Legislator Case Law & Legislation
933/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on construction contract dispute where appellate court's reasoning was sufficient despite factual errors.

Case Number 933/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision on a construction contract dispute. The appellant argued the lower court erred in accepting the contractor's claim for payment and failed to properly evaluate evidence regarding work defects. The court ruled that since the appellate court provided clear, consistent, and sufficient reasoning for its findings, the appeal lacked a valid legal basis under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 and Art. 578 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the appellate court's reasoning is flawed but the operative part is correct, or if the appeal challenges the factual evaluation and analysis of evidence rather than a substantive legal rule.

Keywords

AI generated
appeal admissibility sufficient reasoning factual evaluation substantive law violation construction contract dispute legal basis requirement appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Civil Procedure Code
Art. 559 para. 19 of the Civil Procedure Code
Art. 578 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
A.P. 36/1988
A.P. 24/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 933 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 933/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπαρμπάτση.

Του αναιρεσιβλήτου : ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλαμακίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-1985 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 434/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7/2005 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Ιουλίου 2005 αίτησή του και τους από 9 Μαρτίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τετάρτου και εβδόμου κυρίων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών κυρίων και προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ολομ. ΑΠ 36/1988). Περαιτέρω, από τη διάταξη του αυτού άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λογικώς η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ύπαρξης της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, βάσει της διαπιστωμένης εμπειρικής πραγματικότητας, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της απόφασης (ως τοιούτων νοουμένων μόνον των ουσιαστικών παραδοχών αυτής σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση αιτιάσεων εκ των εδαφίων 1 και 19 του ΚΠολΔ, μέμφεται τη προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή σ΄ αυτόν υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής, ότι κακώς δέχθηκε έγκριση εκ μέρους του τού συμφωνηθέντος έργου και αποδεδειγμένη τη συμφωνία για το ύψος των αμοιβών του, και μάλιστα με αιτιολογίες ανεπαρκείς.

Με αυτό το περιεχόμενο και οι δύο αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι βάλλουν κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). -

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πράγματι ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολομ. ΑΠ 11/1996). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή oυσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003). Ενόψει αυτών, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με αιτίαση εκ της προαναφερθείσης διατάξεως, κατά την οποία το δικάσαν Εφετείο περιέλαβε στις αιτιολογίες του και σκέψεις περί ειθισμένης αμοιβής, καίτοι η αγωγή, δεν είχε τέτοια βάση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι ο σχετικός ισχυρισμός, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, δεν συνιστά "πράγμα" υπό τη προεκτεθείσα έννοια, άπτεται δε της εκ των αποδείξεων κρίσεως του δικάσαντος Εφετείου, που, όμως, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).-

Κατά το άρθρο 450 παρ. 2 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν προς απόδειξη. Εκείνος ο διάδικος, που έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει, όπως υποχρεωθεί ο αντίδικος του στην επίδειξη των εγγράφων, τα οποία κατέχει, μπορεί, κατά το άρθρο 451 παρ. 2 ΚΠολΔ, να υποβάλει στο δικαστήριο της κυρίας δίκης το σχετικό αίτημα με τις προτάσεις του. Η παράλειψη του δικαστηρίου να αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής καθιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγον αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του προς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος στην επίδειξη α) του πρωτοτύπου τού από .... μεταξύ τους υπογραφέντος εργολαβικού και β) της από .... εξώδικης δήλωσης προσφοράς τoυ, που βρίσκεται στη κατοχή του, "προκειμένου ν' αποκαλυφθεί τι ακριβώς συμφωνία είχαν συνάψει σχετικά με τις αγωγικές πρόσθετες εργασίες". Ωστόσο, όμως, και τα δύο αυτά έγγραφα βρίσκονται και στη κατοχή του, διότι το μεν υπό στοιχ. α΄, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας υποβληθεισών προτάσεων και τής αναιρεσιβαλλόμενης, αυτό επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και οι δύο διάδικοι, η δε κρίση αυτή του δικαστηρίου είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δε υπό στοιχ. β΄ έχει συνταχθεί από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) και άρα γνωρίζει το περιεχόμενό του. Με αυτά τα δεδομένα το εν λόγω αίτημα ήταν απορριπτέο ως αβάσιμο και ορθώς, έστω και σιωπηρώς, απερρίφθη από το δικάσαν Εφετείο.

Συνεπώς, οι συναφείς εκ τού αρ. 9 τού άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο εκ τού αρ. 11 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον επιδιώκεται η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον "από .....

Πίνακα Προσθέτων Εργασιών και Δαπανών". Και τούτο, διότι εκ της διαβεβαιώσεως του εν λόγω Δικαστηρίου, ότι ελήφθησαν υπόψη και "τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα", δεν υπάρχει αμφιβολία, σε συνδυασμό και προς τις αιτιολογίες της απόφασης, ότι ελήφθη υπόψη και το έγγραφο τούτο.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι, όμως, όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του.

Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού. Το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που παραμόρφωσε Κατ΄ ακολουθίαν, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη τη μομφή, ότι με το να θεωρήσει το Εφετείο πως οι "πρόσθετες εργασίες" ήσαν ύψους 860.300 δρχ., δηλαδή διπλάσιες του αναγραφομένου στον αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη Πίνακα ποσού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως εκ της παραδεκτής επισκοπήσεως της αποφάσεως προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο κατέληξε σ' αυτή του τη κρίση όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το Πίνακα αυτό, αλλά από τη συνεκτίμησή του μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα).

Αλλά και ο περαιτέρω όγδοος λόγος αναιρέσεως εκ του ιδίου εδ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν Εφετείο ως προς τις "πρόσθετες εργασίες" δέχθηκε διαφορετικά από τα αναγραφόμενα στην από 12-9-1984 επιστολή του αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος δια την ίδια ακριβώς νομική αιτία. Εν συνεχεία, ο ένατος λόγος, κατά τον οποίο βάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη με αιτίαση εκ του εδ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το δικαστήριο δεν διέταξε αποδείξεις για τα πραγματικά περιστατικά της επικουρικής ενστάσεώς του περί συμψηφισμού απαιτήσεών του εκ του ιδίου έργου (από ποινικές ρήτρες κ.λ.π.), ενώ, παρά ταύτα, την απέρριψε ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι η περί ης πρόκειται απόρριψη στηρίχθηκε στη προκύψασα εκ των αποδείξεων ανεπιφύλακτη παραλαβή και έγκριση του έργου από τον ενιστάμενο αναιρεσείοντα, κατά την οποίαν κάθε μομφή άπτεται της ουσιαστικής εκτιμήσεως τα δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Οι ενστάσεις δε αυτές (της έγκρισης και ανεπιφύλακτης παραλαβής του έργου) αφορούν το σύνολον των ελλείψεων του έργου, άρα και εκείνων που θεμελιώνουν την ένσταση συμψηφισμού και, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, είχαν επαναφερθεί νομίμως στο Εφετείο. Έτσι, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δέκατος λόγος αναιρέσεως εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τέλος, και όσον αφορά τους κύριους λόγους αναιρέσεως απορριπτέοι α) ως αβάσιμος είναι ο ενδέκατος λόγος, με τον οποίον βάλλεται η προσβαλλομένη απόφαση με αιτιάσεις εκ των εδ. 1 και 19 του ΚΠολΔ σχετικά με την ουσιαστική απόρριψη της ιδίας αυτής ενστάσεως συμψηφισμού, καθόσον το Εφετείο με το να δεχθεί ανεπιφύλακτη παραλαβή και έγκριση του επιδίκου έργου δεν παραβίασε καμμία από τις επικαλούμενες ουσιαστικές διατάξεις, ενώ συγχρόνως διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και β) ως απαράδεκτος είναι ο δωδέκατος (και τελευταίος) λόγος, διότι, υπό την επίκληση αιτιάσεως εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήσσεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία, όμως, ως ελέχθη, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.-

Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη οικοδομικού έργου φέρει το χαρακτήρα της μισθώσεως έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη και επιβλέποντας τις οικοδομικές εργασίες (ΑΚ 681) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΚ 694), που δεν είναι δυνατόν να είναι κατώτερη από τη νόμιμη. Αν δεν συμφωνήθηκε αμοιβή, δικαιούται τη νόμιμη την καθοριζόμενη από το ΠΔ 696/1974 όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε. Την αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 1 Π.Δ. 48/1994, δύναται να αξιώσει είτε το Τεχνικό Επιμελητήριο, ως υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού κατά τις διατάξεις του BΔ της 30/31-5-1956 και του άρθρου 2 παρ. 2 του ΠΔ 242/1984, είτε ο ίδιος ο μελετητής και επιβλέπων μηχανικός (ΑΕΔ 26/1993, ΑΠ 1415/2005).

Συνεπώς, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή μόνο το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας νομιμοποιείτο ενεργητικά στην άσκηση της επί της οποίας έκρινε αγωγής η αναιρεσιβαλλόμενη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Διέλαβε δε προς τούτο πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, κατ΄ άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ.-

Κατά το άρθρο 394 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, αν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες έγινε, και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι η κατάρτιση της δικαιοπραξίας έγινε κάτω από συνθήκες, που δικαιολογούν την απόδειξη με μάρτυρες, ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς.

