Legislator Case Law & Legislation
934/2014 AI generated

Supreme Court dismissed appeal on procedural grounds, upholding lower court's debt forgiveness contract interpretation.

Case Number 934/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against a final judgment regarding a debt forgiveness agreement. The court found that the lower court correctly interpreted the contract as a valid debt release covering the disputed claim, relying on good faith principles. Consequently, the appeal was dismissed, costs were awarded to the appellees, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294-297 of the Code of Civil Procedure; The court's interpretation of a debt forgiveness contract based on good faith and the parties' intent prevails over procedural technicalities, and such interpretations are not subject to appeal if they are well-founded.

Keywords

AI generated
debt forgiveness contract good faith interpretation procedural appeal contractual intent civil procedure code judicial interpretation costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Articles 294-297 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 2/2001
Supreme Court Judgment 23/1994
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 934 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 934/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στα …της … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δημητρακόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 13.2.2014 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Των αναιρεσιβλήτων:1.Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", νόμιμα εκπροσωπούμενης και 2. Ομόρρυθμων εταίρων της ανωτέρω εταιρείας 1.Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 2.Μ. θυγ. Ε. Σ., κατοίκου .... Η πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία και η τρίτη Μ. Σ. του Ε. εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάνο Σιμιτό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, ο δε δεύτερος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στάθη Τζέφριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουλίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 356/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 9 Ιουλίου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τη διάταξη του αρθ. 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο που προβλέπεται από το δικονομικό δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/09). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχονται, πλην άλλων, και οι από την παράβαση των άρθρων 294-297 Κ.Πολ.Δ. απορρέουσες ακυρότητες, απαράδεκτα κλπ αναφορικά με την παραίτηση από διαδικαστική πράξη ή δικαίωμα (ΑΠ 23/94). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο καθώς και από το δικαίωμα οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης (αγωγής, ανταγωγής, ενδίκου μέσου, ανακοπής κλπ) γίνεται είτε με δήλωση του παραιτουμένου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικό του, έχει δε ως αποτέλεσμα ότι η εν λόγω διαδικαστική πράξη στην οποία αφορά η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε. Η κατά τις παραπάνω διατάξεις, παραίτηση, ειδικότερα ως προς την αγωγή, μπορεί να γίνει και κατά το στάδιο της κατ' έφεση δίκης επιφέρει δε την κατάργηση όχι μόνο της δευτεροβάθμιας δίκης αλλά και ολόκληρης της δίκης που ανοίχθηκε με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1922/05).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, η άφεση χρέους, η οποία είναι σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο πρώτος παραιτείται από την ενοχική αξίωση που έχει κατά του δευτέρου, έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής.

Έτσι, ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα που πηγάζει απ' αυτήν την ενοχή. Αν δε, παρόλα αυτά, το ασκήσει αποκρούεται επιτυχώς με την από το άρθρο αυτό (454 ΑΚ) παρακωλυτική της ασκήσεως του δικαιώματος σχετική ένσταση. Η σύμβαση δε αυτή περί αφέσεως χρέους καταρτίζεται με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει με κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα με κάθε παραίτηση από δικαίωμα (ΑΠ 426/04).

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το αρθ. 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι εχώρησε παραίτηση αυτής από το δικόγραφο και το δικαίωμα της κατά των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσας ένδικης (από 6-7-1999) αγωγής της, παραλείποντας την κήρυξη της σχετικής ακυρότητας, ενόψει του ότι δεν συνέτρεχαν οι από τις διατάξεις των άρθρων 294, και 297 Κ.Πολ.Δ.

απαιτούμενες για την εγκυρότητά της προϋποθέσεις (είτε δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά είτε επίδοση δικογράφου στους αναιρεσιβλήτους). Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε (δικονομική) παραίτηση της αναιρεσείουσας-ενάγουσας από το δικόγραφο και δικαίωμα της ασκηθείσας αγωγής της ενώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, η τελευταία δέχθηκε την από τους αναιρεσιβλήτους-εναγομένους προβληθείσα, προς απόκρουση της αγωγής, ουσιαστική ένσταση "παραίτησης" της αναιρεσείουσας από την αγωγική αξίωση δια της καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων σχετικής συμβάσεως αφέσεως χρέους.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 1 και 2 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ πρόκυπτε, ότι, στη δευτεροβάθμια δίκη, που διεξάγεται, όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου εκδοθείσας κατά τη διαδικασία του αρθρ. 270 παρ. 2 εδ. Α' Κ.Πολ.Δ., λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.

β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου -270-. Έτσι, λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (Ολ.

