Legislator Case Law & Legislation
932/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on limitation period, ruling knowledge of damage occurred upon supplementary report submission in 2002.

Case Number 932/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment regarding a limitation period defense. The appellants argued the limitation period began in 1997 upon payment or initial investigation, but the court found the insured only gained actual knowledge of the damage and liable parties on April 23, 2002, when a supplementary report confirmed the findings. Consequently, the five-year limitation period had not expired by the time the lawsuit was filed, and the appeal was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 937 of the Civil Code; The limitation period for claiming damages begins to run only when the claimant has actual knowledge of the damage and the identity of the liable party, requiring concrete confirmation rather than mere suspicion or payment without evidence of fault.

Keywords

AI generated
Civil Code Article 937 Limitation Period Knowledge of Damage Supplementary Report Insurance Liability Statute of Limitations Actual Knowledge

Cited Legislation

AI generated
Article 937 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 330 of the Civil Code
Article 15 of the Penal Code
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 711/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 932 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 932/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Κ. Π. του Θ., κατοίκου ... και 2. της Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευτύχιο-Δημήτριο Καλαμίδα.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε)", καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΩΝ (ΤΑΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ζωγράφου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Μαρτίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2840/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 724/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 914 Α Κ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, κατά δ' αυτή του άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ' εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με αυτές των άρθρ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι, προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι, κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλομένης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου, υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 174/2005, 831/2005 118/2006).

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι, αν η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος δεν δικαιούται αποζημίωσης, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματός του το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το αρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της κατά ποσοστό, ως προς το οποίο η κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αφού είναι κρίση περί τα πράγματα (ΑΠ 677/2011).

Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα, ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης, διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 1796/2012).

Εξ άλλου, πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, τη συγκεκριμένη ζημία ή, αναλόγως, ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Αδικοπρακτική συμπεριφορά κατά την έννοια του αρθρ. 914 ΑΚ, σε συνδυασμό και με το αρθρ. 386 ΠΚ, αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί, με κάθε μέσο ή τέχνασμα, σφαλερή αντίληψη σε άλλον ως προς τα γεγονότα, εξ αιτίας της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το απατηλό μέσο που χρησιμοποιήθηκε, υπήρξε αποφασιστικό για τη δήλωση της βούλησης ή την επιχείρηση της πράξης.

Είναι έτσι αδιάφορο, αν οι παραπλανητικές ενέργειες ήταν η μοναδική αιτία της πλάνης, ούτε αποκλείει τον μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο το γεγονός ότι σ' αυτή συνέβαλε και η αμέλεια ή η ελαφρότητα του εξαπατηθέντος, με την έννοια ότι η πλάνη δεν θα δημιουργείτο σε ένα προσεκτικότερο άτομο (ΑΠ 16/2005). Η ψευδής παράσταση που συνιστά την απάτη μπορεί να αφορά και σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με την απόκρυψη ή την αποσιώπηση κρισίμων γεγονότων αναγόμενων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999).

Δεν είναι πάντως αναγκαίο η ζημία που προκλήθηκε από την απάτη να συνδέεται με αντίστοιχη ωφέλεια γι' αυτόν που την προκάλεσε, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο, αρκεί, και στην περίπτωση αυτή, να υπήρξε δόλος του δράστη. Η έννοια του δόλου προκύπτει κατά βάση από τη διάταξη του αρθρ. 27 ΠΚ και συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται τη ζημία είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του (ΑΠ 890/2010).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται, και οι δύο, αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 ή 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Για να ιδρυθεί όμως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του αρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτή να προσδιορίζεται στην αίτηση αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής το αναιρεσίβλητο εξέθετε σ'αυτήν ότι ο πρώτος εναγόμενος, Κ. Π. του Θ., άμεσα ασφαλισμένος από το έτος 1978 σ' αυτό (ενάγον), με την από 16-10-1997 αίτησή του ζήτησε και έλαβε από το τελευταίο, την 11-1-1997 το ποσό των 2.900.000 δραχμών (ήτοι 8.510,63 €), που αναλογεί στη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε, όπως επικαλέσθηκε με την ανωτέρω αίτηση του, για την προμήθεια του φαρμάκου με την επωνυμία ..., το οποίο εισήχθη από την αλλοδαπή και χρησιμοποίησε με τη σειρά της η σύζυγός του (άνω εναγομένου) Μαρία, με την ιδιότητα της έμμεσα ασφαλισμένης.

