Supreme Court dismisses appeal for failure to apply interpretation rules despite apparent ambiguity in property title. Appeal rejected as inadmissible and unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court failed to apply statutory interpretation rules due to ambiguity between the title deed and the cadastral map. The court rejected this claim, finding the First Instance Court had sufficiently reasoned its conclusion that the discrepancy resulted from a surveying error rather than an ambiguity requiring special interpretation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appeal based on the failure to apply interpretation rules is inadmissible if the lower court has already clearly and adequately reasoned that no ambiguity exists or that the discrepancy stems from a factual error rather than a legal uncertainty.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 934 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 934/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ζ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Λουκά Μόσχο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Του αναιρεσίβλητου Λ. Λ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Αλέξανδρο Βουκελάτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 158/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκύπτει ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί να αναιρεθεί, όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας παρά τη βεβαίωση του ότι η δήλωση της βουλήσεως είναι σαφής, καθώς και όταν εμμέσως αλλά σαφώς δέχεται την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς τη βούληση των δικαιοπρακτούντων ή κενού της δικαιοπραξίας και δεν καταφεύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, ακόμη και όταν βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια.
Οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν, κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνεται κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή μπορεί είτε να αναφέρεται ρητώς στην απόφαση, είτε να προκύπτει απ' αυτήν εμμέσως. Πότε το δικαστήριο δέχεται εμμέσως, αλλά σαφώς, ότι υπάρχει αμφιβολία ή κενό προκύπτει, ιδίως, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων έξω από τη σύμβαση ή στην άντληση επιχειρημάτων από το σκοπό της σύμβασης.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 (που άρχισε να ισχύει από την 1.1.2016) και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (28/4/2017), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων ο' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως όριζε ο νόμος, ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου, που κείται στη θέση "Ρ." της κτηματικής περιφέρειας Δημοτικής Ενότητας Πρέβεζας, φέρει κατά τον τίτλο κτήσης εμβαδόν 4.137,07 τ.μ., που αυτό, λόγω απαλλοτρίωσης τμήματος εμβαδού 130,80 τ.μ.
για ανάγκες της εθνικής οδού Πρέβεζας - Ηγουμενίτσας, ανέρχεται στα 4.003,27 τ.μ. όπως αποτυπώνεται υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 1 στο από Οκτώβριο 2008 συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Ι. Δ. Κ.. Συνορεύει βόρεια με εθνική οδό Πρέβεζας - Ηγουμενίτσας, νότια με αύλακα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Α.
Π., ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Λ. και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου. Το ως άνω αγροτεμάχιο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος δυνάμει του με αριθμό …/1995 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου … Μ. Π., νόμιμα μεταγεγραμμένου από τους αληθείς κυρίους Ε.
Λ. και Λ. Λ. (εναγόμενο). Το άνω ακίνητο, που είναι περιμετρικά περιφραγμένο και αποτυπώνεται υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 12, 1 στο από Σεπτέμβριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Π. Κ. του Β., αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού που συνοδεύει τη με αριθμό …/2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, φέρει πραγματική έκταση 3.800,11 τ.μ..
Η διαφορά δε της άνω πραγματικής και φερόμενης έκτασης των 4.003,27 τ.μ. όπως προσδιορίζεται η τελευταία στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, που ταυτίζεται (η διαφορά) με το εμβαδόν του επιδίκου και δη των 199,61 τ.μ. οφείλεται σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης σε λάθος υπολογισμό της εμβαδομέτρησης του ακινήτου του ενάγοντος στο από το έτος 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Δ.
Κ. Ν., που συνοδεύει τον τίτλο κτήσεως αυτού (με αριθμό …/1995 συμβόλαιο). Ακολούθως, το φερόμενο ως επίδικο τμήμα, που εμφαίνεται ως υπολοιπόμενο εμβαδόν στον τίτλο κτήσης, ουδέποτε αποτέλεσε τμήμα του μεγαλύτερου εμβαδού του ενάγοντος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω, μη μεταβιβαζομένου ούτω με τον άνω τίτλο κτήσης στον ενάγοντα.
Το ανωτέρω επιρρώνεται και από το γεγονός ότι το ακίνητο του ενάγοντος διαχωρίζεται από την κείμενη δυτικά αυτού, όπως προαναφέρθηκε, ιδιοκτησία του εναγομένου με περίφραξη από σιδεροπασσάλους και συρματόπλεγμα, που τέθηκε από τον ενάγοντα και συγκεκριμένα από τον πατέρα αυτού (μάρτυρα απόδειξης) που ενεργούσε για λογαριασμό του, περίπου το έτος 2002 και επί υπαρχόντων επί του κοινού ορίου παλαιών διαχωριστικών σημείων από τον εναγόμενο, η τοποθέτηση των οποίων δεν είχε αμφισβητηθεί από τον ενάγοντα (βλ.
