Legislator Case Law & Legislation
933/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding the timing of filing additional appeal arguments.

Case Number 933/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Piraeus Court of Appeal's decision, ruling that the additional appeal arguments were inadmissible. The appellants argued they should have filed these arguments during the post-remittal hearing in 2012, but the court found this hearing was merely a continuation of the original 2005 appeal proceedings. Consequently, the court held that the procedural prerequisites for filing new arguments were not met at that stage.

Legislator headnote

AI generated

Art. 674 para. 1 and Art. 677 of the Code of Civil Procedure; additional appeal arguments must be filed at the commencement of the appeal hearing, not during a subsequent post-remittal session which constitutes a continuation of the original proceedings.

Keywords

AI generated
additional appeal arguments procedural admissibility timing of filing continuation of proceedings Code of Civil Procedure remittal hearing inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 110 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 674 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 677 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 13/95
OLAP 3/1997
AP 1530/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 933 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 933/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Α. Φ. του Δ., και 2Ν. Θ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ", που εδρεύει στο Σκαραμαγκά Χαΐδαρίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλεβίζο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ Κοινοποιούμενη και προς το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2003 μη οριστική, 4144/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 930/2005 μη οριστική, 389/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1310/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (389/2009) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την 539/2012 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 21 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 8 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης, που αποσκοπεί στη διασφάλιση του συζητικού συστήματος (αρθ.106 ΚΠολΔ) αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (αρθ.110 παρ.2 ΚΠολΔ) ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 13/95) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005).

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.ΑΠ 2/1989) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, (αιτιολογημένη άρνηση), δηλαδή, σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μεσα (Ολ.ΑΠ 469/84, ΑΠ 87/2013) έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994) ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου (ΑΠ 1573/06).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 681 και 694 ΑΚ συνάγεται ότι, επί συμβάσεως μισθώσεως έργου ο εργολάβος οφείλει, έναντι του κυρίου του έργου, να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κυρία υποχρέωσή του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής και παράδοσης του έργου όσο και κάθε άλλη υποχρέωση, η οποία, βάσει συμβατικού όρου, ανάγεται σε κυρία υποχρέωση, μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 553/05, ΑΠ 697/2000)εγείροντας σχετική αγωγή, για το ορισμένο της οποίας πρέπει να επικαλεστεί την κατάρτιση σχετικής συμβάσεως, το έργο που συμφωνήθηκε να εκτελεστεί, την εκτέλεση και παράδοση ή προσφορά προς παράδοσή του (έργου) καθώς και την αμοιβή που συμφωνήθηκε (ΑΠ 382/2006 ΑΠ 568/99). Ο εργοδότης, εναγόμενος από τον εργολάβο για την καταβολή της αμοιβής του, μπορεί, είτε να αρνηθεί την καταβολή αυτής, προβάλλοντας τον ισχυρισμό της μη εκπλήρωσης εκ μέρους του εργολάβου της υποχρέωσης αυτού προς παράδοση του έργου, ο οποίος συνιστά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, είτε να προτείνει τους από τα αρθ.686-690 ΑΚ απορρέοντες ισχυρισμούς, οι οποίοι συνιστούν ενστάσεις.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το αρθ.559 αρ.8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πραγματικό ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα έλαβε υπόψη για τη θεμελίωση της από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια προταθείσας, [προς απόκρουση της αγωγικής αξίωσης αυτών για την καταβολή της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής], "ένστασης μη εκπληρώσεως της συμβάσεως", τον αναφερόμενο στη "μη εκτέλεση και παράδοση της μελέτης ευστάθειας των πλοίων σε κατάσταση βλάβης χωρίς την εγκατάσταση εξισορροπιστικών βαλβίδων", η οποία (μελέτη) αποτελούσε μέρος του αναληφθέντος από τους αναιρεσείοντες έργου, πραγματικό ισχυρισμό, τον οποίο και έκανε δεκτό απορρίπτοντας, ακολούθως, την αγωγή ως αβάσιμη ουσιαστικά, χωρίς όμως το περιστατικό αυτό να έχει προταθεί από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο παραπάνω προβληθείς ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης συνιστά ένσταση καταλυτικής της αγωγικής αξίωσης των αναιρεσειόντων, η οποία (αγωγική αξίωση) θεμελιώνεται στην απ'αυτούς προσήκουσα εκτέλεση και παράδοση προς την εργοδότρια αναιρεσίβλητη του αναληφθέντος έργου, μέρος του οποίου αποτελούσε, κατά τα προεκτεθέντα, και η εκτέλεση και παράδοση της παραπάνω μελέτης ευστάθειας, προϋπόθεση όμως η οποία δεν συντρέχει στην ένδικη περίπτωση, όπως εσφαλμένως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, χαρακτηρίζοντες τον εν λόγω ισχυρισμό "ένσταση μη εκπλήρωσης της συμβάσεως", αφού ο ισχυρισμός αυτός ανεξάρτητα από τον δοθέντα από της προσβαλλόμενης αδόκιμο χαρακτηρισμό ως "ένσταση μη εκπλήρωσης της συμβάσεως" αποτελεί, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, άρνηση του θεμελιωτικού της αγωγικού δικαιώματος περιστατικού της εκτέλεσης και παράδοσης του έργου και επομένως δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης ελεγχόμενο με το προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' και γ.... ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ.