Ότι ο εν λόγω εναγόμενος με την παραπάνω αίτηση συνυπέβαλε επίσης μεταξύ άλλων παραστατικών εγγράφων, που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, και αφενός το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο της δεύτερης εναγομένης, ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία Γ. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε., που διατηρεί φαρμακείο στην Αθήνα, επί του σώματος του οποίου (τιμολογίου) υπήρχε βεβαίωση της τελευταίας ότι εξοφλήθηκε το ανωτέρω ποσό και αφετέρου την, από 2-10-1997, ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Αθηνών "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο Ε.Ε.Σ." Γ.

Κ.. Ότι με βάση την ανωτέρω αίτηση και τα συνοδεύοντα αυτή δικαιολογητικά και παραστατικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων η διοίκησή του θεώρησε ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, προχώρησε στην πληρωμή του ανωτέρω ποσού με την έκδοση δύο επιταγών ποσού 2.000.000 και 900.000 δραχμών αντιστοίχως, το οποίο εισέπραξε ο πρώτος εναγόμενος.

Ότι στα πλαίσια έρευνας που διέταξε το εποπτεύον το ενάγον Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τα χορηγηθέντα σε ασφαλισμένους σ' αυτό φαρμακευτικά προϊόντα του εξωτερικού, διαπιστώθηκε, με βάση τα υπ' αριθμούς ... και ... πορίσματα, τα οποία συντάχθηκαν από την επιθεωρήτρια του ταμείου Π. Π.

και από διορισμένη από το ταμείο επιτροπή αντιστοίχως, ότι η απόφαση των οργάνων του να καταβάλλουν στον πρώτο εναγόμενο το παραπάνω ποσό ως δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε αυτός εναγόμενος για την εισαγωγή και προμήθεια του φαρμάκου ... από το εξωτερικό και τη χρησιμοποίηση αυτού από την έμμεσα ασφαλισμένη σύζυγο του άνω εναγομένου, ήταν προϊόν απάτης, την οποία εκτέλεσαν οι εναγόμενοι με κοινό δόλο, δεδομένου ότι παρέστησαν ψευδώς στις υπηρεσίες του ο μεν πρώτος ότι η σύζυγός του ήταν ασθενής και (ότι) έλαβε ως απαραίτητη θεραπευτική αγωγή το ανωτέρω φάρμακο, για την προμήθεια του οποίου κατέβαλε το ανωτέρω ποσό τη δε δεύτερη (εναγομένη) ότι πώλησε στον πρώτο το εν λόγω φάρμακο και εισέπραξε από αυτόν το ανωτέρω ποσό, ενώ στην πραγματικότητα η σύζυγός του πρώτου εναγομένου δεν έπασχε από ασθένεια για τη θεραπεία της οποίας ήταν απαραίτητη η λήψη του άνω φαρμάκου, ο πρώτος εναγόμενος δεν αγόρασε το φάρμακο αυτό καταβάλλοντος τίμημα 2.900.000 δραχμών στη δεύτερη εναγομένη, η οποία με τη σειρά της ούτε πώλησε ούτε εισέπραξε από τον πρώτο εναγόμενο το ανωτέρω ποσό.

Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά και επικαλούμενο περαιτέρω το ενάγον ότι από την παραπάνω υπαίτια, παράνομη και αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, υπέστη περιουσιακή ζημία ίση με το ποσό των 2.900.000 δραχμών ή 8.510,63 ευρώ και ηθική βλάβη, ένεκα της μειώσεως της φήμης και της αξιοπιστίας του ως ασφαλιστικού οργανισμού, για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ύψους 5.000 ευρώ, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι ο καθένας σε ολόκληρο, να του καταβάλουν, κυρίως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικώς αυτές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 13.490,63 ευρώ.

Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τα άρθρα 919, 297, 298, 932 ΑΚ, 386 ΠΚ και 216 ΚΠολΔ στοιχεία για τη θεμελίωση της επικαλουμένης αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων και συγκεκριμένα σαφώς περιγράφεται σ' αυτήν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, η υλική ζημία, αλλά και η ηθική βλάβη, που προκλήθηκε στο ενάγον ΝΠΔΔ και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της απάτης που μετήλθαν από κοινού οι εναγόμενοι και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο κρίνοντας με τον ίδιο τρόπο εξαφάνισε, κατ'αποδοχή της έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αυτή απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της από την αδικοπραξία, χωρίς κατά τα λοιπά να θιγεί η ισχύς της πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού ως προς αυτή δεν υπήρξε λόγος έφεσης, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο και είναι έτσι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Κατά μεν το άρθρο 460 ΚΠολΔ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια, κατά δ' αυτό του αρθρ. 461 του ίδιου Κώδικα, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο ΚΠΔ.

