Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim due to lack of legal basis in contract invalidity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeals' decision rejecting a claim for unjust enrichment. The appellant argued that the contract was void, allowing a claim for the construction costs rather than the property's value. The court held that the appeal failed because the appellant's claim was based on a different historical cause than the one relied upon in the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 et seq. of the Civil Code; The court cannot accept an appeal based on a violation of unjust enrichment provisions when the claim relies on a distinct historical cause different from the one established in the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 934 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 934/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16ης Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέλιο Σταματόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ,που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:1.Ψ1 2. Ψ2 και 3. Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7 Οκτωβρίου 2003 και 14 Νοεμβρίου 2003 αγωγές των ως άνω διαδίκων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:786/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 200/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Μαρτίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 4 Φεβρουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 58/19-3-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 200/15-2-2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, αντικείμενο της πρωτοβάθμιας δίκης αποτέλεσαν Α.- το με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 4104/1530/20-10-2003 δικόγραφο αγωγών, με ενάγουσα την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και εναγόμενο τον αναιρεσείοντα, στο οποίο εσωρεύοντο (α) διεκδικητική αγωγή του με στοιχ. ...
διαμερίσματος της κειμένης στην πόλη ... οικοδομής και (β) καταψηφιστική αγωγή κατ' αυτού αξιώσεως της ενάγουσας, ισόποσης προς τα αποδοτέα από τον εναγόμενο ωφελήματα από την χρήση από τον τελευταίο της εν λόγω αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας και Β.- η με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 4869/1820/26-11-2003 αγωγή, με ενάγοντα τον αναιρεσείοντα και εναγόμενους τους αναιρεσιβλήτους, με την οποία εφέρετο προς διάγνωση αξίωση αποζημιώσεώς του, ισόποση προς την αξία του με στοιχ. ...
διαμερίσματος, και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, οφειλόμενη, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, κύρια από την αποδιδόμενη στους εναγομένους αδικοπραξία και επικουρικώς κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Επί των εν λόγω αγωγών, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η 786/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν: Ι.- Η ενάγουσα στις με στοιχ. Α αγωγές και οι εναγόμενοι στη με στοιχ. Β' αγωγή με την 756/19-12-2005 έφεση και
ΙΙ.- Ο ενάγων στη με στοιχ. Β' αγωγή με την 136/17-4-2006 έφεση, επί των οποίων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η 200/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με απορριπτική επί της με στοιχ.
ΙΙ εφέσεως κατ' ουσίαν κρίση. Αντίθετα, κατά παραδοχή της με στοιχ. Ι εφέσεως και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως, απορρίφθηκε η με στοιχ. Β' αγωγή με διάφορες κατά τούτο αιτιολογίες και έγιναν δεκτές οι με στοιχ. Α' αγωγές. Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος-εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
(ι). Με στοιχ. Α' κεφάλαιο της αποφάσεως.
(1). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώσω συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Α' Ολ.
ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκηση, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και δημιουργήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς, Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Με την έννοια αυτή, κάθε ένα από τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν και συγκροτούν την ιστορική βάση της ενστάσεως καταχρήσεως αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό κατά την προδιαληφθείσα έννοια της λέξεως "πράγμα" και η παράλειψη της έρευνας των περιστατικών αυτών θεμελιώνει τον λόγο αυτόν αναιρέσεως.
Κατά τις ενδιαφέρουσες τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, "Με το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων ο εναγόμενος και ενάγων Χ1 ανέλαβε την υποχρέωση να αποπερατώσει με δικές του δαπάνες την ημιτελή, ως κατωτέρω, πολυώροφη οικοδομή της ενάγουσας και εναγομένης Ψ1 , την οποία (οικοδομή) η τελευταία είχε ήδη υπαγάγει στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας και της οποίας ένα διαμέρισμα, το υπό στοιχεία ..., είχε μεταβιβάσει λόγω γονικής παροχής στην κόρη της Ψ2 δύο διαμερίσματα, τα υπό στοιχεία ..
και ... είχε μεταβιβάσει με την ίδια αιτία στον γιο της Ψ3, λοιπούς εναγομένους, και τα υπόλοιπα τέσσερα διαμερίσματα παρέμεναν στην κυριότητα της ιδίας (Ψ1) όλα δε με τα αναλογούντα ποσοστά συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων κι κοινοκτήτων μερών της οικοδομής και βάσει των νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων που αναφέρονται στις ένδικες αγωγές και στην εκκαλουμένη.
