Legislator Case Law & Legislation
933/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order due to plaintiff's failure to appear in court.

Case Number 933/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a second-instance eviction order. The appellants failed to appear at the hearing on February 22, 2012, despite being properly summoned, while the respondent company was represented by counsel. The court proceeded with the discussion under Article 576 of the Code of Civil Procedure, rejecting the appeal as inadmissible due to the appellants' absence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 143(3) and 242(2) of the Code of Civil Procedure; Article 576(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellants fail to appear at the hearing or submit a declaration of representation, allowing the court to proceed with the discussion.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to appear Code of Civil Procedure procedural default eviction order court summons legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 143(3) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 933 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 933/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Κ. του Ι., 2. Ι. Κ. του Α. και 3. Ε. συζ. Α. Κ., το γένος Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λίλα Καππάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 136/1999 μη οριστική, 19/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 707/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-12-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 24-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την 7849/12-7-2010 έκθεση επίδοσης της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών ..., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Λίλας Καππάτου, που επισπεύδει τη συζήτηση- και της οποίας την παραγγελία αυτή ενέκρινε η τελευταία με το .../2-2-2011 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Μαρκογιαννάκη -ακριβές αντίγραφο της από 5-12-2008 αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αρχική δικάσιμο της 9-2-2011, κατά την οποία οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους και η συζήτηση της αναβλήθηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 22-2-2012), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον υπογράψαντα την ανωτέρω αίτηση αναίρεσης δικηγόρο των αναιρεσειόντων Αλέκο Καρώκη (άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσείοντες όμως δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά της σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσειόντων.

ΙΙ. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι: α) η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου, με ακριβή περιγραφή αυτού και μνεία του οριστικού τίτλου κυριότητας, β) νομή ή κατοχή του ακινήτου από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και γ) αίτημα απόδοσης του διεκδικουμένου ακινήτου στον ενάγοντα.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός των άλλων αναγκαίων για το ορισμένο αυτής στοιχείων, πρέπει να περιέχει και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του. Προκειμένου περί αγωγής αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου απαιτείται για το ορισμένο αυτής, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του.

Η περιγραφή του ακινήτου, από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος των πλευρών του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφ' όσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματούται στο δικόγραφο της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη, από 25-7-1996, διεκδικητική αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει, αναφορικά με την περιγραφή του επιδίκου τμήματος ακινήτου, τα ακόλουθα: "Είμαι κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγροκτήματος κειμένου εις τη θέση "ΤΣΟΥΡΟΥΝΑ-ΠΑΛΗΟΣΤΑΦΙΔΑ" της περιοχής Λάσσης του Δήμου Αργοστολίου, συνολικής έκτασης είκοσι δύο στρεμμάτων και 200 τετραγωνικών μέτρων (22.200 τ.μ.) κατά μεν τους τίτλους κτήσεως, κατά δε νεωτέρα καταμέτρηση είκοσι πέντε στρέμματα και είκοσι οκτώ τετραγωνικά μέτρα (25.028 τ.μ.) περίπου, σύμφωνα με τα από Νοέμβριο 1994 τοπογραφικά διαγράμματα (Αρ.

Σχεδίων Τ1β και Τ1γ) υπό κλίμακος 1:500 της Διπλωματούχου Τοπογράφου-Μηχανικού Ν. Π.-Λ. στο οποίο περιγράφεται το ρηθέν ακίνητο με τους αριθμούς 1, 2, 3', 4, 6, 8, 11, 12, 14, 17, 18, 20, 21, 24, 23, 22, 25, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 54, 53, 55, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 87, 86, 88, 89, 92, 91, 90, 97, 98, 1, οροθετούμενο Ανατολικά με αγρόκτημα Γ. Κ., Νοτίως με αγροτικό δρόμο (διαχωρίζοντας το αγρόκτημά μου τούτο από τα αγροκτήματα των κληρονόμων Γ.