Τέλος, κατά το αρθρ. 463 ΚΠολΔ όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Το άρθρο αυτό είναι ενταγμένο στο κεφάλαιο της απόδειξης και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον ΚΠολΔ, παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας.

Επομένως, ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού και για το λόγο αυτό η προβλεπομένη από το άρθρο αυτό υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ' ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή, με στόχο έτσι να αποτραπεί η στρεψοδικία και η παρέλκυση της εκκρεμούς δίκης.

Όταν όμως πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή της πλαστότητας εγγράφου που εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο και δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν δικαιολογείται η εξαιρετική και περιοριστική ρύθμιση του αρθρ. 463 ΚΠολΔ, αλλά στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες των αρθρ. 216 και 270 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 23/1999 ΑΠ 37/2010).

Ωστόσο, και σ' αυτήν την περίπτωση το αρθρ. 98(β) ΚΠολΔ απαιτεί για την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού να είναι εφοδιασμένος με αντίστοιχη ειδική πληρεξουσιότητα ο δικηγόρος του διαδίκου που προσβάλλει το έγγραφο ως πλαστό, διαφορετικά, αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του το σχετικό ισχυρισμό και παραλείψει να τον απορρίψει ως απαράδεκτο, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με αυτόν από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου.

Όπως όμως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 96§1, 97§1, 98, 104, 105, 159, 160§§1&2, 544 αριθ. 4 ΚΠολΔ, 211, 229 και 238 ΑΚ, η έλλειψη της αναγκαίας πληρεξουσιότητας και, κατ' επέκταση, το απαράδεκτο ή η ακυρότητα που προκαλεί, καλύπτονται αναδρομικά, ακόμη και αν πρόκειται για ειδική πληρεξουσιότητα (ΟλΑΠ 1408/1984), αν ο διάδικος, που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο χωρίς πληρεξουσιότητα, εγκρίνει στη συνέχεια τις μέχρι τότε πράξεις του δικηγόρου, η έγκριση δε αυτή, όταν δεν πρόκειται για ειδική πληρεξουσιότητα, μπορεί να είναι και σιωπηρή, συναγόμενη ιδίως από τη νόμιμη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, χωρίς επιφύλαξη ως προς το κύρος των προηγούμενων πράξεων και μάλιστα είναι αδιάφορο αν παρίσταται με τον ίδιο ή άλλο δικηγόρο, αφού η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο (ΑΠ 1085/2000, 203/2003, 36/2006, 2018/2009).

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται σαφώς και ειδικά στο αναιρετήριο ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 760/2004, ΑΠ 139/2001, 539/2003).

Κατ'ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το ένα μέρος του με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρθ.8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη, κάνοντας δεκτό ως και ουσιαστικά βάσιμο, τον καθ' υποφορά με την ένδικη αγωγή απαραδέκτως, χωρίς την συνδρομή των προβλεπομένων από τις διατάξεις 98, 460-463 ΚΠολΔ διατυπώσεων, προταθέντα από το αναιρεσίβλητο προς αναίρεση της αποδεικτικής δύναμης της νομίμως προσκομισθείσας από τους αναιρεσείοντες από 2-10-1997 ιατρικής γνωμάτευσης ισχυρισμό πλαστότητας της τελευταίας, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, σαφώς και ειδικά στο αναιρετήριο ότι είχαν προτείνει στο εφετείο το απαράδεκτο της προβολής του σχετικού περί πλαστότητας ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, οπότε και μόνο θα ήταν δυνατή η παραδεκτή προβολή του παραπάνω αναιρετικού λόγου, ενόψει της μη συνδρομής στην ένδικη περίπτωση κάποιας από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαίρεσης η οποία θα καθιστούσε παραδεκτή την για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου προβολή του παραπάνω αναιρετικού λόγου.