Η οικοδομή αυτή βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ... και ...της συνοικίας ..., επί οικοπέδου 223, 06 τ.μ. της ενάγουσας Ψ1 και κατά τον ως άνω χρόνο της υπογραφής του ιδιωτικού συμφωνητικού και της παραλαβής της οικοδομής από τον διάδικο εργολάβο Χ1 οι προρρηθέντες ιδιοκτήτες είχαν ολοκληρώσει τον εκ μπετόν αρμέ σκελετό της όλης οικοδομής και την τοιχοποιΐα του πρώτου υπέρ την πυλωτή ορόφου, ανέλαβαν δε οι τελευταίοι την υποχρέωση να μεταβιβάσουν τα ανήκοντα σ' αυτούς ο καθένας διαμερίσματα της οικοδομής στον εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που θα υποδείκνυε εκείνος και δη τρία διαμερίσματα της επιλογής του εργολάβου μέχρι την 30-10-1998 και τα υπόλοιπα τέσσερα μέχρι την 31-12-1998 και αφού ο εργολάβος θα είχε καταβάλει σ' αυτούς (ιδιοκτήτες) το συμφωνηθέν τίμημα, συνολικού ύψους 36.000.000 δραχμών, ως εξής, ήτοι δρχ. 5.000.000 την 29-6-1998, δρχ. 10.000.000 την 30-10-1998 και δρχ. 21.000.000 την 31-12-1998 με την παράδοση στους ιδιοκτήτες ισόποσης (21.000.000 δρχ.) τραπεζικής επιταγής εκδόσεως του εργολάβου Χ1 με ημερομηνία 31-12-1998 και με δυνατότητα του τελευταίου να εξοφλήσει το ποσόν αυτό της επιταγής μέχρι 31-3-1999.
Εις εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο εργολάβος Χ1 αποπεράτωσε την ανωτέρω οικοδομή περί το τέλος Αυγούστου 2000, ο ίδιος δε την 26-3-1999 και ενώ μέχρι τότε είχε καταβάλει στους αντιδίκους του από το τίμημα των 36.000.000 δρχ. ποσό δραχμών 15.000.000 (5.000.000 + 10.000.000) κατέβαλε σ' αυτούς ακόμη το ποσό των 10.000.000 δραχμών ως μέρος της τρίτης ως άνω δόσεως των 21.000.000 δραχμών (πληρωτέας, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι 31-3-1999) και για την εξόφληση του υπολοίπου (δρχ. 11.000.000), πλέον τόκων υπερημερίας, παρέδωσε στους τελευταίους την υπ' αριθμ. ...επιταγή της Εθνικής Τράπεζας εκδόσεως του ιδίου με ημερομηνία 30-9-1999 (μεταχρονολογημένη), εις διαταγήν Ψ3 (τρίτου εναγομένου), ποσού δε 12.000.000 δραχμών, και μία συναλλαγματική λήξεως 25-10-1999, ποσού 4.000.000 δραχμών, και τα ποσά όμως αυτά δεν πληρώθηκαν στους δικαιούχους διαδίκους από τον ενάγοντα - εναγόμενο εργολάβο, ο οποίος κατέβαλε στους δικαιούχους σταδιακά και μέχρι την 17-8-2001 μέρος των ποσών αυτών, ανερχόμενο στο ποσό των 7.000.000 (2.000.000 + 2.000.000 + 2.000.000 + 1.000.000) δραχμών.
Έτσι ο εκ των διαδίκων εργολάβος Χ1 κατέβαλε στους αντιδίκους του έναντι του συμφωνηθέντος ως άνω ανταλλάγματος των 36.000.000 δραχμών το συνολικό ποσό των 32.000.000 (15.000.000 + 10.000.000 + 7.000.000) δραχμών, οφείλοντας σ' αυτούς το υπόλοιπο του κεφαλαίου εκ δραχμών 4.000.000 πλέον των προκυπτόντων τόκων υπερημερίας από την καθυστέρηση καταβολής των επιμέρους δόσεων κατά τους συμφωνηθέντες αντίστοιχους χρόνους, οι ιδιοκτήτες δε Ψ1 και τέκνα της μεταβίβασαν μέχρι την 13-2-2001 σε τρίτα πρόσωπα - αγοραστές που υπέδείξε ο εργολάβος Χ1 έξι από τα επτά διαμερίσματα της οικοδομής, παραδίδοντας το εκάστοτε τίμημα και συνολικά το ποσό των 79.663.464 δραχμών στον εργολάβο, ενώ το έβδομο διαμέρισμα, φερόμενο υπό τα στοιχεία ...
