Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of appeal as untimely due to procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' decision to dismiss an appeal as untimely. The appellant argued that the appeal was filed within the statutory period, while the lower court had rejected it based on a specific procedural rule. The Court found that the lower court erred in applying the law because the relevant statute at the time of the appeal's publication allowed for a longer period, rendering the appeal admissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 24(1) of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure; Article 518(2) of the Code of Civil Procedure: The admissibility of legal remedies and the time limits for exercising them are determined by the law in force at the time the decision is published, and a lower court's rejection of an appeal as untimely is erroneous if the applicable law at that time permitted the filing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 933 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 933/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. του Α., συζ. Δ. Κ., κατοίκου ….., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κοτζαμάνογλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ν. του Ν., κατοίκου ….., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: G. B.- G., πρώην σύζυγο T. G., θυγ. Γ. Σ., κατοίκου ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης στην Ελλάδα από την ειδική πληρεξούσια, αντιπρόσωπο και αντίκλητο αδελφή της, Ε. συζ. Ι. Β., το γένος Γ. Σ., κάτοικο …..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 233/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1708/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-1-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθμ. 9177/25-2-2019 και 9178/25-2-2019 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αναστασίας Μπαρτσώκα, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του νομίμως παριστάμενου πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 11-01-2019 (αριθμ. καταθ. 445/2019) αίτησης αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 1708/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (6-3-2020) και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Δ. Ν.και προς την καθής η κοινοποίηση G. B.G.. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, αυτός, και η καθής η κοινοποίηση δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.ΠολΔικ, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η κρινόμενη από 11-01-2019 (αριθμ. καταθ. 445/2019) αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 1708/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών και διαχειριστών ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, η οποία απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 233/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας και της καθής η κοινοποίηση και επετράπη η κατάρτιση και μεταγραφή του κανονισμού ρύθμισης των σχέσεων των συνιδιοκτητών, της επί της συμβολής των οδών ….., στην …., κείμενης οικοδομής, σύμφωνα με το σχέδιο κανονισμού που έχει κατατεθεί στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Μαρία Κουτάντου, τροποποιημένο κατά το άρθρο 8, από το οποίο πρέπει να απαλειφθούν οι παράγραφοι 5-9 περί δαπανών θέρμανσης, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 518 παρ. 2, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".
Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της, όριζε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Ακόμη, στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016".
Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, τα εξής: "Με τις παραγράφους 1-4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης".
Η ως άνω μεταβατική διάταξη, όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη, ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούνται μετά την 1-1-2016, κάθε άλλο παρά σαφής είναι και για το λόγο αυτό οι σχετικές θεωρητικές προσπάθειες, αλλά -το κυριότερο- και οι πρώτες δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται μετά την 1-1-2016 περιέχουν συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις των νέων ρυθμίσεων, που διακυβεύουν σε μεγάλο βαθμό την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου.
Με τη φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της έφεσης (και της αναίρεσης), καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης του ενδίκου αυτού μέσου, από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία άσκησης αυτού, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του.
Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης (και της αναίρεσης) θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες.
Προκειμένου να καταστεί αντιληπτή η λειτουργία της παρ. 2 του άρθρου 24 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., σκόπιμο είναι να υπομνησθεί, ότι υπό την ισχύ της ΠολΔ/1835 δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης ή της αναίρεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 752 ΠολΔ/1835 οριζόταν τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση έφεσης, που αφετηριαζόταν από την επίδοση της απόφασης, η οποία παρατεινόταν για επιπλέον 30 ημέρες αν ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπός του ήταν εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή ή ήταν αγνώστου διαμονής (άρθρο 754 ΠολΔ/1835).
Αν παραλειπόταν η επίδοση ή η τυχόν γενόμενη ήταν ελαττωματική, το δικαίωμα άσκησης έφεσης υπέκειτο στη "συνήθη" παραγραφή του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 756 ΚΠολΔ/1835). Ανάλογη ρύθμιση ίσχυε και αναφορικά με την προθεσμία άσκησης της αναίρεσης (άρθρο 520 ΚΠολΔ/1835). Κατ' αποτέλεσμα, η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 2 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ αποβλέπει να θεραπεύσει τα πρακτικής φύσεως θέματα, τα οποία αναμενόταν ότι θα ανακύψουν από την εισαγωγή των νέων καταχρηστικών προθεσμιών του ΚΠολΔ, με τις οποίες επερχόταν σημαντική σύντμηση της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων αυτών μέσων.
Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η αντιδιαστολή μεταξύ των δύο παραγράφων του άρθρου 24 αναδεικνύει μια ουσιώδη διαφορά στη λειτουργία τους. Η παρ. 1 αποτυπώνει μια ευρύτερη διαχρονικού δικαίου αρχή, σύμφωνα με την οποία τόσο το παραδεκτό των ενδίκων μέσων όσο και το επιτρεπτό των προβαλλόμενων με αυτά λόγων κρίνονται δυνάμει του νόμου που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αντίθετα, η παρ. 2 του άρθρου 24 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ κατέτεινε στη θεραπεία μιας συγκεκριμένης πρακτικής αναγκαιότητας, που ήγειρε η θέσπιση το πρώτον καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά τον ΚΠολΔ. Υπό την έννοια αυτή εύστοχα εκφράζονται αμφιβολίες για το κατά πόσον αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικαίου.
Πάντως, υπό την ισχύ του ν. 4335/2015, με αφορμή τη σύντμηση της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης και της αναίρεσης, υποστηρίχθηκε η ερμηνευτική εκδοχή ότι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο της μεταβατικής ρύθμισης του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015. Υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή υποστηρίζεται ότι ο δικονομικός νομοθέτης απέκλινε με το ν. 4335/2015 συνειδητά από την ως άνω διαχρονικού δικαίου αρχή του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, χωρίς να αφήσει το ζήτημα αρρύθμιστο, ώστε να μπορεί να καλυφθεί το κενό μέσω της προσφυγής στο άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ.
Ν.Κ.Πολ.Δ., η οποία εξαρτούσε το παραδεκτό της έφεσης και της αναίρεσης από το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έπραξε ο νομοθέτης του ν.3994/2011, ο οποίος ρητά επανέλαβε την ως άνω διάταξη του Εισ.Ν ΚΠολΔ στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 του νόμου εκείνου, ορίζοντας ειδικότερα ότι "Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση".
Η άποψη αυτή βασίζεται στην ευρεία διατύπωση της μεταβατικής διάταξης του ν. 4335/2015, στο γενικό σκοπό του ν. 4335/2015, που είναι η επιτάχυνση της πολιτικής δίκης και στον ειδικό σκοπό της διάταξης, για συρρίκνωση της καταχρηστικής προθεσμίας για άσκηση ενδίκων μέσων. Υπό αυτή την εκδοχή, όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν εντός του έτους 2013 και οι οποίες δεν είχαν προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης μέχρι και τις 31-12-2015, κατέστησαν απρόσβλητες με το αντίστοιχο ένδικο μέσο από την 1-1-2016 και τούτο διότι, αν κατατεθεί εντός του έτους 2016 η έφεση και η αναίρεση, το εμπρόθεσμο αυτής θα κριθεί με βάση τη νέα, ήδη παρελθούσα, διετή προθεσμία και όχι με βάση την παλαιά τριετή προθεσμία, που θα συμπληρωνόταν κάποια στιγμή εντός του έτους 2016.
Σε κάθε περίπτωση, κατά την ίδια ως άνω άποψη, οι διάδικοι που πίστευαν ότι είχαν τριετή προθεσμία προς άσκηση αναίρεσης, είχαν στη διάθεσή τους ικανό χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο των πέντε μηνών, εφόσον ο ν.4335/2015 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 23-7-2015, προς ενημέρωσή τους και προς εμπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου.
Υπό την ίδια ερμηνευτική εκδοχή αποκρούεται η δυνατότητα ερμηνευτικής προσφυγής στον κανόνα του άρθρου 24 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, με το επιχείρημα ότι η τελευταία προσιδίαζε στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων αναγκών που ανέκυπταν κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, διότι τότε δεν προβλεπόταν καταχρηστική προθεσμία προς άσκηση έφεσης ή αναίρεσης, αλλά παραγραφή αυτής.