Κ., των κληρονόμων Ι. Κ. και Π. Σ. Δ. και συνεχομένης ιδιοκτησίας μου), Δυτικά με ιδιοκτησίες Μ. και Κ. (πρώην Σ. Φ.) και συνεχομένη ιδιοκτησία μου και Βόρεια με θάλασσα Τσουρούνας-Παληοσταφίδας ... Παρά ταύτα οι αντίδικοί μου παρανόμως και αυθαιρέτως, και χωρίς την άδεια μου κατά το έτος 1990 εισήλθαν εντός του ανωτέρω ακινήτου μου εκχερσώνοντας έκταση εμβαδού έξι στρεμμάτων και τετρακοσίων ενενήντα επτά τετραγωνικών μέτρων (6.497 τ.μ.) με αποτέλεσμα να καταστρέψουν την υπάρχουσα εκεί βλάστηση.

Βεβαίως δεν αρκέστηκαν μόνο εις αυτά, αλλά σταδιακά τοποθέτησαν εις την ανατολική πλευρά αυτού και συγκεκριμένα ενδιαμέσως των Ε1: 2843, 92 τ.μ. και Ε2: 3.163, 18 τ.μ. τμημάτων του ως άνω αγροτεμαχίου μου τοιχείο μπετόν από τη νότια πλευρά προς τη βόρεια πλευρά (όπως εις το αντίστοιχο Τ1γ προαναφερόμενο σχέδιό μου αναφέρονται) υπό τα στοιχεία 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41.

Επιπλέον, εις την ίδια ανατολική πλευρά του ως άνω αγροτεμαχίου μου και συγκεκριμένα ενδιαμέσως των Ε2: 3163, 18 τ.μ. και Ε3: 19020, 54 τ.μ. τμημάτων αγροτεμαχίου μου, τοποθέτησαν από τη νότια πλευρά προς: τη βόρεια πλευρά συρματόπλεγμα (όπως εις το αντίστοιχο Τ1γ προαναφερόμενο σχέδιο μου αναφέρονται) υπό τα στοιχειά 30, 25, 26, 27, 28, 29, 51, 51, 52, 53.

Τέλος κατά μήκος του συρματοπλέγματος τούτου χάραξαν δρόμο μήκους 90 μέτρων και πλάτους 3 μέτρων περίπου ο οποίος καταλήγει σε στρώση τσιμέντου επί του οποίου τοποθέτησαν καντίνα. Συγκεκριμένα τούτος ο δρόμος και η στρώση τσιμέντου καταλαμβάνουν επί του ως άνω αγροτεμαχίου μου 490 τ.μ.

Η λωρίδα αυτή συνολικού εδάφους εκτάσεως 6.497 τ.μ. στην οποία οι εναγόμενοι παράνομα και αυθαίρετα προσέβαλαν το δικαίωμα μου κυριότητος, νομής και κατοχής, ευρίσκεται εις την ανατολική πλευρά του προπεριγραφέντος κτήματος μου και συνορεύει γύρωθεν δυτικά με την υπόλοιπη προαναφερόμενη αγροτική μου έκταση, νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ. και βόρεια με θάλασσα παραλίας "Παλιοσταφίδα" όπως ορίζεται εις τα προαναφερόμενα τοπογραφικά με τα στοιχεία 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 117, 54, 55, 80, 81 ... 22".

Με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα κατά νόμο απαραίτητα, για την πληρότητά της, στοιχεία, κατά τα άρθρα 216 παρ.1 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ. Ειδικότερα, το επίδικο εδαφικό τμήμα περιγράφεται επαρκώς κατά θέση, έκταση και όρια, έτσι, ώστε, να μη δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, χωρίς η αναφορά της αγωγής στο από Νοεμβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου - μηχανικού Ν. Π.-Λ. να είναι αναγκαία για την πληρότητα του δικογράφου της. Επομένως και το Εφετείο που έκρινε ως ορισμένη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο αυτοί είχαν προβάλει αοριστία της αγωγής, επειδή δεν περιγράφεται επαρκώς το επίδικο κατά θέση , έκταση και όρια, ενώ η περιγραφή αυτού με αναφορά στο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα δεν γίνεται παραδεκτά, ενόψει του ότι αυτό δεν έχει ενσωματωθεί στην αγωγή, έλαβε υπόψη του το λόγο αυτό της έφεσής τους και δεν έκρινε παρά το νόμο ορισμένη την αγωγή. 'Ετσι, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται, αντίστοιχες περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά τη διάταξη αυτή αναιρετέα είναι η απόφαση και όταν διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες.

Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, εξαιτίας της αντιφάσεως των αιτιολογιών, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί περαιτέρω, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Έτσι, όταν υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση δύο ή περισσότερες επάλληλες, αιτιολογίες και αυτές αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν ιδρύεται, κατά την αληθινή έννοια της προεκτιθέμενης διατάξεως, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως, διότι το διατακτικό στηρίζεται, όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μια απ' αυτές και δη πρωτίστως στην κυρία και επιβοηθητικώς στις λοιπές.

Με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτο , κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με την κατ' ουσίαν απόρριψη των ενστάσεων τους ιδίας κυριότητας του επιδίκου, στηριζόμενης σε έκτακτη χρησικτησία και παραγραφής.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται με την κύρια αιτιολογία του, ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες κατέλαβαν το επίδικο το έτος 1990, οπότε και η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού και ότι, επομένως, από τότε απωλέσθηκε και η νομή της επί του επιδίκου και ότι, ενόψει του ότι η αγωγή της ασκήθηκε το έτος 1996, η νομή του πρώτου αναιρεσείοντα στο επίδικο από το 1990 έως το 1996 δεν μπορούσε να προσπορίσει σ'αυτούς κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, στη συνέχεια δέχεται, με επικουρική αιτιολογία, ότι, σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε γίνει δεκτό, ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατέλαβε το επίδικο το 1970, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, και το νεμήθηκε έκτοτε και πάλι δεν απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ενόψει του ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση της κατάληψης αυτού το έτος 1990.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, σύμφωνα και με τη σκέψη που προηγήθηκε, μπορεί οι πιο πάνω επάλληλες αιτιολογίες να αντιφάσκουν μεταξύ τους, όμως το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται πρωτίστως στην κύρια αιτιολογία και επιβοηθητικά στην επικουρική αιτιολογία.

IV. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Αλλά η νομή, που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από το νομέα και χωρίς την διαρκή ενεργό παρουσία των κτητικών όρων αυτής, χωρίς δηλαδή να είναι ανάγκη ο νομέας να διατελεί διαρκώς σε σωματική επαφή προς το πράγμα, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό. Εξάλλου, η απώλεια της νομής επέρχεται όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διανοία του νομέα (άρθρο 981 ΑΚ). Εάν όμως το ακίνητο πράγμα καταλήφθηκε από άλλον εν αγνοία του νομέα, η νομή επ' αυτού δεν χάνεται πριν ο νομέας πληροφορηθεί την κατάληψη και εφησυχάσει ή επιχειρήσει την ανάκτηση αυτοδυνάμως ή δικαστικώς και αποτύχει.

Στην περίπτωση περαιτέρω που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται ναι μεν όλες ή μία από αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι της αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι, παρόλο που ο πρώτος αναιρεσείων νεμόταν το επίδικο ακίνητο από το έτος 1970 μέχρι το 1996, δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του ο χρόνος της εικοσαετούς έκτακτης χρησικτησίας, επειδή η αναιρεσίβλητη το πρώτον το έτος 1990 έλαβε γνώση της κατάληψης του επιδίκου και επομένως, μέχρι το έτος 1996 δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία και να απορρίψει στη συνέχεια την ένσταση του ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 981 και 1045 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός όμως είναι απαράδεκτος, επειδή η αιτίαση αυτή αφορά αιτιολογία επικουρική, που δεν πλήττεται με βάσιμο λόγο αναίρεσης, το δε διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται πρωτίστως στην προαναφερθείσα κύρια αιτιολογία. Περαιτέρω με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επίσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι για την έναρξη της εικοσαετούς παραγραφής του επιδίκου δικαιώματος απαιτείται να λάβει γνώση ο κύριος του ακινήτου της γενόμενης κατάληψης και στη συνέχεια με το να απορρίψει την ένσταση τους παραγραφής, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ.

Ο λόγος όμως αυτός είναι, προεχόντως, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, επειδή, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η αιτίαση αυτή αφορά αιτιολογία επικουρική που δεν πλήττεται με βάσιμο λόγο αναίρεσης, το δε διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και η κατ' ουσίαν απόρριψη της ένστασης παραγραφής των αναιρεσειόντων στηρίχθηκε πρωτίστως στην προαναφερθείσα κύρια αιτιολογία.

V. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, όπου πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς εγκείμενο στο δικαίωμα κοινωνικό και οικονομικό σκοπό, έτσι ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 19/1998 ΕλΔ 1998.310, 17/1995 ΕλΔ 1995.1531).

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατική ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενασκήσεως του δικαιώματος, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, να αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αρχές, γιατί δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υπόχρεου (Ολ.ΑΠ 8/2001).

Τέλος η νομική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, δηλαδή η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε ολιγότερα των αξιουμένων από το νόμο.

Με τον τέταρτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, η οποία προβλήθηκε παραδεκτά από τον πρώτο αναιρεσείοντα, με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Όπως ειδικότερα, προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) εκτίμηση του περιεχομένου των προτάσεων της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των αναιρεσειόντων, αυτοί ισχυρίζονται σε σχέση με την πιο πάνω ένσταση τα εξής: "... ο πρώτος εξ ημών είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ανωτέρω περιγραφομένου ακινήτου το οποίο βρίσκεται στη νομή και κατοχή του από χρονικό διάστημα 25 ετών και πλέον.

Όπως αναγράφεται ανωτέρω εντός αυτού ο πρώτος εξ ημών καλλιεργούσε ρεβύθια και πατάτες, κατασκεύασε παράγκα από ξύλα και ελεννίτ, το οριοθέτησε, φύτεψε εντός αυτού εννέα πεύκα και δύο συκιές, το μίσθωνε σε τρίτους, φύτεψε για ένα διάστημα και σε τμήμα του αμπέλι, το καλλιεργούσε με δημητριακά, το περιέφραξε με σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα, κατασκεύασε βάση επί της οποίας τοποθέτησε καντίνα και φύτεψε ολοτρύγυρα ευκάλυπτους κ.λ.π.

Όλες αυτές τις πράξεις και καθ' όλο το χρονικό διάστημα των 25 ετών τις ενεργούσε με διάνοια κυρίου, φανερά, καλόπιστα, ειρηνικά δίχως ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν πλην του Σ. Μ., ο οποίος αμφισβήτησε για πρώτη φορά το 1992 τα δικαιώματα του πρώτου εξ ημών με συνέπεια ο τελευταίος να καταφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου Σας και να δικαιωθεί.

Συνεπώς και αν ακόμη υποτεθεί ότι υπάρχει οιοδήποτε δικαίωμα της αντιδίκου επί του προπεριγραφομένου ακινήτου (κάτι που εμείς αρνούμεθα κατηγορηματικά) το τελευταίο "ασκείται" καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού και η συμπεριφορά της αντιδίκου η οποία είναι ιδιοκτήτρια ομόρου ακινήτου από το 1963 εύλογα δημιούργησε την πεποίθηση στον πρώτο εξ ημών ότι δεν πρόκειται να ασκήσει κανένα έστω και υποτιθέμενο (στην πραγματικότητα ανύπαρκτο) δικαίωμα επί του ακινήτου του πρώτου εξ ημών.

Συνεπώς επειδή η άσκηση από την αντίδικο της διεκδικητικής αγωγής για το προπεριγραφόμενο ακίνητο πέραν του ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, προτείνεται με τις παρούσες η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ

περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και ζητείται από το Δικαστήριό Σας ν' απορριφθεί η υπό κρίση ένδικη αγωγή, επειδή ασκείται καταχρηστικά κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ". Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με βάση το παραπάνω περιεχόμενο της επίμαχης ένστασης έκρινε ότι η τελευταία δεν είναι νόμιμη, επειδή δεν εκτίθεται, ότι οι αναφερόμενες πράξεις έγιναν εν γνώσει της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, ώστε να δικαιολογείται η πεποίθηση στον ενιστάμενο πρώτο αναιρεσείοντα-εναγόμενο, ότι δεν θα ασκηθεί το επίδικο δικαίωμα και ακόμη επειδή δεν γίνεται επίκληση του ότι η ικανοποίηση του δικαιώματος αυτού θα επιφέρει στον ενιστάμενο ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες και ποιες είναι αυτές. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή του από το άρθρο 281 ΑΚ απορρέοντος δικαιώματος και, επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2008 αίτηση των Α. Κ. κλπ για αναίρεση της 707/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ,

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