ΑΠ 15/03) (και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (ΑΠ 277/10).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την προς απόδειξη της προβληθείσας από τους αναιρεσιβλήτους ενστάσεως αφέσεως χρέους προσκομισθείσα σε φωτοτυπία εξοφλητική απόδειξη "παρά το γεγονός ότι αυτή δεν αποτελούσε νόμιμο αποδεικτικό μέσο ως στερουμένη ημεροχρονολογίας συντάξεως και της βεβαιώσεως της ακριβείας του περιεχομένου .....

από πρόσωπο αρμόδιο προς έκδοση αντιγράφων", κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, πέρα από το γεγονός ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης το επίμαχο έγγραφο δεν προσκομίσθηκε σε φωτοτυπία. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, και Ολ. ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μίας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011), ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/13).

Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000, ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.

Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 211/11) και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13).

Με το δεύτερο, κατά τα τρία σκέλη του, λόγο της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 454 ΑΚ αλλά και κατά παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ απέρριψε την κατά των αναιρεσιβλήτων από 6-7-99 αγωγή της για την καταβολή υπολοίπου τιμήματος της αναφερόμενης σ' αυτόν (λόγο) αγοραπωλησίας, δεχθείσα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως και ουσιαστικά βάσιμη την από τους αναιρεσιβλήτους, προς απόκρουση της αγωγικής αξίωσης, νομοτύπως προβληθείσα ένσταση αφέσεως χρέους αφενός παρά τη μη συνδρομή των από τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ οριζομένων για την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεων προϋποθέσεων και αφετέρου κατά παράβαση των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων κατά την ερμηνεία του διαλαμβανομένου, στο προς απόδειξη της κατάρτισης της παραπάνω σύμβασης αφέσεως χρέους προσκομιζόμενο έγγραφο όρου, όπου αναφέρεται, πλην άλλων, και στην παραίτηση της αναιρεσείουσας από την ένδικη αγωγική της αξίωση, καθόσον η ερμηνευτικώς εξενεχθείσα, κρίση αυτής περί της αληθούς δικαιοπρακτικής βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων, αντικρούεται από τα χρησιμοποιηθέντα προς ανεύρεσή της κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, λόγω των ανεπαρκών αιτιολογιών που διαλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, μετ' εκτίμηση του συνόλου των από τους διαδίκους νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσία του κρισίμου ως άνω ζητήματος, τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) προς απόκρουση της αγωγικής απαιτήσεως της ενάγουσας (αναιρεσείουσα) ισχυρίστηκαν ότι αυτή παραιτήθηκε από την ένδικη αξίωση με δήλωσή της, που απηύθυνε προς την πρώτη εναγομένη την οποία η τελευταία και αποδέχθηκε. Ο ισχυρισμός αυτός, που είναι νομικά βάσιμος, αποτελών ένσταση στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 454 Α.Κ., αποδεικνύεται ως και ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον, από το μετ' επικλήσεως από τους εναγομένους προσαγόμενο (χωρίς

χρονολογία εκδόσεως) ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας, … αποδεικνύεται ότι η τελευταία δήλωσε προς την πρώτη εναγομένη ότι "... ουδεμία πλέον απαίτηση, αξίωση ή δικαίωμα έχει ή διατηρεί η εταιρεία …. η οποία να πηγάζει ή απορρέει από τη μεταβίβαση της επιχείρησής μας είτε από το από 9 Ιουλίου 1990 μεταξύ μας ιδιωτικό συμφωνητικό είτε από οποιαδήποτε άλλη έγγραφη ή προφορική συμφωνία" καθώς και ότι παραιτείται από κάθε ένδικο μέσο που έχει ασκήσει κατά της πρώτης εναγομένης.

Την παραπάνω δήλωση αποδέχθηκε σιωπηρά η πρώτη εναγομένη, με την αποδοχή και παραλαβή του περιέχοντος αυτήν ως άνω εγγράφου και εν συνεχεία επίκληση και προσαγωγή του στην ένδικη δίκη, καταρτισθείσας, κατά τον τρόπο αυτό της από τη διάταξη του άρθρου 454 Α.Κ. προβλεπόμενης συμβάσεως αφέσεως χρέους (ΑΠ 1657/1986 ΕΕΝ 1987, 612, ΑΠ 298/1986 ΕλλΔνη 1986, 1470).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η παραπάνω δήλωση έγινε μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 6/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου και ενόψει της πλήρους και ολοσχερούς εξοφλήσεως του επιδικασθέντος μ' αυτήν ποσού. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η διαλαμβανόμενη στο παραπάνω έγγραφο παραίτηση δεν αναφέρεται στην αξιούμενη απαίτηση της ενάγουσας με την ένδικη αγωγή (τόκοι υπερημερίας και έξοδα βιοτεχνικού δανείου) κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