και βρισκόμενο στον δεύτερο όροφο της οικοδομής, εμβαδού δε 84, 10 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 161/1000 εξ αδιαιρέτου, παρέμεινε στην κυριότητα της ενάγουσας και πρώτης εναγομένης Ψ1 αρχικής οικοπεδούχου, στην οποία είχε περιέλθει, μεταξύ των άλλων, με την νομίμως μεταγραφείσα οικεία συμβολαιογραφική σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Το τελευταίο αυτό διαμέρισμα, από την αποπεράτωση της όλης οικοδομής και δη από την 1-9-2000, βρίσκεται στην κατοχή του εναγομένου και ενάγοντος Χ1 (εργολάβου), ο οποίος εγκατέστησε σ' αυτό την οικογένειά του και διαμένει έκτοτε σ' αυτό, διεκδικείται δε τούτο (διαμέρισμα) από την ενάγουσα Ψ1 με την από 7-10-2003 ως άνω ένδικη αγωγή της.
Ο ενάγων Χ1 ισχυρίζεται ότι εξόφλησε πλήρως στους εναγομένους τα ποσά των ως άνω αξιογράφων, καταβάλλοντας στον πληρεξούσιό τους τοις μετρητοίς το ποσό της συναλλαγματικής (δρχ. 4.000.000), ως τόκους υπερημερίας, και το ποσό των 10.000.000 δραχμών από το ποσό της επιταγής (δρχ. 12.000.000), και εξοφλώντας με το υπόλοιπο (δρχ. 2.000.000), κοτ' εντολήν του ιδίου πληρεξουσίου, ισόποση αξίωση της αρχιτέκτονος-μηχανικού Μ1, δεν ανέλαβε δε (ισχυρίζεται ο ενάγων) τα εν λόγω αξιόγραφα παρά την εξόφλησή τους επειδή ο πληρεξούσιος των εναγομένων του δήλωσε ότι έχουν απολεσθεί.
Ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος-εναγομένου εργολάβου δεν αποδεικνύεται από τα ειρημένα αποδεικτικά μέσα. Στην προσκομιζόμενη ιδίως χειρόγραφη απόδειξη της ανωτέρω αρχιτέκτονος με χρονολογία Μάϊος 2000, όπου αναγράφεται ότι αυτή έλαβε από τον ... (πατέρα του ενάγοντος) το ποσό των 2.000.000 δραχμών "για ολοκλήρωση διαδικασίας θεώρησης αδείας... (της επίδικης οικοδομής), καλύπτοντας έξοδα αμοιβής, επίβλεψης, ΦΠΑ, Ταμεία, φορολογικά κ.λ.π.", δεν αναφέρεται ότι η αμοιβή αυτή και τα λοιπά έξοδα αφορούν εργασίες της οικοδομής προ της παραδόσεως της στον ενάγοντα εργολάβο (27-6-1998), για τις οποίες και μόνον, κατά ρητόν όρο του ειρημένου ιδιωτικού συμφωνητικού, ευθύνονται οι εναγόμενοι ιδιοκτήτες, ασφαλέστερο δε αποδεικτικό μέσον περί τούτου δεν υφίσταται, ενόψει των άκρως αντιθέτων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που είναι και στενοί συγγενείς τους.
Και είναι μεν αληθές ότι στο από 23-6-2003 σημείωμα της ενάγουσας και εναγομένης Ψ1 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων για δικαστική μεσεγγύηση του επίδικου διαμερίσματος που είχε ζητήσει ο εναγόμενος και ενάγων Χ1 αναφέρεται (σελ. 9) ότι "στις αναγραφόμενες στα άνω αξιόγραφα (πρόκειται για τις ανωτέρω επιταγή και συναλλαγματική) ημερομηνίες κατέβαλε (ενν.
ο ενάγων εργολάβος) αντί για 16.000.000, 14.000.000", από τη μείζονα όμως περικοπή του σημειώματος όπου ανήκει το ανωτέρω κείμενο, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες περικοπές στις σελίδες 6 και 10-11 (τέλος σημειώματος), όπου ρητώς και κατ' επανάληψη αναφέρεται ότι από το ποσό των 21.000.000 δραχμών (μέρος του οποίου, μετά των τόκων, ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, τα ποσά των αξιόγραφων, συνολικού ύψους 16.000.000 δρχ.) ο εργολάβος κατέβαλε στους ιδιοκτήτες (μέχρι την 30-5-2001) ποσό δραχμών 17.838, 401 και παρέμεινε ανεξόφλητο και οφειλόμενο το υπόλοιπο (κατά τι πλέον των 4.000.000 που αναφέρεται στην ένδικη αγωγή της Ψ1), προκύπτει σαφώς ότι η προρρηθείσα περικοπή αναφέρεται στο σύνολο της οφειλής των 21.000.000 δραχμών και όχι στο μικρότερο ποσό των αξιογράφων (δρχ. 16.000.000) και την εξόφληση των τελευταίων κατά το ποσό των 14.000.000 δραχμών, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων - εναγόμενος εργολάβος.
