Legislator Case Law & Legislation
935/2006 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against auction order due to omission of prior public debt claim.

Case Number 935/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal filed by the bank and hotel company against the Second Instance Court's auction decision. The appellant, a private individual, argued that the court failed to consider a prior public debt claim exceeding the total auction proceeds. The court found this omission constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, rendering the investigation of other appeal grounds moot.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must examine all relevant claims prior to enforcement; failure to consider a prior public debt claim exceeding the auction value constitutes a ground for partial annulment and remittal.

Keywords

AI generated
procedural omission public debt claim auction proceedings partial annulment remittal to court enforcement execution civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 935 / 2006 (Ζ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 935/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Νικόλαο Οικονομίδη, Στέφανο Γαβρά και Αθανάσιο Γιωτάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2004, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών-αναιρεσιβλήτων: 1)Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Χαρούλας Απαλαγάκης και 2)Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Λ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" πρώην "THREE S'ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΩΝ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ" που εδρεύει στον Δήμο Ιαλυσού Ρόδου, εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρο της Γεωργίου Νικολόπουλου.

Του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε ως αναιρεσίβλητος με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τζωρτζάκη και ως αναιρεσείων τόσο με τον προηγούμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του όσο και με τον επίσης πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεραφείμ Αναστασάκο.

Της αναιρεσίβλητης Μ. Π. Γ. Συμβολαιογράφου Ρόδου που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-4-2001 και 23-5-2001 ανακοπές και τους από 15-5-2001 προσθέτους λόγους του ήδη αναιρεσιβλήτου- αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 295/2003 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν α)οι αναιρεσείουσες-αναιρεσίβλητες με την από 9-1-2004 αίτησή τους και β)ο αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος με την από 22-3-2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που καθεμία τους εκφωνήθηκε από το πινάκιο πλην της από τις αναιρεσίβλητες με την από 22 Μαρτίου 2004 αίτηση αναίρεσης Μ. Π.-Γ., οι λοιποί διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Κασσαβέτης ανέγνωσε τις από 27 Σεπτεμβρίου 2004 δύο εκθέσεις του και εισηγήθηκε α)με την επί της από 9 Ιανουαρίου 2004 αίτησης αναίρεσης μία από τις εκθέσεις αυτές την παραδοχή της αίτησης αυτής ως προς το μέρος της που προσδιορίζεται στην ίδια έκθεση και β) με την επί της από 22 Μαρτίου 2004 αίτησης αναίρεσης άλλη από τις ανωτέρω εκθέσεις την απόρριψη της αίτησης αυτής.

Οι πληρεξούσιοι των ανωτέρω αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης του διαδίκου για τον οποίο παρέστη καθένας απ' αυτούς και οι πληρεξούσιοι των παραστάντων από τους αναιρεσιβλήτους, την απόρριψη της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω καθένας από τους παραστάντες διαδίκους ζήτησε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά του έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση από (α) 9 Ιανουαρίου 2004 και (β) 22 Μαρτίου 2004 και, αντίστοιχα, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3/2004 και 16/2004 μερικά αντίθετες και, κατά συνέπεια, συναφείς αιτήσεις αναίρεσης της υπ' αριθμ. 295/2003 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 Κ.Πολ.Δ., που, κατ' αυτή του άρθρου 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της προκειμένης δίκης, συνεκδικαστέες γιατί έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης αυτής.

(Α) Επί της από 22 Μαρτίου 2004 αίτησης, που, ως ασκηθείσα από το διάδικο της δευτεροβάθμιας δίκης Ε. Σ. του Σ., επί της ανακοπής του οποίου έκρινε τελικά η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι, από τη φύση της αυτή, κατά πρώτον ερευνητέα.

