Appeal dismissed because the appeal was inadmissible as it challenged a non-existent final ruling on a previously inadmissible ground.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision, ruling that the appellant's arguments were procedurally inadmissible. The appellant claimed the First Instance Court failed to address a specific ground of appeal regarding the invalidity of a termination, but the court found this ground had already been rejected as inadmissible in a prior non-final ruling. Consequently, the Second Instance Court correctly rejected the appeal without examining the merits, as the challenged issue never reached a final judgment stage.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 14 KPolD; Art. 513 para. 1 lit. b, para. 2 KPolD: An appeal is inadmissible if it challenges a ground of appeal previously declared inadmissible, as such a ground could not have influenced the final outcome of the proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 934 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 934/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 7η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ρήγου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 1099/2012 μη οριστική και η 932/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1648/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ.1 στοιχ. β’ εδ. γ’ ΚΠολΔ, αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Και σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ.2 ΚΠολΔ, αν προσβληθεί με έφεση η οριστική απόφαση, θεωρείται ότι έχουν προσβληθεί μαζί και οι μη οριστικές που είχαν προηγουμένως εκδοθεί, ακόμη και αν η έφεση δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους.
Κατά την αληθινή έννοια αυτής της τελευταίας διάταξης ως "μη οριστικές" αποφάσεις νοούνται μόνο εκείνες που είναι προπαρασκευαστικές και συνέχονται με την οριστική απόφαση, που επακολούθησε και εκκαλείται. Οπότε, προκειμένου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να αποκτήσει τη δυνατότητα ορθότερης αξιολόγησης των λόγων έφεσης που πλήττουν την εκκαλουμένη οριστική απόφαση, θεωρούνται "συνεκκληθείσες" και οι μη οριστικές, ώστε μέσα στην έκταση των λόγων έφεσης να ερευνηθούν και οι τυχόν πλημμέλειες εκείνων, οι οποίες ενδεχομένως εξέτρεψαν την οριστική απόφαση σε εσφαλμένη κρίση.
Εφ’ όσον, όμως, οι αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί πριν από την οριστική (=τελειωτική) απόφαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, περιείχαν και οριστικές διατάξεις επί σωρευομένων αυτοτελών κεφαλαίων ή βάσεων της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αποκτά την εξουσία να ερευνήσει τις τυχόν πλημμέλειες αυτών, παρά μόνο όταν η έφεση απευθύνεται ρητώς και εναντίον τους.
Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς τη γενική δικονομική αρχή ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο κατ’ αίτηση των διαδίκων (ΚΠολΔ 106) και ουδόλως δυσχεραίνει τη θέση του εκκαλούντος, ο οποίος έχει την ευχέρεια, ως επιμελής διάδικος, να συμπεριλάβει στο εφετήριο και τον αριθμό της μη οριστικής (=μη τελειωτικής) αποφάσεως, εφ’ όσον διατυπώνει παράπονα και κατά των οριστικών διατάξεων εκείνης.
