Legislator Case Law & Legislation
933/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding non-appearance of one co-appellant and rejects arguments on evidence evaluation.

Case Number 933/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding one co-appellant who failed to appear or be represented by a lawyer, mandating a split hearing. While the appeal against the Court of Appeals was admissible, the Court rejected the appellant's claims that the lower court ignored evidence or failed to consider a prior judgment. The decision rests on the principle that general references to evidence suffice without specific mentions, and the lower court properly weighed all submitted documents.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576(3)(b) C.Pol.D.; In cases of simple co-appellancy, if one party is unrepresented, the hearing is divided and declared inadmissible for the absent party. Art. 339, 340 C.Pol.D.; A general reference to evidence considered by the court of first instance is sufficient; specific mention is not required unless the omission clearly affects the outcome.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal unrepresented co-appellant split hearing procedure evidence evaluation omission of prior judgment

Cited Legislation

AI generated
Art. 576(3)(b) C.Pol.D.
Art. 339 C.Pol.D.
Art. 340 C.Pol.D.
Art. 346 C.Pol.D.
Art. 495(4) C.Pol.D.
Art. 22(1) Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OL AP 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 933 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 933/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο-εισηγητή και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. χήρας Λ. Γ., 2.Ε. Λ. Γ., 3.Ε. Λ. Γ., 4.Ρ. Λ. Γ., 5.Σ. Γ., απάντων κατοίκων .... Οι 1η 2η 4η και 5ος παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αντωνίου Ηλιόκαυτου. Η 3η δεν παραστάθηκε .

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 129/2014 Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 3 εδάφ. β` του ΚΠολΔικ, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, η τρίτη από τους αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ουδείς δε εκ των παρισταμένων, νομίμως, διαδίκων επικαλείται ή προσκομίζει αποδεικτικό επίδοσης της αναίρεσης προς αυτή για παράστασή της στην πιο πάνω δικάσιμο, δηλαδή, δεν προκύπτει, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση ως προς αυτή. Επομένως και σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς την εν λόγω διάδικο, απλή ομόδικο των λοιπών αναιρεσειόντων και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 129/2014 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).

Κατά άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, καθώς και ο λόγος έφεσης περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων (ολΑΠ 14/2004) Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πλημμέλεια ότι, δηλαδή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους λόγους έφεσης, με τους οποίους παραπονούνταν ότι εσφαλμένα δεν έγινε δεκτό ότι η επίδικη έκταση ήταν αγροτική και καλλιεργήσιμη και ουδέποτε ήταν δασική, όπως κρίθηκε για όμορη έκταση του ίδιου μείζονος ακινήτου με την απόφαση 231/2003 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που είχαν διατυπωθεί στους λόγους έφεσης και τους απέρριψε ως αβάσιμους, με την παραδοχή <<... συνεπώς ο οικείος αγωγικός ισχυρισμός των εναγόντων περί υπάρξεως τίτλου [ταπίου] για την έκταση αυτή τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία , αποδεικνύεται ότι η επίδικος έκταση δεν ήταν ανέκαθεν δεκτική καλλιέργειας με δημητριακά ... Κατ ακολουθία , αφού οι απώτατοι ως άνω δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν είχαν αποκτήσει επί της επίδικης εκτάσεως με οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους δύο τρόπους [ταπί ή καλλιέργεια επί δεκαετία πριν το 1917] δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, το οποίο μετά την απελευθέρωση των Νέω Χωρών και την προσάρτηση της Ηπείρου στο Ελληνικό Κράτος να μετατραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους>>.

Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα επί των γαιών ιδιωτικής φύσης δικαιώματα, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών, οι οποίοι είναι δημόσιες γαίες, ανήκει στο Δημόσιο, η δε παραχώρηση αυτών σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου) με τον οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 78 του ίδιου Νόμου, σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγράφων ταπίων της 7 Σαμπάν 1276, προκύπτει ότι για την κτήση του δικαιώματος αυτού της εξουσιάσεως (μονίμου εγκαταστάσεως), αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, κατοχής και καλλιέργειας της δημόσιας γαίας, στην οποία αναφέρεται το δικαίωμα αυτό από τον εξουσιάζοντα, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αυτή είναι κατά τη φύση και τον προορισμό της καλλιεργήσιμη και δεν πρόκειται για άλλης φύσης δημόσια γαία και δεν απαιτείται να εκδοθεί στο όνομα αυτού και τίτλος (ταπί), ο οποίος έχει απλώς χαρακτήρα αποδεικτικό.