Ι. Από την υπ' αριθ. 1524/20 Απριλίου 2004 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου Χρυσόστομου Σ. Κ. αποδεικνύεται ότι κλήση, που νόμιμα, κατ' άρθρο 568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., έχει γραφεί κάτω από αντίγραφο του κατατεθημένου δικογράφου της υπό κρίση από 22 Μαρτίου 2004 αναίρεσης κατά της ανωτέρω απόφασης και αφορούσε την παράσταση της τρίτης από τους με την αναίρεση αυτή αναιρεσίβλητους Μ. Π. - Γ. κατά την ανωτέρω νόμιμα ορισμένη δικάσιμο της ίδιας αναίρεσης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε αυτή. Όμως, όπως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού η σημειωθείσα αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά την παραπάνω δικάσιμο. Επομένως παραδεκτά, ενόψει και της ρύθμισης του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., διεξήχθη κατά τη σημειωθείσα δικάσιμο η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης, παρά την κατ' αυτή απουσία της τρίτης από τις με την αναίρεση αυτή αναιρεσίβλητες

ΙΙ. Η υπό κρίση αναίρεση ως προς το μέρος της που στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, γιατί, ενόψει της, κατ' άρθρο 993 Κ.Πολ.Δ., μη παθητικής νομιμοποίησης του υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού σε σχέση με την από την ανωτέρω διάταξη ανακοπή, επί της οποίας, (ανακοπής), έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση μόνη η ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή επικαλούμενη ιδιότητά της ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού δεν ήταν, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αρκετή για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης και ως προς το μέρος της που στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης.

ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 4β ν. 2789/2000 ορίσθηκε ως προς τις προσδιοριζόμενες σε αυτή απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε και να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει μέχρις, όπως, κατά παράταση της αρχικής προθεσμίας, ορίσθηκε με τη διάταξη του άρθρου 47 ν. 2873/2000, την 31η Μαρτίου 2001.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η με αυτή επιβαλλόμενη απαγόρευση και η συνακόλουθη αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης συνεπάγονται την ακυρότητα της μετά απ' αυτή επιχειρηθείσης πράξης εκτέλεσης, γιατί η απαγορευτική διατύπωση του νόμου αυτού είναι ισοδύναμη με την, κατ' άρθρο 159 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ρητή απειλή ακυρότητας.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 2 ν. 2912/2001 (ΦΕΚ : Α 94/9-5-2001) προκύπτει ότι η ανωτέρω προθεσμία παρατάθηκε από την 31η Μαρτίου 2001 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001. Μόνη η παράταση αυτή ως προς το μέρος που είναι αναδρομική, δηλαδή αυτό που αφορά το χρονικό διάστημα από την 1η Απριλίου 2001 μέχρι την 8η Μαΐου 2001 δεν επιδρά στο κύρος της συνταχθείσης κατ' αυτό έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

Η αντίθετη εκδοχή θα συνιστούσε προσβολή της προστατευόμενης από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει υπερνομοθετική ισχύ, περιουσίας του αναδειχθέντος υπερθεματιστή κατά τον αναγκαστικό πλειστηριασμό που έχει διεξαχθεί κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα.

Εξάλλου η μη εμπρόθεσμη κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 934 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ., δηλαδή μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης προσβολή της κατασχετήριας έκθεσης ή άλλης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης που έγινε κατά τη μέχρι την 31η Μαρτίου 2001 αναστολή ως προς το πιστωτικό ίδρυμα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν επιδρά ενόψει της ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 151 Κ.Πολ.Δ., στο κύρος της τελευταίας πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης που έγινε σε χρόνο που δεν ίσχυε η σημειωθείσα αναστολή της ανωτέρω διαδικασίας, δηλαδή σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί από την 1η Απριλίου 2001 μέχρι την 8η Μαΐου 2001.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη ο δεύτερος λόγος της από 26 Απριλίου 2001 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 231/2001 ανακοπής από τη διάταξη του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. που ο με την υπό κρίση αναίρεση αναιρεσείων -καθού η εκτέλεση Ε. Σ. του Σ. άσκησε κατά των δύο πρώτων από τους με την αναίρεση αυτή αναιρεσιβλήτων, αφού το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα ως προς το περιεχόμενο του λόγου αυτού και τις αιτίες της απόρριψής του :

Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του αναιρεσείοντος επισπεύθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη τράπεζα παρά την από το ν. 2789/2000 απαγόρευσή της, που παρατάθηκε αρχικά μέχρι την 31 Μαρτίου 2001 και στη συνέχεια μέχρι την 31 η Δεκεμβρίου 2001, ως εκ τούτου δε η εκδοθείσα μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα της αναστολής της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ανακοπτόμενη 882/24-1-2001 Θ' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης είναι άκυρη και, κατά συνέπεια, άκυρος είναι και ο διενεργηθείς την 18 Απριλίου 2001 με βάση την περίληψη αυτή πλειστηριασμός.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής του αναιρεσείοντος κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση απορριπτέος, ως απαράδεκτος και δη ως εκπρόθεσμος, γιατί η ανακοπή ασκήθηκε μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, δηλαδή, μετά την πάροδο της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 β Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι "ισχυροποιουμένης της πράξης αυτής της εκτελεστικής διαδικασίας καθίσταται απρόσβλητος από την αιτία αυτή και ο διενεργηθεις την 18-4-2001 πλειστηριασμός, μη αυτοτελώς, εξάλλου προσβαλλόμενος, αλλά ως γενόμενος με βάση την ως άνω ως άκυρη προσβληθείσα περίληψη κατασχετήριας έκθεσης.

Άλλωστε ναι μεν ο χρόνος αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας που είχε παραταθεί με το αρ. 47 παρ. 1 και 2 ν. 2873/200 μέχρι την 31-3-2000 με το αρ. 42 ν. 2912/2001 που άρχισε.... να ισχύει, κατ' άρ. 43 αυτού από τη δημοσίευσή του, την 9-5-2001, (ΦΕΚ 94/9-5-2001 τ/Α), παρατάθηκε μέχρι 31-12-2001 πλην όμως κατά το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού την 18-4-2001 δεν υπήρχε ρητή απαγόρευση διενεργείας πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της αιτιολογίας αυτής τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 4 β ν. 2789/2000 και για την αιτία αυτή το μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, με το οποίο για την απόρριψη του δεύτερου λόγου της ανακοπής του αναιρεσείοντος διατυπώνονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ.

είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο.

IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 281 Α.Κ. συνάγεται ότι λόγο της από τη διάταξη του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ. ανακοπής μπορεί να αποτελέσει και η επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή η ανωτέρω ανακοπή πρέπει, κατ' άρθρο 934 παρ. 1 περ. β' Κ.Πολ.Δ., να ασκείται μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης. Επομένως και ενόψει του ότι η ανωτέρω ανακοπή του αναιρεσείοντος ασκήθηκε μετά την τελευταία πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης ορθά, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, απερρίφθη ο από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

λόγος της ανακοπής του αναιρεσείοντος με τον οποίο αυτός, κατ' εκτίμηση του επικαλούμενου με την αναίρεση περιεχομένου του, ισχυρίσθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά κατάχρηση δικαιώματος επέσπευσε για τη 18-4-2001 τον πλειστηριασμό των ακινήτων του. Για την αιτία αυτή το μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, με το οποίο για την απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση του πέμπτου λόγου της ανακοπής προσάπτεται κατ' αυτής αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο. Περαιτέρω ενόψει τόσο της απόρριψης του ανωτέρω λόγου της ανακοπής του αναιρεσείοντος όσο και της επικαλούμενης αιτίας απόρριψής του τα μέρη του πρώτου λόγου της αναίρεσης με τα οποία ως προς τον ίδιο λόγο της ανακοπής προσάπτονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.