Όταν αυτό δεν συμβαίνει, η έφεση είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που πλήττει τις οριστικές διατάξεις της μη τελειωτικής αποφάσεως και το εφετείο, που απαγγέλλει το απαράδεκτο αυτό, δεν δημιουργεί τον αναιρετικό λόγο που προαναφέρθηκε.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 15-3-2010 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε καταγγελθεί εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, ζήτησε την παροχή δικαστικής προστασίας συνιστάμενη α) στην αναγνώριση της ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας, διότι (αα) ήταν αναιτιολόγητη, (αβ) έγινε με κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ήτοι στο πλαίσιο αντιπαλότητας μεταξύ της εναγομένης και της τρίτης (μη διαδίκου) εταιρίας, στην οποία η εναγομένη είχε αναθέσει τη διαχείριση του ξενοδοχείου, όπου απασχολούσε την ενάγουσα, άλλως από εμπάθεια και λόγους εκδικήσεως κατά της ενάγουσας και (αγ) έγινε σε χρόνο κατά τον οποίο η ενάγουσα βρισκόταν σε κανονική άδεια αναπαύσεως, β) στην καταβολή των συμφωνημένων αποδοχών για το χρονικό διάστημα από την ημέρα της καταγγελίας, που η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται την προσφορά των υπηρεσιών της ενάγουσας, μέχρι την άρση της υπερημερίας της, γ) στον εξαναγκασμό της εναγομένης να αποδέχεται πραγματικά την εργασία της ενάγουσας, με την απειλή χρηματικής ποινής, δ) στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία επήλθε στην ενάγουσα λόγω των περιστάσεων υπό τις οποίες έγινε η καταγγελία της συμβάσεως και ε) άλλως και επικουρικώς, στη συμπλήρωση της νομίμου αποζημιώσεως, διότι μετά την καταγγελία η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα μόνο το 40% του χρηματικού ποσού, το οποίο αυτή δικαιούταν λόγω της λύσεως της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.
Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 1099/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε οριστικά το υπό (α) κεφάλαιο για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, με την αιτιολογία ότι εκ των βάσεων που το στήριζαν η μεν πρώτη ήταν μη νόμιμη, διότι για το κύρος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου δεν απαιτείται δικαιολογία εκ μέρους του εργοδότη, η δε δεύτερη απαράδεκτη, διότι η ενάγουσα, που είχε το σχετικό βάρος, δεν επικαλέσθηκε με ορισμένο τρόπο επαρκή περιστατικά, τα οποία υποτιθέμενα αληθινά θα μπορούσαν να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να καταγγείλει τη σύμβαση.
Με τη βάση ότι η καταγγελία είχε γίνει σε χρόνο που η ενάγουσα βρισκόταν σε κανονική άδεια, το δικαστήριο εκείνο δεν ασχολήθηκε. Σε συνέπεια προς την ως άνω κρίση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε οριστικά και τα υπό (β), (γ) και (δ) κεφάλαια της αγωγής, ως συνεχόμενα προς την αβασίμως επικληθείσα ακυρότητα της καταγγελίας.
Κατόπιν, ασχολήθηκε με το ζήτημα του ακριβούς προσδιορισμού της αποζημίωσης που οφειλόταν για την καταγγελία και, μετά τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η ενάγουσα είχε συμπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος, οπότε ως ασφαλισμένη και επικουρικά καλώς είχε λάβει μόνο το 40% της αποζημίωσης, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να πιστοποιηθεί το περιστατικό αυτό με την προσκόμιση βεβαίωσης από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό.
Επακολούθησε νέα συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέδωσε την 932/2013 οριστική απόφαση. Με αυτήν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο και το κεφάλαιο της αγωγής για συμπλήρωση της αποζημιώσεως. Παρεμπιπτόντως, αλλά χωρίς αυτό να μπορεί να αποτελέσει παραδεκτή συμπλήρωση της προηγηθείσας 1099/2012 αποφάσεως, η οποία ως προς την απόρριψη των λοιπών κεφαλαίων της αγωγής είχε ήδη αποφανθεί οριστικώς, το δικαστήριο διέλαβε στην 932/2013 απόφασή του ότι, αληθώς, η καταγγελία είχε ανακοινωθεί στην ενάγουσα μια μέρα πριν την έναρξη της προγραμματισμένης κανονικής της άδειας, με συνέπεια να μην τίθεται και πάλι ζήτημα ακυρότητας.
Μετά την έκδοση της τελευταίας απόφασης, η ενάγουσα άσκησε έφεση, την οποία απεύθυνε μόνο κατ’ αυτής. Μεταξύ των λόγων της έφεσης διέλαβε και παράπονο για την απόρριψη των κεφαλαίων της αγωγής, η οποία είχε συντελεσθεί οριστικώς με την προεκδοθείσα 1099/2012 μη οριστική (=μη τελειωτική) απόφαση. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την ήδη προσβαλλόμενη 1648/2016 απόφαση, έκρινε ότι για την παραδεκτή προσβολή της διάταξης της 1099/2012 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί οριστικά το κεφάλαιο της αγωγής ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας, θα έπρεπε η έφεση να απευθύνεται ρητώς και κατά της 1099/2012 αποφάσεως, πράγμα το οποίο δεν είχε συμβεί.