Μετά την κατά τα άνω απόρριψη του δευτέρου λόγου κατά το ένα μέρος του από τον αριθ. 8 του αρθ. 8 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ απορριπτέος κρίνεται αναγκαίως ο ίδιος λόγος και κατά το άλλο μέρος του από τον αριθμό 11γ'του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. αλλά και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση αφ' ενός μεν παρέλειψε να λάβει υπόψη της την από 2-10-1997 γνωμάτευση αφετέρου δε παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα αρνήθηκε να προσδώσει στην μετ'επικλήσεως προσκομισθείσα απ'αυτούς από 2-10-97 γνωμάτευση του ιατρού του ΕΣΥ Γ.Κ., την από το αρθ.438 ΚΠολΔ προβλεπόμενη αυξημένη αποδεικτική δύναμη της πλήρους έναντι αυτών απόδειξης των όσων βεβαιώνεται σ'αυτήν ότι έγιναν από το συντάκτη αυτής ιατρό, καθόσον δεν είναι δυνατή η λήψη υπόψη εγγράφου που προσβλήθηκε ως πλαστό και ο σχετικός ισχυρισμός περί πλαστότητας ευδοκίμησε κατ' ουσία όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος, απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13).

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το αρθρ.559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ'αυτών, από τα άρθρα 914 ΑΚ 386 ΠΚ, αγωγή του αναιρεσιβλήτου δεχθείσα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τη συνδρομή των απαιτούμενων από τις παραπάνω διατάξεις προϋποθέσεων για την κατάφαση της αποδιδομένης σε βάρος τους με την ένδικη αγωγή (του αναιρεσιβλήτου) αδικοπρακτική συμπεριφορά και ειδικότερα αυτών της παράνομης συμπεριφοράς, της υπαιτιότητας, της ζημίας και της αιτιώδους, μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας, συνάφειας, οι οποίες όμως δεν συνέτρεχαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ'εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα ως άνω ζητήματα τα παρακάτω: "Σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του ενάγοντος, το τελευταίο είναι υποχρεωμένο, μεταξύ των άλλων, να αποδίδει τις δαπάνες, στις οποίες υποβάλλονται οι ασφαλισμένοι του για την προμήθεια φαρμάκων που κυκλοφορούν νόμιμα στην Ελλάδα και λαμβάνονται για τη θεραπεία αυτών ή των έμμεσα ασφαλισμένων, εφόσον τηρηθεί η διαδικασία που ορίζεται από αποφάσεις του ενάγοντος και σχετικές εγκυκλίους του Υπουργείου Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι απαιτείται υποβολή αίτησης, συνταγή ιατρού Κρατικών Υγειονομικών Σχηματισμών του ΕΣΥ, στην οποία θα αναγράφεται ευκρινώς το ελλείπον από την εγχώρια αγορά φάρμακο, η δοσολογία και ο χρόνος χορήγησης του φαρμάκου, γνωμάτευση του ίδιου ιατρού ότι το ίδιο φάρμακο είναι απαραίτητο για το θεραπευτικό σχήμα που ακολουθείται για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης πάθησης του ασθενούς και ότι δεν υπάρχει άλλο φάρμακο δυνάμενο να αντικαταστήσει στη θεραπεία το ελλείπον και ότι αυτό δεν υπάγεται στις διατάξεις του νόμου περί ναρκωτικών καθώς και βεβαίωση με αντίστοιχο προς τα ανωτέρω περιεχόμενο από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ).

Ο πρώτος εναγόμενος, που είναι άμεσα ασφαλισμένος στο ενάγον ως ελεύθερος επαγγελματίας από το έτος 1978, στις 16-10-1997 προσήλθε στα γραφεία του ενάγοντος και υπέβαλε την υπό ίδια ημερομηνία με αριθμό πρωτοκόλλου 67899/16-10-1997 αίτηση, με την οποία ζήτησε να του καταβληθεί το ποσό των 2.900.000 δραχμών, στο οποίο ανέρχεται η δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε ο ίδιος για την αγορά του φαρμάκου με την ονομασία ..., που εισάγεται από το εξωτερικό, απαραίτητου για τη θεραπεία της ασθενούς (προστατευόμενου μέλους) συζύγου του Μ., έμμεσα ασφαλισμένης στο ενάγον.

Με την ανωτέρω αίτησή του, ο πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να αποδείξει και εισπράξει την επικαλούμενη από αυτόν δαπάνη των 2.900.000 δραχμών, συνυπέβαλε: α) την από 2-10-1997 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Αθηνών "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο Ε.Ε.Σ." Γ. Κ., στην οποία αναφέρεται ότι η σύζυγος του πρώτου εναγομένου πάσχει από αναιμία και πολλαπλές λοιμώξεις σε ανοσοκαταστολή επί ΣΚΠ και πρέπει να υποβληθεί σε θεραπεία με φαρμακευτικό σκεύασμα ..., το οποίο δεν κυκλοφορεί στην Ελλάδα και κρίνεται αναγκαία η εισαγωγή του από τη Γερμανία για την αντιμετώπιση της άνω ασθένειας, διότι δεν υπάρχει άλλο φάρμακο δυνάμενο να αντικαταστήσει στη θεραπεία το ελλείπον, το οποίο δεν υπάγεται στις διατάξεις περί ναρκωτικών και θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για τη θεραπεία της ανωτέρω ασθενούς και όχι για ερευνητικούς σκοπούς, β)την υπ' αριθμό ...