γενόμενη, ερμηνεία της παραπάνω δηλώσεως, ενόψει της προκύπτουσας ως προς αυτήν αμφιβολίας, δηλαδή από την χωρίς προσήλωση στις λέξεις αναζήτηση, κατά τον από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη απαιτούμενο τρόπο, της αληθινής βουλήσεως της δηλούσας (ΑΠ 1089/2006 ΔΕΕ 2006, 1178, ΑΠ 728/1993 ΕλλΔνη 36, 103), το Δικαστήριο, ενόψει των αναφερθέντων παραπάνω, άγεται στην κρίση ότι η ένδικη δήλωση παραιτήσεως της ενάγουσας αναφέρεται στην αγωγική αξίωση, καθόσον, σε περίπτωση αποδοχής ως αληθινού του ισχυρισμού της τελευταίας (ενάγουσας), δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η εν λόγω δήλωση, αφού οι διάδικοι δεν είχαν άλλη μεταξύ τους εκκρεμή οικονομική διαφορά". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τους επικαλουμένους λόγους πλημμέλεια αφού, μετά τη διαπίστωση της υπάρξεως κενού στη διατύπωση του επικαλουμένου από την αναιρεσείουσα όρου, προσέφυγε, ορθώς, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκειμένου να αναζητήσει δι' αυτών την αληθινή δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών και, χρησιμοποιώντας ως κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά την εκτεθείσα στη σχετική μείζονα σκέψη έννοια, η ανάλυση των οποίων δεν είναι απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην απόφαση όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, τη φύση και το χαρακτήρα της σύμβασης, την προκύπτουσα από το όλο περιεχόμενο αυτής (ένδικης σύμβασης) βούληση των διαδίκων δέχθηκε, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφενός ότι "η ένδικη δήλωση παραίτησης της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) αναφέρεται στην αγωγική αξίωση ....

καθόσον, σε περίπτωση αποδοχής ως αληθινού του ισχυρισμού της τελευταίας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η εν λόγω δήλωση αφού οι διάδικοι δεν είχαν άλλη μεταξύ τους εκκρεμή οικονομική διαφορά" και αφετέρου ότι δια της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αποδοχής της δηλώσεως αυτής της αναιρεσείουσας, η, από προφανή παραδρομή, λανθασμένη αναγραφή στο παραπάνω ιδιωτικό έγγραφο της επωνυμίας της ως "…" αντί του ορθού "…" δεν επηρεάζει το κύρος της διαλαμβανομένης σ'αυτό συμφωνίας, καταρτίσθηκε έγκυρη μεταξύ των διαδίκων μερών σύμβαση άφεσης χρέους, περιλαμβάνουσα και το χρέος για το οποίο ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, το οποίο ήταν υπαρκτό κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, που τοποθετείται μετά την έκδοση (16-1-98) της υπ' αριθμ. 6/1998 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, αφού, κατά το σχετικό αγωγικό ισχυρισμό η ένδικη οφειλή (χρέος) έπρεπε να είχε καταβληθεί στη δανείστρια Τράπεζα ήδη από το έτος 1990.

Η, με βάση τα παραπάνω κριτήρια, εξενεχθείσα, κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης αφορώσα υπαρκτό και όχι μελλοντικό και αόριστο χρέος εναρμονίζεται με την έννοια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών αφού με τη δοθείσα ερμηνεία εξασφαλίζεται η επιδοκιμαζόμενη από τα εν λόγω κριτήρια προστασία των συμφερόντων των οφειλετών - αναιρεσίβλητων, για την προάσπιση των οποίων είχε προβλεφθεί ο σχετικός όρος, ενόψει του ότι και η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβάλλουν αφενός την τήρηση των εγγράφως, έστω και ασαφώς, υποσχεθέντων και αφετέρου την αποφυγή περιγραφής των δικαιωμάτων του αντισυμβαλλομένου μέρους δια της επικλήσεως της ακουσίως εμφιλοχωρήσασας ασαφούς διατύπωσης.

Υπό τις παραδοχές αυτές της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων των αρθρ. 173, 200 και 454 ΑΚ και δικαιολογούν απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα, δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι από το αρθ. 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

προβαλλόμενες αιτιάσεις, οι οποίες πρέπει, για το λόγο αυτό, να απορριφθούν.

Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-7-2013 και με αριθμ.καταθ.28/2013 αίτηση αναίρεσης της 356/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