Οι υποστηρικτές της ανωτέρω θέσης ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, παρότι τα ένδικα μέσα αποτελούν μία πρόσθετη εγγύηση τελειότερης απονομής της δικαιοσύνης, ο κοινός νομοθέτης μπορεί όχι μόνο να περιορίσει αυτά, αλλά και να αποκλείσει εντελώς την άσκησή τους, με σκοπό την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι τούτο γίνεται κατά τρόπο γενικό και δεν καταλαμβάνει και ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα, διότι η πρόσβαση στα ένδικα μέσα δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της χώρας μας, ούτε από το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ούτε από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα επιχειρήματα της ανωτέρω άποψης, όμως, προϋποθέτουν σαφή νομοθετική διάταξη, ως προς την κατάργηση ή τη συρρίκνωση του δικαιώματος άσκησης έφεσης και αναίρεσης, ώστε να κριθεί αν οι διάδικοι είχαν ασφαλή πληροφόρηση και επαρκή χρόνο. Αν αυτό ίσχυε, δυσχερώς, πράγματι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι διάδικοι αιφνιδιάστηκαν.
Ωστόσο, η μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 ουδόλως, κατά τα προεκτεθέντα, φέρει τα εχέγγυα της απαιτούμενης για την εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου σαφήνειας. Περίτρανη απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η θεωρία άμεσα εξέφρασε εντονότατο προβληματισμό ως προς την αληθή έννοια της γενικής διατύπωσης της διάταξης αυτής και κατά την κρατούσα θέση της προέκρινε τη μη εφαρμογή της στο επίμαχο ζήτημα.
Την ανωτέρω κυρίαρχη στη θεωρία άποψη έχουν υιοθετήσει και οι αποφάσεις 519/2017 και 520/2017 του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις οποίες σε όσες αποφάσεις δημοσιεύτηκαν πριν την 1-1-2016 η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι τριετής και όχι διετής, δηλαδή προέκρινε η άποψη αυτή την ερμηνευτική άρση του προβλήματος μέσω της προσφυγής στη διαχρονικού δικαίου αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, εστιάζοντας στην άρση των ατόπων και ανισοτήτων που θα μπορούσαν να ανακύψουν μεταξύ των διαδίκων, από την ενδεχόμενη επιλογή αναδρομικής ισχύος τέτοιων νεότερων διατάξεων, που συντέμνουν τις καταχρηστικές αυτές προθεσμίες.
Το άτοπο της στενής γραμματικής ερμηνείας του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 αναδεικνύεται και από το εξής παράδειγμα: Έφεση κατ' απόφασης που είχε δημοσιευθεί σε χρόνο μεγαλύτερο της διετίας και μικρότερο της τριετίας πριν την άσκηση της έφεσης θα ήταν παραδεκτή ως εμπρόθεσμη αν ασκείτο μέχρι τις 31-12-2015, ενώ θα ήταν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη αν ασκείτο μετά την 1-1-2016, αφού θα είχε, εν τω μεταξύ, συμπληρωθεί η διετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της.
Αν ο νομοθέτης ήθελε κάτι διαφορετικό, που θα οδηγούσε σε απώλεια του δικονομικού δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου μέσου μέσα στη νέα καταχρηστική προθεσμία, θα έπρεπε είτε να το ορίσει ρητά είτε να προβλέψει συγκεκριμένη προθεσμία, εντός της οποίας θα όφειλε να ασκηθεί τυχόν ένδικο μέσο κατά αποφάσεως που δημοσιεύθηκε σε χρόνο μεγαλύτερο των δύο ετών από τη θέση σε ισχύ του νέου νόμου ή από την άσκηση του ενδίκου μέσου.
Εξάλλου, η προσήλωση στη φραστική διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. Γι' αυτούς κυρίως τους λόγους, η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., δηλαδή να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος.
Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση (πρβλ. Ολ.ΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή, κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της ΠολΔ, σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968).
Η με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου. Άλλωστε, υπέρ της ερμηνευτικής αυτής αντίληψης συνεπικουρεί και η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με την οποία "Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από τη εισαγωγή του ΚΠολΔ και δεν έχουν λήξει, καθώς και η παρέκτασή τους, κρίνονται σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε πριν την εισαγωγή του, η παράταση όμως, η αναστολή και η διακοπή τους εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την, εισαγωγή του ΚΠολΔ κρίνονται με βάση τις διατάξεις του" (Ολ.ΑΠ 10/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης και όχι διάταξης ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 2/2001, 1/1999, ΑΠ 792/2015, 145/2014).