βεβαίωση του ΕΟΦ, στην οποία βεβαιώνεται ότι το ανωτέρω φάρμακο δεν κυκλοφορεί στην Ελλάδα και αναφέρεται ότι εγκρίνεται η κατ' εξαίρεση εισαγωγή του από το εξωτερικό και γ)το υπ' αριθμό ... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο της δεύτερης εναγομένης, που διατηρεί φαρμακείο στην Αθήνα επί της οδού ..., στο οποίο αναφέρεται ότι την 19.45' ώρα της ίδιας ημέρας, η σύζυγος του εναγομένου Μ.

Π. παρέλαβε στο ανωτέρω φαρμακείο ποσότητα 10 τεμαχίων του ανωτέρω φαρμακευτικού προϊόντος και ότι το αντίτιμο για την ανωτέρω πώληση ανερχόμενο στο ποσό των 2.900.000 δραχμών εξοφλήθηκε. Με βάση τα ανωτέρω έγγραφα εκδόθηκε η υπ' αριθμό ... απόφαση του Διευθυντή του ενάγοντος με την οποία εγκρίθηκε η καταβολή στον τελευταίο του ποσού των 2.900.000 δραχμών, ως οφειλόμενη σ' αυτόν παροχή για την αντιμετώπιση των δαπανών αγοράς των άνω φαρμάκων, απαραίτητων για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της ασθενείας της έμμεσα ασφαλισμένης του, ήτοι της συζύγου του πρώτου εναγομένου.

Με βάση την ανωτέρω απόφαση εκδόθηκαν στις 11-11-1997 από τις υπηρεσίες του ενάγοντος οι υπ' αριθμούς ... και ... τραπεζικές επιταγές ποσού 2.000.000 δραχμών και 900.000 δραχμών αντιστοίχως, πληρωτέες εις διαταγή του πρώτου εναγομένου στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, τις οποίες ο τελευταίος παρέλαβε αυθημερόν, τα αναγραφόμενα δε σ' αυτές ποσά εισέπραξε από την ανωτέρω τράπεζα (υποκατάστημα Λαχαναγοράς Θεσσαλονίκης) στις 24-11-1997.

Ωστόσο, κατόπιν εντολής του εποπτεύοντος το ενάγον Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για τη διενέργεια ελέγχου σε χορηγηθέντα φαρμακευτικά προϊόντα του εξωτερικού σε ασφαλισμένους ταμείων, εκδόθηκαν από τo ενάγον, ήτοι από τη Γενική Διεύθυνση Επιθεώρησης αυτού τα υπ' αριθμούς ... και ... έγγραφα και διενεργήθηκε, από την Προϊσταμένη του Τμήματος Επιθεώρησης και Ελέγχου του ενάγοντος Π.

Π., λεπτομερής έλεγχος α) στα παραστατικά στοιχεία των χορηγηθεισών σχετικών δαπανών στους ασφαλισμένους του ενάγοντος ανά την επικράτεια και συγκεκριμένα στα στοιχεία για τα οποία είχαν εκδοθεί σχετικές αποφάσεις των υπηρεσιών του περί πληρωμής των άνω δαπανών, τα οποία (στοιχεία) τηρούνται στα αρχεία του ενάγοντος, β) στις εντολές πληρωμής των αρμοδίων προϊσταμένων της διεύθυνσης οικονομικού ή επιταγών για την περιφέρεια αντίστοιχα, που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, και τις παροχές για το εισαγόμενο από το εξωτερικό φαρμακευτικό σκεύασμα ..., που έγιναν κατά τα έτη 1995 έως 1998.

Μετά δε την ολοκλήρωση του σχετικού ελέγχου συντάχθηκε από την ανωτέρω υπάλληλο του ενάγοντος το υπ' αριθμό ... πόρισμα. Στη συνεχεία, με βάση την υπ' αριθμό ... απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ενάγοντος συστάθηκε τριμελής επιτροπή αποτελούμενη από τους διοικητικούς υπαλλήλους του ενάγοντος Ν. Σ., Κ.