β', 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι, ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του χωρίς να απαιτείται για τον εν λόγω προσδιορισμό η αναφορά της ημεροχρονολογίας του εγγράφου ή του τυχόν αριθμ.πρωτοκόλλου καθώς και άλλου μερικοτέρου για τον προσδιορισμό του στοιχείου, αρκεί να μη γεννιέται αμφιβολία για το έγγραφο που προσκομίστηκε (ΑΠ 29/2000).

Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία, αυτή, διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. (Ολ.ΑΠ 9/2000, 23/2008) Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.).

Μόνο αν, από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. Α.Π.2/2008) ή, κατ' άλλη, έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π.13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο από το αρ.559 περ.11γ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13).

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το αρθ.559 αρ.11β ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα παρακάτω έγγραφα, που προσκομίστηκαν από την αναιρεσίβλητη, χωρίς όμως να γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του καθενός απ'αυτά και ειδικότερα (έλαβε υπόψη) τα: "α) Αλληλογραφία από την εταιρεία μας προς τους αντιδίκους με συγκεκριμένες επισημάνσεις και διαμαρτυρίες, σχετικά με εκκρεμότητες και καθυστερήσεις στο σύνολο των συμβατικών υποχρεώσεων των αντιδίκων και σχετικά με τα προβλήματα που αυτές προκαλούσαν στην πρόοδο του έργου (Σχετικά 4)", β) "Αλληλογραφία προς τους εναγομένους (σ.σ.

εννοεί ενάγοντες) με διαμαρτυρίες και οχλήσεις από όλους, ήτοι τόσο από την εταιρεία μας, όσο και από τον υπεύθυνο επίβλεψης του έργου Γερμανικό Νηογνώμονα, όσο και από τον τελικό αποδέκτη του έργου της μετασκευής, σχετικά με την καθυστέρηση, τις εκκρεμότητες και τελικά την μη ολοκλήρωση από τους αντιδίκους της μελέτης Damage Stability (Σχετικό 6)", γ) "Παραστατικά αποδεικνύοντα τις τμηματικές πληρωμές των αντιδίκων από την εταιρεία μας, αναφορικά με την μερική, έως ένα σημείο μόνο, εκτέλεση από αυτούς των συμβατικών τους υποχρεώσεων (Σχετικά 10)" δ) λίστα με τα γεγονότα, και την ανταλλαγείσα μεταξύ των διαδίκων σχετική αλληλογραφία, κατά την χρονολογική σειρά που αυτά έλαβαν χώρα (Σχετικό 18)", ε)Υποβληθείσα προσφορά και σχετικό τιμολόγιο του Γερμανικού Νηογνώμονα (GL) για το ποσό των 17.180 ευρώ, προς την εταιρεία μας, σχετικά με την αναγκαστική ολοκλήρωση από αυτόν της μελέτης Damage Stability την οποία ουδέποτε ολοκλήρωσαν οι αντίδικοι (Σχετικό 11)" και στ) Τιμολόγιο του Γερμανικού Νηογνώμονα για το ποσό των 63.950 ευρώ γερμανικών μάρκων προς την εταιρεία μας, σχετικά με την επιπλέον παραμονή των εκπροσώπων του τελευταίου στις εγκαταστάσεις μας ...