είναι απορριπτέα ως αβάσιμα και ειδικότερα το δεύτερο από τα μέρη αυτά, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τέλος το επίσης ως προς την, κατά τον αναιρεσείοντα, απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νομίμου του ίδιου λόγου της ανακοπής του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. άλλο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης είναι απορριπτέο, ως απαράδεκτο, γιατί δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση η αναγόμενη στις προϋποθέσεις του αναιρετικού αυτού λόγου ουσιαστική ως προς τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής κρίση του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη με αυτόν απόφαση.

Ο δεύτερος, (τελευταίος) λόγος της αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί με αυτόν, πλήττεται η αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και, σύστοιχα με τη ρύθμιση της παραπάνω διάταξης, αναιρετικά ανέλεγκτη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την οποία ο κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 1001 Κ.Πολ.Δ. ενιαίος πλειστηριασμός περισσοτέρων ακινήτων του αναιρεσείοντος επέφερε σε αυτόν βλάβη που αφορά μόνο τον πλειστηριασμό των λοιπών πλην του πρώτου από τα ακίνητα αυτά.

(Β) Επί της από 9 Ιανουαρίου 2004 αίτησης αναίρεσης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι με αυτή κρίθηκε μερικά βάσιμος ο τρίτος λόγος της ανακοπής, που ασκήθηκε, όπως έχει εκτεθεί, από τον Ε. Σ. του Σ. δηλαδή τον με την υπό κρίση αναίρεση αναιρεσίβλητο. Με τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής αυτής διατυπώθηκε ως προς τη συνταγείσα από τη συμβολαιογράφο Ρόδου Μ.

Π. - Γ. υπ' αριθ. 22568/18-4-2001 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης των προσδιοριζομένων στην ίδια έκθεση ακινήτων του αναιρεσίβλητου αιτίαση από, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της ίδιας ανακοπής, τη διάταξη του άρθρου 1001 παρ 2 Κ.Πολ.Δ.. Αυτή όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της επιβάλλει (α) το χωριστό κατά την ίδια ημέρα πλειστηριασμό ακινήτων που κατασχέθηκαν με την ίδια έκθεση και (β) την παύση του πλειστηριασμού των λοιπών ακινήτων μόλις καλυφθεί με το πλειστηρίασμα των ακινήτων που κατακυρώθηκαν το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, των δανειστών που ανήγγειλαν εκκαθαρισμένες απαιτήσεις τους κατά του καθού η εκτέλεση και των εξόδων της εκτέλεσης.

Στην εκτεθείσα ως προς τον τρίτο λόγο της ανακοπής κρίση οδηγήθηκε το Εφετείο, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι (α) πλειστηριάσθηκαν την ίδια ημέρα και με την ίδια έκθεση ενιαία περισσότερα ακίνητα του με την υπό κρίση αναίρεση αναιρεσίβλητου Ε. Σ. του Σ., που βρίσκονται στην ίδια περιφέρεια και ήταν πολλαπλάσιας αξίας από την απαίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας "(καλυπτόμενη από την πλειστηρίαση και κατακύρωση του α' ακινήτου)" (β) από την "έκθεση πλειστηριασμού προκύπτει ότι ουδείς άλλος δανειστής είχε αναγγελθεί" και (γ) συντρέχει από τον, κατά τον ανωτέρω τρόπο πλειστηριασμό των ακινήτων του αναιρεσίβλητου -ανακόπτοντος, περίπτωση βλάβης του.

Όμως, παρά την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση περί της λήψης υπόψη από το Εφετείο και όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν σε αυτό, από τις ανωτέρω παραδοχές του και ειδικότερα τη δεύτερη καταλείπονται αμφιβολίες ως προς το αν αυτό για την κατάρτιση του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματός του ως προς τον από τη σημειωθείσα διάταξη τρίτο λόγο της ανακοπής του αναιρεσίβλητου έλαβε υπόψη τα προσδιοριζόμενα στον πρώτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης έγγραφα.