Μ. και Μ. Μ., με εντολή τη διενέργεια συμπληρωματικού ελέγχου για τις χορηγηθείσες δαπάνες για φάρμακα εξωτερικού, ώστε να διαπιστωθεί: α) ποιές είναι οι συνταγές που εκδόθηκαν και εκτελέστηκαν παράνομα, β) αν ήταν αρμόδιος ο επιληφθείς ιατρός, γ) εάν πράγματι υπήρξε ασθενής ο ασφαλισμένος τον οποίο αφορούσε η συνταγή και δ) αν ήταν ή όχι απαραίτητα κατάλληλο φάρμακο αυτό που χορηγήθηκε και ειδικότερα για ποιο λόγο η κάθε συγκεκριμένη συνταγή θεωρείται παράνομη.

Μετά την ολοκλήρωση και αυτού του συμπληρωματικού ελέγχου συντάχθηκε από την ανωτέρω επιτροπή το υπ'αριθμό ... πόρισμα. Στο πρώτο από τα προαναφερόμενα πορίσματα αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι από το συνολικό ποσό των 234.498.076 δραχμών, που δαπάνησε το ενάγον κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1995 έως 1998 για παροχές φαρμάκων εξωτερικού σε 53 δικαιούχους και ασφαλισμένους αυτού, ποσό 147.202.151 δραχμών αντιστοιχεί σε παροχές που έλαβαν οι αναφερόμενοι στο πόρισμα αυτό 26 ασφαλισμένοι του ενάγοντος, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο πρώτος εναγόμενος και προτείνεται η υπόθεση των ανωτέρω 26 ασφαλισμένων να παραπεμφθεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα, προκειμένου να διαλευκανθεί ταχύτερα, πληρέστερα και σφαιρικότερα η όλη υπόθεση και ειδικότερα αν τελέσθηκαν παράνομες πράξεις, ενώ παρατηρείται ότι δεν προκύπτει εμπλοκή ή συμμετοχή υπαλλήλων του ενάγοντος στις ανωτέρω ύποπτες χορηγήσεις.

Στο δεύτερο πόρισμα, εφόσον αναφέρεται ότι η επιτροπή αποδέχεται τις προτάσεις του προηγούμενου πορίσματος, εκτίθεται περαιτέρω ότι ενόψει του ότι: α) ο πρώτος εναγόμενος αν και κλήθηκε να παράσχει εξηγήσεις για την προαναφερόμενη παροχή των 2.900.000 δραχμών, προσκόμισε μόνο την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...

υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1996, στην οποία αναφέρει ότι η σύζυγος του πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας (ΣΚΠ) και έχει νοσηλευθεί κατά καιρούς στα Νοσοκομεία "Παπανικολάου" Θεσσαλονίκης, "Άγιος Σάββας", "Παμμακάριστος", "Ε.Ε.Σ." και "Ταξιάρχαι" Αθηνών, χωρίς συγχρόνως να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ότι η σύζυγος του νοσηλεύθηκε στα ανωτέρω νοσοκομεία και β) το ανωτέρω νοσοκομείο, στο οποίο υπηρετεί ο ιατρός που εξέδωσε την προαναφερόμενη από 2-10-1997 γνωμάτευση, δεν απάντησε στα ερωτήματα του ενάγοντος, αν προσήλθε η σύζυγος του πρώτου εναγομένου και εξετάσθηκε και αν υποβλήθηκε η τελευταία σε εξετάσεις για τη διαπίστωση της αναφερόμενης στην άνω γνωμάτευση ασθενείας, προκύπτουν ενδείξεις ότι η ανωτέρω σύζυγος του πρώτου εναγομένου δεν πάσχει από την αναφερόμενη στην άνω γνωμάτευση ασθένεια και ότι δεν έχει λάβει το φάρμακο για την προμήθεια του οποίου ο πρώτος εναγόμενος έλαβε το ποσό των 2.900.000 δραχμών ή 8.513,63 ευρώ.

Με την ολοκλήρωση της ανωτέρω έρευνας που έγινε στις 23-4-2002, δηλαδή με την κατάθεση του υπ' αριθμό ... πορίσματος, το ενάγον πληροφορήθηκε και διαλεύκανε την υπόθεση ως προς την επικαλούμενη με την αγωγή παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, την ύπαρξη και το μέγεθος της περιουσιακής ζημίας που υπέστη εξ αιτίας των πράξεων των εναγομένων, ως και την υποχρέωση των τελευταίων εναγομένων για την αποκατάσταση αυτής.