Επομένως στην ως άνω περικοπή του σημειώματος της ενάγουσας Ψ1 δεν περιέχεται εξώδικη ομολογία της για καταβολή ποσού 14.000.000 από το ποσό των αξιογράφων (δρχ. 16.000.000), όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται ο ίδιος ενάγων - εργολάβος. Αλλά και υπό την εκδοχή τέτοιας ομολογίας (που δεν αποδέχεται το δικαστήριο) και κατάφασης, κατ' ελευθέραν εκτίμησή της (αρθρ. 352 § 2 του ΚΠολΔ), στην καταβολή του ως άνω ποσού των 14.000.000 δραχμών έναντι του ποσού των αξιόγραφων, και πάλι παρεμένει ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου εις βάρος του εργολάβου εκ δραχμών 2.000.000 (16.000.000 - 14.000.000), αφού δεν προσμετράται, κατά τα προεκτεθέντα, το ποσό των 2.000.000 δραχμών που ο ενάγων κατέβαλε στην αρχιτέκτονα Μ1, με αποτέλεσμα η επίκληση από αυτόν της ως άνω περικοπής του σημειώματος ως εξώδικης ομολογίας περί πλήρους εξοφλήσεως των αξιόγραφων εκ μέρους του να παρίσταται και αλυσιτελής.
Ας σημειωθεί ότι ο ενάγων εργολάβος δεν εξηγεί για ποιον λόγο δεν ζήτησε έγγραφη απόδειξη από τον πληρεξούσιο των εναγομένων για την επικαλούμενη καταβολή των ως άνω σημαντικών ποσών των 4.000.000 και των 10.000.000 δραχμών έναντι των ποσών των αξιόγραφων, όπως έχει πράξει για προηγούμενες καταβολές (προσκομίζονται οι αντίστοιχες έγγραφες αποδείξεις), αν και, όπως ισχυρίζεται, ο πληρεξούσιος των εναγομένων δεν του παρέδωσε τα αξιόγραφα κατά την πληρωμή τους και ήταν επομένως τουλάχιστον επισφαλής η απόδειξη της επικαλούμενης αυτής καταβολής.
Ενόψει των προεκτεθέντων, της μη δηλαδή εξοφλήσεως εκ μέρους του εργολάβου ολόκληρου του τιμήματος της οικοδομής (δρχ. 36.000.000), βαρυνομένου ήδη με σημαντικό ποσό τόκων υπερημερίας, ως συμβατικής προϋποθέσεως για την μεταβίβαση προς αυτόν ή τρίτους εκ μέρους των εναγομένων όλων των διαμερισμάτων της οικοδομής, και του γεγονότος περαιτέρω ότι α) ουδέποτε η εναγομένη - ενάγουσα Ψ1 κυρία του εναπομείναντος διαμερίσματος (επιδίκου), με τη συμπεριφορά της δημιούργησε στον ενάγοντα - εναγόμενο εργολάβο την εύλογη πεποίθηση ότι παρά την μη εξόφληση του συμφωνηθέντος ποσού δεν θα διεκδικήσει το επίδικο διαμέρισμα, πράγμα που ούτε ο ίδιος ο εναγόμενος δεν ισχυρίζεται, επικαλούμενος ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος, ενώ β) η απόδοση του διαμερίσματος στην ενάγουσα δεν θα επιφέρει ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες στον εναγόμενο εργολάβο, ενόψει ιδίως της αξίας του επιδίκου (€ 78.978, 72), του συνολικού ποσού που έλαβε ο εναγόμενος από τους αντιδίκους του με την πώληση των λοιπών έξι διαμερισμάτων (δρχ. 79.663.464 ή 233.788, 59 ευρώ) και του οφειλομένου ως άνω υπολοίπου, η διεκδίκηση του επιδίκου από την ενάγουσα ιδιοκτήτριά του δεν παρίσταται καταχρηστική και απαγορευμένη κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, ως μη υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλονται κατά τη διάταξη αυτή στην άσκηση του δικαιώματος από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος".