Ενόψει τούτων, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε, ότι υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε μεταξύ των διαδίκων το πρόσθετο σύμφωνο για πρόσθετες εργασίες, που ξεπερνούσε το ανώτατο όριο επιτρεπτού του εμμάρτυρου μέσου, δικαιολογούν την απόδειξη με μάρτυρες, αφού πρόκειται για εμπορική συναλλαγή, ορθώς απέρριψε ως αβάσιμο το συναφή επί μέρους λόγο εφέσεως και συνεπώς ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον, υπό την αιτίαση του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η μομφή, ότι κακώς ελήφθη υπόψη αποδεικτικό μέσο (μάρτυρες), που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, απορριπτέος προεχόντως απαράδεκτος, είναι και ο τρίτος πρόσθετος λόγο αναιρέσεως με αιτίαση από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε ως αληθινά πράγματα, και συγκεκριμένα, ότι τα ποσά των αμοιβών τα ενέκρινε ο αναιρεσείων και ότι τα εν λόγω ποσά συνέπιπταν με τις συνηθισμένες αμοιβές, χωρίς, όμως προηγουμένως να έχει ταχθεί η σχετική απόδειξη, αφού δεν γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο, ότι τον ισχυρισμό αυτό τον είχε προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Εν συνεχεία, πρέπει να απορριφθεί ως άνευ εννόμου συμφέροντος, όπως και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον, με αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ζητείται η αναίρεση για το ότι ελήφθη υπόψη το κόστος των προσθέτων εργασιών και όχι η αμοιβή, που είχε προτείνει, αφού η αμοιβή είναι κάτι το μείζον, συγκρινόμενο με το κόστος.

Αλλά και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη περιεχόμενη α) στην από 12-9-1984 επιστολή του αναιρεσιβλήτου εξώδικη ομολογία του τελευταίου, ότι δεν εκτελέσθηκαν οι πρόσθετες εργασίες με τα κονδύλια 10-15 και β) τον από ....

Πίνακα, επίσης, εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, ότι "δεν χρεωνόταν η τέταρτη Δεξαμενή", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά τα δύο, μάλιστα, μέρη του, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων στο δικαστήριο της ουσίας δεν προκύπτει επίκληση εξώδικης ομολογίας υπό τη διπλή, ως άνω, μορφή της.-

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.

ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είναι αδιάφορες, αφού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (Ολομ.

ΑΠ 24/1992). Στη περίπτωση, που πρόκειται, όπως προκύπτει από τη προβαλλόμένη απόφασή, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, ως προς το κρίσιμο, εν προκειμένω, γεγονός της απόρριψης της ενστάσεως συμψηφισμού, τα ακόλουθα : "Πρέπει ν΄ απορριφθεί ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη, αφού, σύμφωνα με τα πιο πάνω αποδειχθέντα, η ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου και η έγκρισή του από τον εναγόμενο έγινε τον Αύγουστο του 1984, ΟΙ επικαλούμενες από τον εναγόμενο ελλείψεις του έργου ήταν γνωστές στον εναγόμενο και αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων τις απέκρυψε δολίως, σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν διαπιστώθηκε ούτε με την συνταχθείσα το 1987 με εντολή του ιδίου έκθεση του τεχνικού συμβούλου του ......, ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο κάτι το αντίθετο, και συγκεκριμένα κάποια έλλειψη του έργου, μη γνωστή στον εναγόμενο κατά την παραδοχή και την ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου.

Ως εκ τούτου, ο ενάγων με την ανεπιφύλακτη παραλαβή-έγκριση του έργου από τον εναγόμενο τον Αύγουστο του 1984 απαλλάχθηκε από κάθε ευθύνη του για τις τυχόν ατέλειες του έργου και συνεπώς η με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προταθείσα προς συμψηφισμό με τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντα ανταπαίτηση του εναγομένου, που στηριζόταν στην αξίωση αποζημίωσής του αφ' ενός λόγω της επικαλούμενης απ' αυτόν κατάπτωσης της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, και αφ' ετέρου στις ελλείψεις του έργου, δεν υπήρχε, αφού, κατά τα πιο πάνω αποδειχθέντα, ο ενάγων εργολάβος με την ανεπιφύλακτη παραλαβή και την έγκριση του έργου είχε απαλλαγεί της όποιας ευθύνης του και ως εκ τούτου, η ένσταση συμψηφισμού έπρεπε ν' απορριφθεί".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Όσα, επομένως, περί του αντιθέτου, υποστηρίζονται με τον έκτο (και τελευταίο) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει ν΄ απορριφθούν στο σύνολό τους και η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 25.7.2005 αίτηση και τους από 9.3.2006 πρόσθετους λόγους του ......για αναίρεση τής 7/2005 αποφάσεως τού Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη τού αναιρεσίβλητου, την οποία καθορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