για την επίβλεψη του έργου των αντιδίκων και την ολοκλήρωση από αυτόν πλέον και έγκριση των μελετών, λόγω της καθυστέρησης που προκάλεσε η αντισυμβατική συμπεριφορά των αντιδίκων (Σχετικό 12)". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την επισκόπηση των ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής κατατεθεισών από την αναιρεσίβλητη προτάσεων, με τις οποίες, και υπό την αναφερομένη στην ως άνω αναιρετική αιτίαση διατύπωση, εγένετο η επίκληση των παραπάνω εγγράφων, προκύπτει ότι, η προδιαληφθείσα περιγραφή πληροί την κατά τη διάταξη του αρθ.559 αρ.11β ΚΠολΔ απαιτουμένη σαφήνεια, που αποκλείει τη δημιουργία οποιασδήποτε αμφιβολίας αναφορικά με την ταυτότητα των μετ'επικλήσεως προσκομισθέντων εγγράφων, η οποία δεν μπορεί να προέλθει από την παράλειψη αναφοράς από την αναιρεσίβλητη του αριθμού των προσκομιζομένων εγγράφων και της ημεροχρονολογίας εκάστου εξ αυτών, όπως εσφαλμένως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.

Απορριπτέος επίσης ως αβάσιμος κρίνεται και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους ιδίους έγγραφα και ειδικότερα α) "την από 17-8-2004 απόδειξη διανομής και παραλαβής τεχνικών στοιχείων της αναιρεσίβλητης μετά των σ'αυτήν μνημονευομένων και προσαρτημένων στοιχείων και μελετών" και β) "το αποσταλέν από την αναιρεσίβλητη στον πραγ/να και περιλαμβανόμενο στην μετ'επικλήσεως προσαχθείσα από εμάς έκθεση πραγματογνωμοσύνης έγγραφο επιγραφόμενο ως Damage Stability Calculation", από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, προέκυπτε "η ανεπιφύλακτη παραλαβή του μέχρι τότε αναληφθέντος έργου και η ολοσχερής εκπλήρωση των εξ αυτού υποχρεώσεων και η απόσβεση του συνδέοντος συμβατικού δεσμού εκ της αρχικής συμβάσεως" αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία έλαβε υπόψη (και) τα παραπάνω έγγραφα με ρητή μεν αναφορά της από 24.7.2006 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του ναυπηγού - μηχανολόγου Ι.Κ., στην οποία κατά τους αναιρεσείοντες, διελαμβάνετο το υπό στοιχ.β'ως άνω έγγραφο, με τη γενική δε μνεία της λήψης υπόψη "όλων, ανεξαιρέτως, των μετ'επικλήσεως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων" το υπό στοιχ.α' ως άνω εγγράφου, από τις οποίες (αναφορά και γενική μνεία) σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι (και) τα εν λόγω έγγραφα έχουν ληφθεί υπ'όψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.

Εξάλλου, η αιτίαση των ερευνέμενων ως άνω δευτέρου και τρίτου λόγων, κατά το δεύτερο σκέλος τους ότι από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο, αναφορικά με την παράδοση του έργου, πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά τα άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετική αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 1127/13).

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", κατά δ'αυτή του άρθρου 581 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή και στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 674 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η οποία κατ' άρθρο 681 εδ. γ', εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης και η αντέφεση ασκούνται και με τις προτάσεις που καταθέτουν οι διάδικοι το αργότερο στο ακροατήριο του Εφετείου κατά τη πρώτη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 333/96 ΑΠ 1411/99).

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, μετά την αναίρεση εφετειακής απόφασης και την παραπομπή της υπόθεσης στο Εφετείο είναι μεν παραδεκτή, κατά την ειδική διαδικασία διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, η άσκηση από τον εκκαλούντα προσθέτων λόγων έφεσης και από τον εφεσίβλητο αντέφεσης, με τις προτάσεις τους, αυτές, όμως, πρέπει να κατατίθενται, το αργότερο, κατά την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο του Εφετείου (ΑΠ 1411/99).