Από το περιεχόμενο των εν λόγω ανέλεγκτων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διατυπώνει τις αιτιολογίες της κατά τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας της περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ενστάσεως του ήδη αναιρεσείοντος, χωρίς παράλληλα η επάρκεια αυτών να αναιρείται από το μη προσδιορισμό της προς την αναιρεσίβλητη οφειλής του από τόκους από την κατ' αυτού αξίωση της τελευταίας από κεφάλαιο ποσού 4.000.000 δρχ.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ και με την έννοια αυτή δεν δικαιολογείτο η κατ' εφαρμογή αυτού αποδοχή της περί τούτου ενστάσεως του αναιρεσείοντος και η απόρριψη των κατ' αυτού απευθυνομένων και με στοιχ. Α (α) και Α (β) χαρακτηριζομένων αγωγών της αναιρεσίβλητης.
Επομένως οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με αντιστοιχία κατ' εκτίμηση στα με στοιχ. Α (α) και Α (β) κεφάλαια της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως, με το έκτο και τέταρτο αντίστοιχα σκέλος των οποίων αποδίδεται η αναιρετική αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 281 ΑΚ (Κ.Πολ.Δ 559 αρ. 1 και 19), ελέγχονται ως αβάσιμοι.
Αντίθετα βάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων ότι προς θεμελίωση της περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ενστάσεως του ισχυρίσθηκε επιπρόσθετα ότι για την ανέγερση της πολυόροφης οικοδομής ως εργολάβος κατά το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής εδαπάνησε το συνολικό ποσό των 116.000.000 δρχ. Πρόκειται για πραγματικό ισχυρισμό θεμελιωτικό της εν λόγω ενστάσεως, ουσιώδη από την άποψη της αξιολογήσεως των επαχθών για τον ενιστάμενο συνεπειών, και με την έννοια αυτή αποτελεί σε συνέπεια με τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης νομικές παραδοχές, "πράγμα" κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, η μη λήψη υπόψη του οποίου από την προσβαλλόμενη απόφαση ιδρύει κατ' αρχάς την περί τούτου διατυπούμενη με το δεύτερο σκέλος του πρώτου και δεύτερου λόγου αναιρετική αιτίαση.
Αλυσιτελώς όμως πλήττονται με τον λόγο αυτό αναιρέσεως οι με στοιχ. (β) κύριες αιτιολογίες της αποφάσεως αναφορικά με τις επαχθείς συνέπειες για τον αναιρεσείοντα, εφόσον δεν προσβάλλονται επιτυχώς, κατά τις αμέσως παρακάτω παραδοχές, οι με στοιχ. (α) κύριες αυτής αιτιολογίες της, ότι η αναιρεσίβλητη δεν δημιούργησε με την συμπεριφορά της στον αναιρεσείοντα την πεποίθηση ότι παρά τη μη εξόφληση του συνομολογηθέντος ποσού δεν θα διεκδικήσει το διαμέρισμα, οι οποίες αυτοτελώς στηρίζουν το διατακτικό της.
(2).- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν βεβαιώνεται με την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Αναφορικά με τα θεμελιωτικά της περί καταχρηστικής ενστάσεως δικαιώματος ενστάσεως πραγματικά περιστατικά ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα (αποδείξεις καταβολής οφειλομένου προς την αναιρεσίβλητη τιμήματος, εκδοθείσες από την αιτία αυτή τραπεζικές επιταγές, συν/κη ποσού 4.000.000 δρχ., συμβόλαια πωλήσεως των αποτελουσών το εργολαβικό αντάλλαγμα αυτοτελών οριζοντίων, από 24-1-2003 εξώδικη δήλωσή του) και επιπρόσθετα σχετικές εξώδικες ομολογίες της αναιρεσίβλητης.
Από το παραπάνω σημειούμενο περιεχόμενο των αιτιολογιών της αποφάσεως και την παράλληλη βεβαίωση της ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αβίαστα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αξιολόγηση της ουσιαστικής βασιμότητας της περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ενστάσεως του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, με ειδική αναφορά σε ορισμένα εξ αυτών και τις εξώδικες ομολογίες, με άμεση δικονομική συνέπεια οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως κατά το τέταρτο σκέλος αυτών, να ελέγχονται ως αβάσιμοι.
Όμοια αρνητικά αξιολογούνται ως αόριστοι, και άρα απαράδεκτοι, οι λοιπές αναιρετικές αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με απλή αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 10, 12, 20 Κ.Πολ.Δ. (ιι).- Με στοιχ. Β' κεφάλαιο της αποφάσεως, με τις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, "Ο ίδιος εναγόμενος Χ1, επικαλούμενος στην συνεκδικασθείσα αγωγή του την καταχρηστική, κατά τους ισχυρισμούς του, μη μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος από την Ψ1 και τη διεκδίκηση του διαμερίσματος εκ μέρους της, προσέτι δε ότι η ίδια Ψ1 και τα τέκνα της Ψ2 και Ψ3, εναγόμενοι με τη δική του (Χ1) αγωγή, τον εξαπάτησαν κατά τη σύναψη της ένδικης συμφωνίας, αποκρύπτοντας δολίως από αυτόν ότι η οικοδομή βρίσκεται πλησίον του σεισμικού ρήγματος της ...