Έτσι, άσκησε εναντίον των εναγομένων την κρινόμενη από 4-3-2003 αγωγή, την οποία επέδωσε στον πρώτο εναγόμενο στις 5-11-2003 και στη δεύτερη εναγόμενη στις 30-9-2003 (βλ. τις υπ'αριθμούς 7789/4-11-2004 και 4078/30-9-2003 εκθέσεις επίδοσης των διορισμένων στα πρωτοδικεία Θεσσαλονίκης και Αθηνών αντιστοίχως δικαστικών επιμελητών Χρ.

Ρωμανού και Χρ. Μάτσου, σε συνδυασμό προς 4-11-2004 και 5-11-2004 προσαρτημένες στην πρώτη έκθεση απόδειξη παραλαβής του οικείου αστυνομικού τμήματος και βεβαίωση περί αποστολής έγγραφης ειδοποίησης του οικείου καταστήματος των Ελληνικών Ταχυδρομείων αντιστοίχως, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 4 στοιχ. β και γ του Κ.Πολ.Δ).

Επίσης το ενάγον υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 23-6-2000 μηνυτήρια αναφορά εξ αιτίας της οποίας ασκήθηκε εναντίον α) του εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης Γ. Δ., β) του ιατρού Γ. Κ. και γ) του πρώτου εναγομένου, ποινική δίωξη για τις πράξεις της κατ' εξακολούθηση τέλεσης ψευδούς βεβαίωσης από δράστη που έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου και σκοπό προσπόρισης στον εαυτό του και σε τρίτους περιουσιακού οφέλους συνολικού ποσού άνω των 73.000 ευρώ, με περιουσιακή βλάβη σε βάρος του ενάγοντος ανώτερη των 150.000 ευρώ, άμεση συνδρομή σε κακουργηματική απάτη από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (άρθρα 46 παρ. 1β, 242 παρ. 1 και 3, 386 παρ. 1 και 3α Π.Κ.

σε συνδυασμό με το ν. 1608/1950), (εναντίον του ιατρού Γ. Κ.), απάτη από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό τον πορισμό παράνομου οφέλους άνω των 15.000 ευρώ και αντίστοιχη βλάβη του ενάγοντος, (εναντίον του εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης) και απλή συνεργεία σε κακουργηματική απάτη (εναντίον του πρώτου εναγομένου).

Με το υπ' αριθμό 1290/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών η ποινική δίωξη εναντίον του πρώτου εναγομένου έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής. Σύμφωνα όμως με το υπ' αριθμό 471/2009 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ο ανωτέρω εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης Γ. Δ. παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών για να δικαστεί ως δράστης κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης σε βάρος του ενάγοντος σε 6 περιπτώσεις ασφαλισμένων του τελευταίου, στους οποίους περιλαμβάνονται οι ασφαλισμένοι Π.

Κ. και Μ. συζ. Κ. Π.. Ειδικότερα, στο ανωτέρω κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ότι ο προαναφερόμενος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης παραπέμπεται να δικαστεί διότι με το βιβλιάριο ασθενείας της εμμέσως ασφαλισμένης στο ενάγον Μ. συζ. Κ. Π., ως προστατευόμενου μέλους του αμέσως ασφαλισμένου συζύγου της και την προαναφερόμενη γνωμάτευση-βεβαίωση του ιατρού Γ.

Κ., που ήταν ψευδής δεδομένου ότι η ανωτέρω έμμεσα ασφαλισμένη δεν ήταν ασθενής, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στα αρμόδια για την έκδοση εντολών πληρωμής για την αγορά φαρμάκων εισαγομένων από το εξωτερικό όργανα του εναγομένου, ότι η ανωτέρω ασφαλισμένη έπασχε πραγματικά από την αναφερόμενη στην ανωτέρω γνωμάτευση ασθένεια, ότι η δεύτερη εναγομένη πώλησε την προαναφερόμενη ποσότητα του φαρμάκου ...

και εισέπραξε το αντίτιμο ανερχόμενο στο ποσό των 2.900.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν τα ανωτέρω όργανα και στη συνέχεια να εγκρίνουν την εν λόγω δαπάνη και να την καταβάλλουν στη δεύτερη εναγομένη και να ζημιωθεί παράνομα και ισόποσα το ενάγον, δεδομένου ότι η ανωτέρω ασφαλισμένη δεν ήταν στην πραγματικότητα ασθενής ούτε είχε ανάγκη χρήσεως του ανωτέρω φαρμάκου.