Ο προσδιορισμός δε του σταδίου από το οποίο αρχίζει η ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής διαδικασία γίνεται με βάση την αρχή ότι οι διάδικοι μετά την αναίρεση της απόφασης επανέρχονται δικονομικώς στην κατά το χρόνο της τελευταίας συζήτησης υπάρχουσα κατάσταση. Η πριν από την αναιρεθείσα απόφαση διαδικασία ενώπιον του Εφετείου ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Ανάλογα δε με το σημείο εκκίνησης της διαδικασίας στο δικαστήριο της παραπομπής, καθαρίζονται και οι δικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, μεταξύ των οποίων και η της άσκησης πρόσθετων λόγων έφεσης και αντέφεσης. Επομένως, αν πριν από την αναιρεθείσα οριστική απόφαση του Εφετείου είχε εκδοθεί προδικαστική απόφαση αυτού ή απόφαση, με την οποία, αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, χωρίς όμως οι τελευταίες αυτές αποφάσεις να αναιρεθούν, σημείο εκκίνησης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής είναι εκείνο του τέλους της διαδικασίας που προηγήθηκε μετά την έναρξη της, για πρώτη φορά συζήτησης της εφέσεως και επομένως οι πρόσθετοι λόγοι που ασκούνται με τις προτάσεις του εκκαλούτος κατά την νέα συζήτηση της έφεσης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 884/2007).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/09) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/08, ΑΠ 558/08) με τον παραπάνω, από το αρθ.559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγου ελέγχονται πλήν άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/08) καθώς και των προσθέτων λόγων έφεσης (Ολ.ΑΠ 2091/86).

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτο τον πρόσθετο λόγο έφεσης που ασκήθηκε με τις προτάσεις αυτών κατά τη συζήτηση (κατά τη δικάσιμο της 8.3.2012) της έφεσής τους κατά της 4144/2003 οριστικής απόφασης του Μον.Πρωτ.Πειραιά, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία (συζήτηση) εχώρησε μετά την αναίρεση, με την 1310/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, της 389/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε επί της ιδίας ως άνω έφεσής τους (που συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 6-4-2008) ύστερα από τη μεσολαβήσασα έκδοση επ'αυτής των μη οριστικών αποφάσεων του Εφετείου Πειραιά:

α)930/2005 με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και β)1/2008, η οποία διέταξε την, κατ'αρθρ.254 ΚΠολΔ, επανάληψη της συζήτησης λόγω αποδοχής της αίτησης εξαίρεσης μέλους της συνθέσεως του δικάσαντος δικαστηρίου, με την εσφαλμένη, κατά την προβαλλομένη αιτίαση, αιτιολογία της εκπρόθεσμης άσκησης του παραπάνω προσθέτου λόγου, ο οποίος, κατά τη σχετική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, "έπρεπε να ασκηθεί κατά την πρώτη συζήτηση της έφεσης κατά τη δικάσιμο της 3-5-2005, μετά την οποία εκδόθηκε η παραπάνω 930/2005 μη οριστική απόφαση", ενώ αυτός (πρόσθετος λόγος) θα έπρεπε να γίνει τυπικά δεκτός ως παραδεκτώς, ασκηθείς με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά την μετ'αναίρεση συζήτηση της έφεσής τους ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής (8.3.2012).

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, μετ'αναίρεση συζήτηση της έφεσής των αναιρεσειόντων κατά τη δικάσιμο της 8.3.2012 αποτελούσε την έναρξη της συζήτησης αυτής (έφεσης), η οποία καθιστά επιτρεπτή, σύμφωνα με τα αρθ.674 παρ.1 και 677 ΚΠολΔ την άσκηση προσθέτων λόγων με τις προτάσεις, ενώ, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, η εν λόγω συζήτηση ήταν συνέχεια της συζήτησης, που είχε αρχίσει κατά τη δικάσιμο της 3-3-2005, μετά την οποία εκδόθηκε η παραπάνω 930/95 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιά, η οποία, ενόψει του ότι, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, δεν συναναιρέθηκε με την προδιαληφθείσα απόφαση του ΑΠ, αφού η διαδικασία για την έκδοσή της δεν στηρίχθηκε στη παράβαση για την οποία αναιρέθηκε η 389/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιά (μη προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των αρ.173 και 200 ΑΚ παρά τη διαπίστωση κενού στην μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση) αποτελούσε το σημείο στο οποίο, σύμφωνα με το αρθ.579 παρ.1 ΚΠολΔ, επανήλθαν οι διάδικοι μετά την αναίρεση, το οποίο όμως (σημείο) καθιστά απαράδεκτη την άσκηση προσθέτου λόγου έφεσης, όπως ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2012 και με αριθμ.καταθ.93/2012 αίτηση αναίρεσης της 539/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