και σε υποβαθμισμένη περιοχή, ζήτησε με τη συνεκδικασθείσα αυτή αγωγή να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 78.978,72 ευρώ της αξίας του επιδίκου κατά την άσκηση της αγωγής ως αποζημίωση του για ισόποση ζημία που υφίσταται από την μη μεταβίβαση προς αυτόν ( ή τρίτους) του επιδίκου από την εναγομένη ιδιοκτήτρια, πλέον ποσού 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης από τις επικαλούμενες αδικοπραξίες (κατάχρηση δικαιώματος και απάτη , χωρίς την οποία δεν θα προέβαινε στη σύναψη της συμφωνίας).
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επικαλούμενη αυτή ζημία συνδέεται αιτιωδώς μόνο με την καταχρηστική κατά την αγωγή μη μεταβίβαση του διαμερίσματος από την Ψ1 όχι δε και με την αναφερόμενη απατηλή συμπεριφορά της τελευταίας και των τέκνων της, εναγομένων, και επομένως η αγωγή καθ' όσον στηρίζεται στην επικαλούμενη απάτη (των τριών εναγομένων) είναι απορριπτέα πρωτίστως γι' αυτόν τον λόγο, τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη αυτή απάτη, πολλώ μάλλον που ο ενάγων και ο έμπειρος πατέρας του, με τον οποίο συνεργαζόταν, γνώριζαν την τοποθεσία του επιδίκου και το υποβαθμισμένο της περιοχής.
Καθ' όσον δε η αγωγή στηρίζεται στην επικαλούμενη κατάχρηση δικαιώματος της πρώτης εναγομένης - ιδιοκτήτριας του διαμερίσματος, ως αδικοπραξία, είναι επίσης απορριπτέα λόγω της μη καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγομένης που προαναφέρθηκε και της εντεύθεν μη υπάρξεως αδικοπραξίας, όπως είναι απορριπτέα η αγωγή και κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 του ΑΚ), αφού δεν συντρέχει εν προκειμένω αδικαιολόγητος, χωρίς δηλ.
νόμιμη αιτία, πλουτισμός της εναγομένης με αντίστοιχη ζημία του ενάγοντος, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται, ενόψει της δικαιολογημένης, κατά τα προεκτεθέντα και υπό τις αναφερθείσες συνθήκες μη μεταβίβασης του διαμερίσματος και της νομίμου διεκδικήσεώς του από την εναγομένη ιδιοκτήτρια". (1). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εάν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια θα ελεγχθεί με βάση τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά.
Και τούτο για τον λόγο ότι μέσω των ουσιαστικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και τελικά εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναιρέσεως Κ.Πολ.Δ 578.
Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξή του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ. ΑΠ 20/2005). Εξάλλου, η υπαίτια, εκ δόλου ή από αμέλεια, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, ως πράξη παράνομη, δημιουργεί, με βάση το άρθρο 914 ΑΚ, υποχρέωση εκείνου που άσκησε κατ' αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα του, να αποκαταστήσει την περιουσιακή ζημία που προκάλεσε σ' εκείνον που ζημιώθηκε από την πράξη του αυτή, κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 330 932 ΑΚ, με περαιτέρω στάδιο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 919 ΑΚ.
Το άρθρο όμως 281 ΑΚ, έχει εφαρμογή μόνο όταν το δικαίωμα ασκείται από τον δικαιούχο με στόχο τη δημιουργία καταστάσεως η οποία αρμόζει σ' αυτό.
Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται, όταν η ελεγχόμενη συμπεριφορά εξαντλείται σε απλή αμφισβήτηση του αξιουμένου δικαιώματος ή στην άρνηση του καθού ασκείται τούτο να προβεί σε πράξη ή παράλειψη με την οποία ικανοποιείται το δικαίωμα, καθόσον η άρνηση αυτή δεν υπόκειται στους περιορισμούς της εν λόγω διατάξεως, ούτε μπορεί και αν ακόμη είναι καταχρηστική, να δώσει λαβή στη γέννηση αξιώσεως.
Επιπρόσθετα η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν εφαρμόζεται επί προτάσεως ισχυρισμού για ακυρότητα συμβάσεως, που επήλθε λόγω παραβάσεως του νόμου, όπως στην περίπτωση μη τηρήσεως του απαιτουμένου κατά τα άρθρα 166, 1033 ΑΚ συμβολαιογραφικού τύπου επί προσυμφώνου και συμβάσεως για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου.