πρακτικά συζήτησης, κατάθεση μάρτυρα "ο γιός μου έκανε μερική περίφραξη από τη μια πλευρά σε κάποια σημεία που είχε βάλει ο Λ...."), αποκλεισμένης έτσι οποιασδήποτε κατάληψης εκ μέρους του εναγομένου. Η μη κατάληψη και ενσωμάτωση του επιδίκου τριγωνικού σχήματος, παρά τους αντιθέτους αγωγικούς ισχυρισμούς, συνάγεται επίσης εμμέσως πλην σαφώς και από το γεγονός ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε μετακίνηση της άνω περίφραξης από τον εναγόμενο ανατολικά (προς το ακίνητο του ενάγοντος).
Αντίθετα προέκυψε τοποθέτηση περίφραξης από τον εναγόμενο στο ίδιο σημείο με την άνω περίφραξη (του ενάγοντος), (βλ. πρακτικά συζήτησης - κατάθεση μάρτυρα απόδειξης "μέχρι το 2002 υπήρχαν παλαιά σημεία από την πλευρά του Λ. και ο γιος μου έβαλε εκεί προσωρινή περίφραξη. Έχει βάλει πάνω σ' αυτή άλλη περίφραξη ο Λ.
Λ.." ελεγχομένων έτσι ως αβασίμων των αγωγικών ισχυρισμών".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο έκρινε ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη η από 25/5/2009 διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και απέρριψε την έφεση αυτού κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560παρ.1 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Πρωτοδικείο η πλημμέλεια ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ περί δικαιοπραξιών, διότι, ενώ δέχθηκε έμμεσα ότι υπάρχει ασάφεια μεταξύ του τίτλου κτήσης κυριότητας του αναιρεσείοντος (του …21/1995 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου) και του προσαρτημένου σε αυτό τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Δ.
Ν., ως προς την έκταση του επίδικου ακινήτου, δεν προσέφυγε στην ερμηνεία των εν λόγω εγγράφων, σύμφωνα με τους παραπάνω κανόνες, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης του αναιρεσείοντος. Όμως, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δεν διέγνωσε, ούτε καν εμμέσως, ασάφεια της δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και των δικαιοπαρόχων του με το …1/1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ….
Μ. Π., η δε κρίση του ως προς την πραγματική έκταση και την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ακόμη, ότι η παραδοχή της απόφασης πως "το ακίνητο του ενάγοντος διαχωρίζεται από την κείμενη δυτικά αυτού...ιδιοκτησία του εναγομένου με περίφραξη ...που τέθηκε από τον ενάγοντα και συγκεκριμένα από τον πατέρα αυτού ...
που ενεργούσε για λογαριασμό του, περίπου από το έτος 2002 και επί των υπαρχόντων επί του κοινού ορίου παλαιών διαχωριστικών σημείων από τον εναγόμενο, η τοποθέτηση των οποίων δεν είχε αμφισβητηθεί από τον ενάγοντα..."δεν έχει την έννοια διαπίστωσης κενού ως προς την έκταση και τα όρια του επιδίκου που αναφέρονται στον τίτλο κτήσης του αναιρεσείοντος, αλλά χρησιμοποιήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας κατά την πορεία του συλλογισμού του, ως επιχείρημα, για τη συναγωγή του παραπάνω αποδεικτικού του πορίσματος.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Πρωτοδικείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη: "1) τον τίτλο κτήσης του αναιρεσείοντος, ο οποίος αναφέρει ρητά ότι μεταβιβάστηκε αγροτεμάχιο 4.134,07 τ.μ. και το προσαρτημένο σε αυτόν τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Ν., το οποίο συντάχθηκε κατ' εντολή του ενός εκ των δικαιοπαρόχων του...και αναφέρει ως συνολικό εμβαδόν του μεταβιβαζόμενου ακινήτου...4134.07τ.μ...και 2) τη δήλωση του μηχανικού που υπάρχει επί του σώματος του τοπογραφικού αυτού..". Ο λόγος αυτός, ο οποίος υπάγεται, κατ' ορθή εκτίμηση, στον από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι στον από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο που επικαλείται ο αναιρεσείων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αναφερόμενη στην αρχή νομική σκέψη.
Ο από το άρθρο 560 παρ.6 ΚΠολΔ λόγος, ο οποίος ταυτίζεται με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ιδρύεται όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, επειδή, κατά τον αναιρεσείοντα, "δεν έγινε προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και δεν διευκρινίστηκε η θέση του Εφετείου ως προς την ασάφεια μεταξύ του τίτλου κτήσης του αναιρεσείοντος και του συνοδεύοντος αυτόν τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού Δ.
Ν.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι στην πραγματικότητα πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, ως προς την έκταση και την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, ενώ σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με σαφή και επαρκή αιτιολογία ότι "η διαφορά της άνω πραγματικής και φερόμενης έκτασης των 4003,27τ.μ....οφείλεται, σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης σε λάθος υπολογισμό της εμβαδομέτρησης του ακινήτου του ενάγοντος στο από το έτος 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.
Ν., που συνοδεύει τον τίτλο κτήσεως αυτού (με αριθμό …1/1995 συμβόλαιο)..", χωρίς να δεχθεί ότι υπάρχει ασάφεια μεταξύ του τίτλου κτήσης του αναιρεσείοντος και του συνοδεύοντος αυτόν τοπογραφικού διαγράμματος ούτε ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Πρωτοδικείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του "προέβη σε πιστή αντιγραφή της εκκαλούμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28/4/2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 158/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