Αυτά (α) όπως προκύπτει από τις υποβληθείσες στο Εφετείο από τις με την υπό κρίση αναίρεση αναιρεσείουσες -καθών η ανακοπή- προτάσεις τα επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείουσες -καθών η ανακοπή (με τις στις ίδιες προτάσεις διακρίσεις) για την απόρριψη του ανωτέρω λόγου της ανακοπής και (β) αποτελούν αναγγελίες πριν από τον ανωτέρω αναγκαστικό πλειστηριασμό δανειστών του με την υπό κρίση αναίρεση αναιρεσίβλητου -ανακόπτοντος.

Από αυτές μόνη η επικληθείσα από 14 Φεβρουαρίου 2000, δηλαδή προγενέστερη από τον αναγκαστικό πλειστηριασμό, αναγγελία του Ελληνικού Δημοσίου αφορά, (κατά τη σχετική επίκληση), απαίτηση ποσού 1.595.594.232 δραχ. δηλαδή μεγαλύτερο από το κατά την προσβαλλόμενη απόφαση άθροισμα των πλειστηριασμάτων των ακινήτων του αναιρεσίβλητου που πλειστηριάσθηκαν, αφού αυτό, κατά την ίδια απόφαση, ανήλθε στο ποσό των 431.004.000 δραχ..

Συνακόλουθα με τα ανωτέρω ο πρώτος λόγος της υπό κρίση από 9 Ιανουαρίου 2004 αναίρεσης, με τον οποίο για την εκτεθείσα παράλειψη του Εφετείου διατυπώνεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αντίστοιχη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. αιτίαση είναι βάσιμος με αποτέλεσμα να καθίσταται μάταια η έρευνα των λοιπών λόγων της ίδιας αναίρεσης.

Μετά από όσα έχουν εκτεθεί ως προς τις συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις πρέπει :(α) να απορριφθεί η ασκηθείσα από τον Ε. Σ. του Σ. από 22 Μαρτίου 2004 αναίρεση και (β) ενόψει του βάσιμου του ανωτέρω λόγου της από 9 Ιανουαρίου 2004 άλλης από τις συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος της, που, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου της ανακοπής του με την αναίρεση αυτή αναιρεσίβλητου Ε. Σ. του Σ. ακύρωσε (α) μερικά τη συνταγείσα από την παραπάνω συμβολαιογράφο σημειωθείσα έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και (β) τις σημειούμενες στην ίδια απόφαση μεταγενέστερες πράξεις. Στη συνέχεια πρέπει, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί η υπόθεση που αφορά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω απόφασης στο δυνάμενο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές Εφετείο Δωδεκανήσου για περαιτέρω απ' αυτό ως προς το ίδιο μέρος εκδίκασή της. Τέλος ο ηττώμενος αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων Ε. Σ. του Σ. πρέπει, κατ' άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ., να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα καθεμιάς από τις αντιδίκους του, που παρέστησαν κατά τη συζήτηση των ανωτέρω αναιρέσεων και μάλιστα, όπως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου καθεμιά τους αυτοτελώς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από (α) 9 Ιανουαρίου 2004 και (β) 22 Μαρτίου 2004 και, αντίστοιχα, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3/2004 και 16/2004 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 295/2003 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Απορρίπτει την ασκηθείσα από τον Ε. Σ. του Σ. από 22 Μαρτίου 2004 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 16/2004 δεύτερη από τις σημειούμενες στην προηγούμενη διάταξη αιτήσεις αναίρεσης.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 295/2003 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου ως προς το σε σχέση με τον κριθέντα βάσιμο λόγο της από 9 Ιανουαρίου 2004 συνεκδικαζόμενης αίτησης αναίρεσης ανωτέρω προσδιοριζόμενο μέρος της απόφασης αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση που αφορά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω απόφασης στο Εφετείο Δωδεκανήσου για περαιτέρω ως προς το ίδιο μέρος εκδίκασή της. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο - αναιρεσείοντα Ε. Σ. του Σ. στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών - αναιρεσιβλήτων οριζόμενα για καθεμιά απ' αυτές στο ποσό των χιλίων διακοσίων τριάντα πέντε, (1.235), ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2005.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