Και τούτο για τον λόγο ότι η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρόταση της ακυρότητας είναι καταχρηστική. Με τη χαρακτηριζόμενη με στοιχ. Β' αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του αποζημιώσεως, ισόποσης προς την αξία του με στοιχ. ... διαμερίσματος και επιπρόσθετα χρηματικής του ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, θεμελιούμενες κατά την κύρια διατυπούμενη βάση της στην αποδιδόμενη στους δι' αυτής εναγόμενους και ήδη αναιρεσιβλήτους άδικη και υπαίτια πράξη, συνισταμένη, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, (i) στην, κατά καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, άρνησή της να μεταβιβάσει εις εκείνον κατά κυριότητα το εν λόγω διαμέρισμα, υποχρέωσή της η οποία απορρέει από την διατυπούμενη στο από ...
ιδιωτικό έγγραφο σύμβαση ανεγέρσεως από εκείνου πολυόροφης οικοδομής κατά το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής και παράλληλα (ii) στην δόλια απόκρυψη από τους εναγομένους κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως ότι η ημιτελής κατ' εκείνον τον χρόνο πολυκατοικία βρισκόταν πλησίον του σεισμικού ρήγματος της ...
και σε υποβαθμισμένη περιοχή της πόλεως των .... Με την προσβαλλόμενη απόφαση η εν λόγω αγωγή κρίθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά τη με στοιχ. (i) ιστορική της βάση, σε συνέπεια με την κατ' ουσίαν αρνητική αξιολόγησή της σχετικής ενστάσεως και ήδη του αγωγικού ισχυρισμού περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, θεμελιουμένων αμφοτέρων στα αυτά πραγματικά περιστατικά.
Με τον τρίτο κατά σειρά και τελευταίο λόγο αποδίδονται στο κεφάλαιο τούτο της αποφάσεως οι αναιρετικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αρ. 1, 10, 11, 12, 19 Κ.Πολ.Δ, οι οποίες αρνητικά αξιολογήθηκαν με τις παραπάνω σημειούμενες, με στοιχ. (ι) της παρούσης, αιτιολογίες. Αντίθετα κρίθηκε βάσιμη η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, η παραδοχή της οποίας δικαιολογούσε κατ' αρχάς την αναίρεση της αποφάσεως κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ.
Β' κεφάλαιο αυτής, η οποία όμως, όπως προαναφέρθηκε, αλυσιτελώς προβάλλεται. Επιπρόσθετα, σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με το οποίο συνδέεται η αποδιδόμενη στην πρώτη των ήδη αναιρεσιβλήτων αδικοπραξία, δεν εφαρμόζεται επί της αρνήσεως της τελευταίας να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον αναιρεσείοντα το με στοιχ. ...
διαμέρισμα, ως και επί της επικλήσεως από εκείνη της ακυρότητας, λόγω μη τηρήσεως του απαιτουμένου συμβολαιογραφικού τύπου, της διατυπουμένης στο από ...ιδιωτικό έγγραφο συμβάσεως, από την οποία φέρεται ότι απορρέει η εν λόγω υποχρέωσή της. Επομένως σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω αγωγή έπρεπε να απορριφθεί κατά τούτο ως μη νόμιμη, όπως κρίθηκε κατ' αποτέλεσμα και με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την εσφαλμένη αιτιολογία της θετικής αξιολογήσεως της από νομική άποψη και απορρίψεώς της στη συνέχεια κατ' ουσίαν, χωρίς να υπάρχει δικονομική δυνατότητα αντικαταστάσεώς της.
Το ορθό όμως διατακτικό της αποκλείει σε κάθε περίπτωση την κατά τούτο αναίρεσή της, κατ' αποδοχή του διατυπουμένου λόγου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ (Κ.Πολ.Δ 578 Ολ. ΑΠ 8/1993). Παράλληλα κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η εν λόγω αγωγή είναι μη νόμιμη κατά τη με στοιχ. (ii) βάση της, σε συνέπεια με την εκτίμησή της ότι η αναφερόμενη ζημία του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με την αποδιδόμενη στους δι' αυτής εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους απατηλή συμπεριφορά, και με επάλληλη αιτιολογία της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά τούτο.
Προς τη αρνητική εκτίμηση από νομική άποψη κατά τούτο της αγωγής συνδέεται η αποδιδόμενη με τον υπό την αυτή αρίθμηση λόγο αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, χωρίς όμως να προσδιορίζεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, με άμεση δικονομική να αξιολογείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως αόριστος, και άρα απαράδεκτος, όπως και εκείνος που διατυπώνεται με απλή αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.