Η κτήση του δικαιώματος της εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή και καλλιέργεια, αναγνωρίσθηκε και από το άρθρο 2 του με αριθμ. 2468 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, καθώς και από το άρθρο 50 του Ν. 2052/1920, εφόσον η δεκαετία της κατοχής συμπληρώθηκε μέχρι τις 20 Μαΐου 1917.

Με το άρθρο 49 του Ν. 2052/1920 ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι όποιος έχει το δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτάει δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε Δημόσιο δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το δικαίωμα όμως αυτό του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει των άρθρων 101-104 του Δ/τος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν.4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Ν.1540/1938 περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στους κατά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5 του ακινήτου.

Με τη συνδρομή των άνω προϋποθέσεων το παραπάνω ακίνητο είναι περαιτέρω δεκτικό χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 29.4/6.5.1926 δια του οποίου απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση η οποία ισχύει από 11.9.1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του Ν.

ΔΞΗ'/1912, δικαιοστασίων, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού, επειδή κατά νόμο έπαψε να έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, ολΑΠ 9/2013 ολΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : <<Η επίδικος έκταση έχει εμβαδόν 86.300 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας του … του Δήμου Ηγουμενίτσας και συνορεύει με ιδιοκτησίες Μ.

Κ., κληρονόμων Λ. Γ., με εθνική οδό …., με ιδιοκτησίες κατοίκων … και με ιδιοκτησία Α. Κ.. Διατείνονται οι ενάγοντες - εκκαλούντες, ότι η έκταση αυτή περιήλθε σ' αυτούς εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος χωρίς να αφήσει διαθήκη, την 09-01-2000 συζύγου της πρώτης και πατρός των λοιπών, Λ. Γ., την οποία κληρονομιά αποδέχθηκαν αυτοί με την υπ' αριθμ. .../30-10-2000 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Α.

Ζ.-Τ., νομίμως μεταγεγραμμένης στον τόμο … και με α.α. … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφύλακα Ηγουμενίτσας, ότι η έκταση περιήλθε στον άνω κληρονομούμενο εξ αγοράς της από τον Γ. Κ. του Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../26-10-1971 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ν. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο … και με α.α.

…, των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφύλακα Ηγουμενίτσας, στον δε Γ. Κ. περιήλθε η έκταση λόγω διανομής με τους λοιπούς συγκυρίους αδελφούς του Μ. και Α. Κ. ευρύτερης έκτασης συνολικής εκτάσεως 150.000 τ.μ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../14-04-1971 συμβολαίου διανομής του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου (Ν. Κ.), νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο … και με α.α.

… των βιβλίων μεταγραφών του ιδίου Υποθηκοφύλακα, ότι στους αδελφούς Κ. η ως άνω ευρύτερη έκταση στην οποία υπάγεται και η επίδικος έκταση περιήλθε με μεταβίβαση προς αυτούς από τους Μουσουλμάνους Ν. Ε. Τ., Τ. Γ. Ε., Γ. Γ. Ε., Σ. χήρα Γ. Ε. Τ. το γένος Α. Σ. και Μ. συζ. Ι. Μ. Χ. το γένος Γ. Ε. Τ., δυνάμει των υπ' αριθμούς …/21-12-1931 και …/29-01-1933 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Θ.

Μ., νομίμως μεταγεγραμμένων στον τόμο 1 και α.α. … το πρώτο και 3 με α.α. … το δεύτερο, των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφύλακα Ηγουμενίτσας, στους δε τελευταίους περιήλθε η όλη αυτή έκταση κατά κυριότητα δυνάμει εκδοθέντος προς τούτο αυτοκρατορικού τίτλου (ταπίου), άλλως δυνάμει δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεώς του και καλλιέργειας του από τους ως άνω Μουσουλμάνους επί δέκα τουλάχιστον έτη προ του έτους 1917 χωρίς δικαστική ή άλλη αμφισβήτηση.

Στα δύο τελευταία αυτά συμβόλαια (.../1931 και .../1933), ουδόλως γίνεται μνεία σ' αυτά για τον τρόπο με τον οποίο κατέστησαν κύριοι της μείζονος εκτάσεως, στην οποία διαλαμβάνεται και η επίδικος έκταση, οι Μουσουλμάνοι πωλητές της εκτάσεως αυτής στους αδελφούς Κ., οι δε ενάγοντες - εκκαλούντες δεν προσκομίζουν αντίστοιχο αυτοκρατορικό τίτλο (ταπίον) που να καταδεικνύει ότι η έκταση αυτή εδόθη στους ως άνω πωλητές από την Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά παραχώρηση διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) της εκτάσεως αυτής και συνεπώς και της επιδίκου.

