορισμένο κατά τα άρθρα 298 ΑΚ, 216 παρ.1 ΚΠολΔ κατά τούτο της αγωγής.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 270/2-3-2007 αίτηση για αναίρεση της 5991/27-7-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