Οι λοιπές ανατρεπτικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αρ. 10, 11, 12, 19 Κ.Πολ.Δ συνδέονται, ως εκ της φύσεως τους, με την επάλληλη αιτιολογία της κατ' ουσίαν απορρίψεως κατά τούτο της αγωγής και με την έννοια αυτή αλυσιτελώς προβάλλονται, εφόσον η κύρια αιτιολογία της περί μη νομίμου κατά τούτο της αγωγής, η οποία ανεπιτυχώς πλήττεται, αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως. (2).- κατά τους ορισμούς του άρθρου 904 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρεώσει να αποδώσει την ωφέλεια".
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως βασική προϋπόθεση της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η θετική ή αποθετική αύξηση της περιουσίας του λήπτη, που έγινε με την χωρίς νόμιμη αιτία μετακίνηση οικονομικών στοιχείων από την περιουσία άλλου ή με ζημία τούτου. Εάν η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία.
Αντίθετα, η ζημία εκείνου από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον η παρεχόμενη με το άρθρο 904 ΑΚ αξίωση δεν στοχεύει στην αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, αλλά στην απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 909 ΑΚ, πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο επιδόσεως της αγωγής.
Επομένως επί αποπερατώσεως ημιτελούς πολυόροφης οικοδομής κατά το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής, η ακυρότητα της συμβάσεως λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου συμβολαιογραφικού τύπου, με την οποία οι οικοπεδούχοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν κατά κυριότητα στον εργολάβο ή τρίτους που εκείνος θα υποδείξει τις αποτελούσες την εργολαβική αυτού αμοιβή αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, ο τελευταίος διατηρεί κατ' αυτών αξίωση κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ισόποση προς την δαπάνη ανεγέρσεως της οικοδομής ή του απομένοντος προς μεταβίβαση διαμερίσματος και όχι η συνολική αξία αυτού, στην οποία περιλαμβάνεται και το ποσοστό συγκυριότητάς του επί του οικοπέδου, κυριότητας των οικοπεδούχων.
Η φερόμενη προς διάγνωση με τη με στοιχ. Β αγωγή αξίωση του αναιρεσείοντος εργολάβου κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, κυρίας του με στοιχ. ... διαμερίσματος, ισόποση προς την αξία του αποτελούντος μέρος της εργολαβικής του αμοιβής με στοιχ. ...διαμερίσματος, θεμελιωνόταν επικουρικώς στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε κατά τούτο κατ' ουσίαν, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει αδικαιολόγητος, χωρίς νόμιμη αιτία, πλουτισμός, ενόψει της δικαιολογημένης υπό τις αναφερθείσες συνθήκες μη μεταβιβάσεως του διαμερίσματος και της νόμιμης διεκδικήσεως του από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, κυρία τούτου.
Κατ' ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου με τον υπό την αυτή αρίθμηση λόγο αποδίδεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της παραβιάσεως των άρθρων 904 επ ΑΚ, που αξιολογείται κατ' αρχάς ως βάσιμη. Και πράγματι, με βάση τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων διατηρεί, λόγω της ακυρότητας της συμβάσεως, αξίωσης κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κυρίας του με στοιχ. ...
διαμερίσματος, ισόποση με την δαπάνη κατασκευής του, αντί της αιτουμένης αξίας αυτού. Η νομική εντεύθεν αοριστία της, δικαιολογεί κατά τούτο την απόρριψή της. Το ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως με την απόρριψη της αγωγής κατά την ερευνώμενη επικουρική βάση, σε συνέπεια με την αρνητική από ουσιαστική άποψη αξιολόγηση της νομικώς κατά τούτο αδιάφορης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, δεν δικαιολογεί την κατ' αποδοχή της αναιρετικής αιτιάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση κατά τούτο της αποφάσεως (Κ.Πολ.Δ 578).
Όπως προαναφέρθηκε, δεν παρέχεται η δικονομική δυνατότητα αντικαταστάσεως της εσφαλμένης κατά τούτο αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία αντικαθίσταται κατ' αποτέλεσμα με την αιτιολογία της παρούσης, χωρίς να δημιουργείται δεδικασμένο από την εσφαλμένη αυτή αιτιολογία, ώστε να δικαιολογείται η κατά τούτο αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δοθέντος ότι η κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση του αναιρεσείοντος για την δαπάνη ανεγέρσεως του διαμερίσματος θεμελιώνεται σε διάφορη ιστορική αιτία.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 58/19-3-2007 αίτηση για αναίρεση της 200/15-2-2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