Συνεπώς ο οικείος αγωγικός ισχυρισμός των εναγόντων περί υπάρξεως τίτλου (ταπίου) για την έκταση αυτή τυγχάνει απορριπτέος, ως αβάσιμος. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι η επίδικος έκταση δεν ήταν ανέκαθεν δεκτική καλλιέργειας με δημητριακά (κριθάρι, βρώμη κ.λ.π.), καθόσον το έδαφος της ήταν αργιλώδες, είχε κλίσεις και ήταν μη αποδοτικό και αρνητικό για καλλιέργειες με τα μέσα που διέθεταν τότε, παρεκτός που ήταν λίαν δύσκολη η άρρωσή του.

Γι' αυτό άλλωστε δεν υπήρχαν ποτέ γραμμώσεις στο έδαφος ούτε άλλες κατασκευές απαραίτητες λόγω της μορφολογίας του εδάφους για το εφικτό της γεωργικής εκμετάλλευσης του επιδίκου (αναβαθμίδες, τοίχοι συγκράτησης του εδάφους) που θα έδειχναν ότι η επίδικος έκταση καλλιεργήθηκε κάποτε. Αντίθετα εχρησιμοποιείτο τόσο από τους Μουσουλμάνους όσο και από τους αδελφούς Κ., ως βοσκότοπος των ζώων τους, τα δε πηγάδια που υπάρχουν σ' αυτήν έγιναν για να αντλείται νερό για τα ζώα τους που βοσκούσαν στην περιοχή αυτή.

Η επίδικος έκταση το έτος 1978 παρουσίαζε την εικόνα δάσους κατά την μείζονα επιφάνειά της και δασικής τοιαύτης κατά την υπόλοιπη επιφάνειά της, υπήρχαν εντός αυτής δένδρα δρυός, πουρνάρια και αγριογκορτσιάς (βλ. σχετ. έκθεση αυτοψίας των Β. Τ. και Δ. Β.). Ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων εκκαλούντων Λ.

Γ., το έτος 1975, περιέφραξε την έκταση αυτή με ξύλινους πασσάλους και αγκαθωτό σύρμα, με σκοπό να την ιδιοποιηθεί. Το Ελληνικό Δημόσιο αμέσως αντέδρασε και μετά από αυτοψία των οργάνων του Β. Τ. και Δ. Β., οι οποίοι διαπίστωσαν τον δασικό χαρακτήρα της εκτάσεως αυτής, συνέταξε και εξέδωσε το με αριθμό …/1978 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Λ.

Γ. εκ της εκτάσεως αυτής. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού άσκησε ο Λ. Γ. ανακοπή και εξεδόθη η 30/1979 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας που απέρριψε την ασκηθείσα ανακοπή του. Ειδικότερα ο δικάσας Ειρηνοδίκης, μετά από θεώρηση του επιδίκου, απεφάνθη ότι η επίδικος έκταση είχε χαρακτήρα δασικής εκτάσεως, ουδέποτε καλλιεργήθη και δεν υφίστανται παντάπασιν ίχνη καλλιέργειάς της (βλ.

σκεπτικό της ως άνω αποφάσεως). Κατ' αυτής της αποφάσεως, άσκησε έφεση ο Λ. Γ. και επ' αυτής εξεδόθη η 101/1981 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που απέρριψε την έφεσή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με όμοια αιτιολογία. Άλλωστε και στα αρχικά συμβόλαια που επικαλούνται οι ενάγοντες (.../1931 και .../1933) η επίδικος έκταση προσδιορίζεται ως "Λειβάδι" και όχι ως αγρός καλλιεργήσιμος.

Με βάση τα ανωτέρω, αφού δεν υπήρξε εξ υπαρχής η επίδικος έκταση "καλλιεργήσιμη γαία", για την κτήση κυριότητάς της από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων μουσουλμάνους και της μετέπειτα μεταβιβάσεως υπ' αυτών στους αδελφούς Κ., θα έπρεπε να είχε εκδοθεί αυτοκρατορικός τίτλος (ταπίον), προϋπόθεση που δεν υπήρξε, ως απεδείχθη, και επομένως δεν είχαν αυτοί εξουσία και δικαίωμα διαθέσεως της επιδίκου εκτάσεως, περαιτέρω δε, ως απεδείχθη, οι ως άνω απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ουδέποτε καλλιέργησαν την έκταση αυτή και δη επί 10 έτη προ του έτους 1917, ώστε να καταστούν μετέπειτα EX LEGE κύριοι αυτής, ως έχοντες την έκταση αυτή υπό την διηνεκή εξουσία τους καλλιεργούντες αυτήν άνευ αμφισβητήσεως (τεσσαρούφ) και επομένως και πάλιν δεν είχαν το δικαίωμα διαθέσεώς της στους αδελφούς Κ., ως μη όντες κύριοι αυτής.