Κατόπιν αυτού, ως προς το μέρος με το οποίο διατυπώνονταν παράπονα κατά της απορρίψεως του εν λόγω κεφαλαίου της αγωγής (και των συνεχομένων προς αυτό κεφαλαίων για αποδοχές υπερημερίας, πραγματική απασχόληση και χρηματική ικανοποίηση), το μονομελές εφετείο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Με την κρίση αυτή και σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, το δικαστήριο της ουσίας δεν απάγγειλε απαράδεκτο αντίθετα προς το νόμο.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ως "έγγραφα", η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα. Αντιθέτως, στην έννοια των "εγγράφων" αυτών δεν περιλαμβάνονται τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 2060/2007, ΑΠ 1684/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω 1099/2012 μη οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με το να δεχθεί ότι με οριστική διάταξη αυτής είχε απορριφθεί στο σύνολό της η κυρία βάση της αγωγής, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ενώ στην πραγματικότητα, με την προσήκουσα ανάγνωση αυτής, θα έπρεπε να δεχθεί ότι μετά την έκδοσή της είχε παραμείνει σε εκκρεμότητα το ζήτημα της εν λόγω ακυρότητας ως γενομένης σε χρόνο κατά τον οποίο η εργαζόμενη βρισκόταν σε κανονική άδεια. Είναι προφανές, όμως, ότι η 1099/2012 απόφαση, της οποίας το περιεχόμενο φέρεται παραμορφωθέν, δεν συνιστά αποδεικτικό, αλλά διαδικαστικό έγγραφο της ίδιας δίκης. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος.
4. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ., ως "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης θεωρούνται και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Ο αναιρετικός λόγος, όμως, δεν ιδρύεται όταν ο λόγος έφεσης, ο οποίος είχε προβληθεί και επί του οποίου το εφετείο παρέλειψε να απαντήσει, ήταν απαράδεκτος και, ως εκ τούτου, δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 637/ 2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπ’ όψη λόγο έφεσης, με τον οποίο διατυπωνόταν το παράπονο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε απαντήσει επί του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι η καταγγελία της συμβάσεως, πλην των λοιπών αιτιών τις οποίες αυτή είχε επικαλεσθεί και οι οποίες είχαν απορριφθεί ως αβάσιμες από το δικαστήριο, ήταν άκυρη και ως γενομένη σε χρόνο που η ενάγουσα βρισκόταν σε κανονική άδεια.
Όπως, όμως, έχει ήδη εκτεθεί (βλ. παραπάνω, αρ.2), το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με οριστική διάταξη της αρχικώς εκδοθείσας 1099/ 2012 μη οριστικής αποφάσεως, απέρριψε το κύριο κεφάλαιο της αγωγής που είχε ως αντικείμενο την ακυρότητα της καταγγελίας και επιφυλάχθηκε μόνο για το επικουρικό, με το οποίο επιδιωκόταν η συμπλήρωση της καταβληθείσας αποζημίωσης και τίποτε άλλο.
Γι’ αυτό και το μονομελές εφετείο, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση κατά το μέρος, με το οποίο στρεφόταν κατά της απορριπτικής οριστικής διάταξης, χωρίς να εκκαλείται ρητώς και η 1099/2012 απόφαση. Ως εκ τούτου, και ο λόγος έφεσης που φέρεται ως αγνοηθείς, στρεφόταν κατά της μη εκκληθείσας οριστικής διάταξης, ήταν απαράδεκτος και δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 1648/ 2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2α Μαΐου 2017.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