Μέσω του παραπάνω λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, και το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων (ΑΠ 664/2018, 498/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που προσκομίζει με επίκληση η αναιρεσείουσα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22-2-2011 αγωγή του, με την οποία ζήτησε ως εκπρόσωπος της πλειοψηφίας των ιδιοκτητών της αναφερόμενης σ' αυτήν πολυόροφης οικοδομής που έχει υπαχθεί στο καθεστώς του Ν. 3741/1929 και στερείται κανονισμού εξαιτίας της άρνησης των εναγομένων, ιδιοκτητών, επίσης, οριζοντίων ιδιοκτησίων αυτής να συμπεριλάβουν στην κάταρτισή του, την κατάρτιση κανονισμού σύμφωνα με τα σχέδια και τα λοιπά έγγραφα που είχε νόμιμα καταθέσει σε συμβολαιογράφο και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καθαιρέσει την αυθαίρετη επέκταση της βεράντας που ανήκει στην ιδιοκτησία της.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 233/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας και της καθής η κοινοποίηση και επετράπη η κατάρτιση και μεταγραφή του κανονισμού ρύθμισης των σχέσεων των συνιδιοκτητών, της επί της συμβολής των οδών ….
στην …., κείμενης οικοδομής, σύμφωνα με το σχέδιο κανονισμού που έχει κατατεθεί στη Συμβολαιογράφο Αθηνών Μαρία Κουτάντου, τροποποιημένο κατά το άρθρο 8, από το οποίο πρέπει να απαλειφθούν οι παράγραφοι 5-9 περί δαπανών θέρμανσης. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ανωτέρω διάδικοι, με τις από 30-11-2016 και από 10-4-2014 αντίθετες εφέσεις τους προς το Μονομελές Εφετείο Αθηνών.
Το ανωτέρω δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10-4-2014 έφεση του αναιρεσιβλήτου, ενώ απέρριψε ως εκπρόθεσμη και την από 30-11-2016 έφεση της αναιρεσείουσας με τις εξής παραδοχές: "Από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 Κ. Πολ. Δικ., ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015, προκύπτει ότι αν δεν επιδοθεί η απόφαση η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Εξάλλου κατά το άρθρο ένατο παρ. 2 των μεταβατικών διατάξεων Ν. 4335/2015 οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές. Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς εκδίκαση η από …. έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης Ε. Κ.κατά της υπ' αριθμ. 233/13.2.2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η έφεση αυτή κατετέθη στις 30.11.2016 ), όπως προκύπτει από την έκθεση κατάθεσης δικογράφου έφεσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι μετά την παρέλευση δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία δεν έχει επιδοθεί όπως συνομολογείται από τους διαδίκους. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή έχει το άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ.ΝΚΠολΔ, κατά το οποίο το παραδεκτό των ένδικων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει, κατά τον χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, και κατά συνέπεια η έφεσή της έχει κατατεθεί εμπρόθεσμα όπως συνάδει και με την πλήρη διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
Στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο ένατο παρ. 2 των μεταβατικών διατάξεων N. 4332/2015, ως νεωτέρα, υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ. Εξάλλου οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα της ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί (ΟΛ.ΑΠ. 27/2002, Α.Ε.Δ,48/1982).
Κατ' ακολουθία η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη...". Όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η ένδικη έφεση ήταν εμπρόθεσμη, εφόσον ασκήθηκε εντός της κατά το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθόσον η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύτηκε στις 13-2-2014, δεν επιδόθηκε από κάποιον διάδικο και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε στις 30-11-2016 και με αριθμό 4833/2016 και στο Εφετείο στις 2-12-2016 (βλ.
υπ' αριθμ. γεν. αριθμ. καταθ. 6964/2016). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα την έφεση αυτή, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμός 14 αναιρετική πλημμέλεια και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ενόψει αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της, που απέρριψε την από 30-11-2016 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 233/13-2-2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος της αυτό στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
ε' ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1708/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το ως άνω μέρος της στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Αυγούστου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