Κατ' ακολουθία , αφού οι απώτατοι ως άνω δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν είχαν αποκτήσει επί της επίδικης εκτάσεως με οποιοδήποτε από τους προαναφερομένους δύο τρόπους [ταπί ή καλλιέργεια επί δεκαετία πριν το 1917] δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως, το οποίο μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών και την προσάρτηση της Ηπείρου στο Ελληνικό Κράτος να μετατραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους, δυνάμει του άρθρου 60 παρ. 1 της από 30-1-1923 Συνθήκης της Λωζάνης, κυρωθείσας με το από 25-8-1923 ν.δ.

και πλέον ως δημόσιο κτήμα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων <<περί δικαιοστασίου>> που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16-51926 <<περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων Αεροπορικής Αμύνης κλπ>> που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 <<περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων>>, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, δεν μπορούσε να χρησιδεσποθεί από τρίτον, ούτε να επέλθει οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επ' αυτού.

Συνεπώς και αν ακόμη είναι αληθές ότι ο άμεσος και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατείχαν το επίδικο ακίνητο και εκμεταλλεύονταν τούτο ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις εξουσιάσεως αυτού, από την προσάρτηση της Ηπείρου στο Ελληνικό Κράτος και στο εξής δεν απέκτησαν κυριότητα σε αυτό με έκτακτη ή τακτική χρησικτησία, παρεκτός του ότι ουδόλως απεδείχθη ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής στην επίδικη έκταση με καλή πίστη από του έτους 1971 και μέχρι το θάνατό του [2000], καθόσον, ως προελέχθη, όταν το έτος 1975 επιχείρησε να περιφράξει την έκταση αυτή, αμέσως αντέδρασε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, εξέδωσε κατ' αυτού πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, το οποίο κατέστη αμετάκλητο και απέβαλε αυτόν εκ της επιδίκου εκτάσεως, συνεχιζομένης της αποβολής του μέχρι και σήμερα, όπως και των εναγόντων-κληρονόμων αυτού>>.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων-εναγόντων κατά της 61/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που είχε δεχθεί τα ίδια. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του πλήρης, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου τόσο εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των εναγόντων όσο και των ιδίων [εναγόντων] με παράγωγο τρόπο , αλλιώς με πρωτότυπο, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που προαναφέρθηκαν.

Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, οι με αυτόν αποδιδόμενες, ακόμη, αιτιάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση, περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθώς και της 213/2003 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία είχε κριθεί σε δίκη μεταξύ δικαιοπαρόχων τους και του Ελληνικού Δημοσίου ότι άλλο τμήμα του μείζονος ακινήτου δεν αποτελεί δασική έκταση , ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος.

Με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔικ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το φερόμενο ότι αγνοήθηκε αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης [Ολ ΑΠ 2/2008], επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα και απέρριψε την ένδικη έφεση, επειδή δεν έλαβε υπόψη την απόφαση 231/2003 του Εφετείου Κέρκυρας, την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει προς απόδειξη της κυριότητάς τους στην επίδικη έκταση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι οδηγήθηκε στο αποδεικτικό της πόρισμα <<...από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως τα διάδικα μέρη, περιλαμβανομένων και των φωτογραφιών που προσκομίζουν οι εκκαλούντες-ενάγοντες...>> δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την ως άνω δικαστική απόφαση, που φέρεται ότι αγνοήθηκε, την οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, προκειμένου να συναχθεί το αποδεικτικό πόρισμα, όπως τα άρθρα 339, 340 εδ.

α και 346 ΚΠολΔ., συνδυαζόμενα, επέβαλαν, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής.

Κατ` ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μετά από αίτημα αυτού, τα οποία, όμως, θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς την τρίτη από τους αναιρεσείοντες Ε. θυγ. Λ. Γ..

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-7-2016 αίτηση αναίρεσης της 129/2014 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε στο Δημόσιο Ταμείο. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