Στο ίδιο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ότι ο ιατρός του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Αθηνών "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο Ε.Ε.Σ." Γ. Κ. παραπέμπεται να δικαστεί, διότι με την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13α του Π.Κ. και μάλιστα ως μόνιμος ιατρός παθολόγος του ΕΣΥ με βαθμό επιμελητή στο ανωτέρω νοσοκομείο, που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση γνωματεύσεων σε ασθενείς για χορήγηση φαρμάκων προς αυτούς, από πρόθεση βεβαίωσε σε τέτοια έγγραφα ψευδώς περιστατικά, που μπορούν αν έχουν έννομες συνέπειες με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε τρίτους, ήτοι στον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του αθέμιτο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, βλάπτοντας ισόποσα τρίτο, η δε κατ' εξακολούθηση υπ' αυτού τελεσθείσα πράξη στρέφεται εναντίον ΝΠΔΔ, ήτοι του ενάγοντος και η παράνομη σε βάρος του τελευταίου περιουσιακή βλάβη ανέρχεται σε ποσό μεγαλύτερο των 150.000 ευρώ.

Ειδικότερα ο ανωτέρω ιατρός κατηγορείται με το ανωτέρω κλητήριο θέσπισμα ότι συνέταξε και εξέδωσε, μεταξύ άλλων, και την ένδικη από 2-10-1997 ιατρική γνωμάτευση στην οποία βεβαίωσε ψευδώς ότι η αναγραφόμενη σ' αυτή σύζυγος του πρώτου εναγομένου εξετασθείσα δήθεν από αυτόν ιατρικώς βρέθηκε να πάσχει από αναιμία και πολλαπλές λοιμώξεις σε ανοσοκαταστολή επί ΣΚΠ και πρέπει να υποβληθεί σε θεραπεία με το μη κυκλοφορούν στην Ελλάδα και εισαγόμενο από τη Γερμανία φάρμακο ... ... 200 mg 10g, για χρονικό διάστημα 2 μηνών, πλην όμως αυτό ήταν ψευδές, διότι αφενός μεν δεν προέβη σε καμία ιατρική εξέταση της ως άνω φερόμενης ως ασθενούς αφετέρου δε (και αν αυτό συνέβη) ως εκ της ανωτέρω ειδικότητας του (ιατρός παθολόγος) δεν ήταν σε θέση να διαγνώσει ιατρικά εάν η ως άνω αναγραφόμενη έπασχε πράγματι από την ασθένεια αυτή.

Παρόλα αυτά όμως εξέδωσε την ως άνω ιατρική βεβαίωση που είχε έννομες συνέπειες, καθόσον την παρέδωσε στον συγκατηγορούμενό του, ο οποίος στη συνέχεια τη χρησιμοποίησε προκειμένου να παραπλανήσει τα όργανα του ενάγοντος. Επίσης, ο ανωτέρω ιατρός παραπέμφθηκε, μεταξύ άλλων, και για έκδοση της από 9-10-1997 ψευδούς βεβαίωσης στην οποία αναφέρονταν ότι η ασφαλισμένη στο ενάγον Π.

Κ. έπασχε δήθεν από χρόνια πολυνευρίτιδα, πολυριζίτιδα λεμφανίτιδα για τη θεραπεία της οποίας έπρεπε να λάβει το ανωτέρω φάρμακο .... Σύμφωνα με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) στην περιεχόμενη στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα του πρώτου εναγομένου αναφέρεται ότι: "...Δεν ξέρω αν πλήρωσε στο φαρμακείο", β) στην περιεχόμενη στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα της δεύτερης εναγομένης αναφέρεται ότι: "..Χωρίς να πληρώσουν δεν παίρνουν φάρμακα", γ) στο ανωτέρω υπ' αριθμό ...

δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της δεύτερης εναγομένης αναφέρεται ότι την 19.45' ώρα της ίδιας ημέρας, η σύζυγος του εναγομένου Μ. Π. παρέλαβε στο ανωτέρω φαρμακείο ποσότητα 10 τεμαχίων του ανωτέρω φαρμακευτικού προϊόντος και ότι το αντίτιμο για την ανωτέρω πώληση ανερχόμενο στο ποσό των 2.900.000 δραχμών εξοφλήθηκε, δ) η αίτηση του πρώτου εναγομένου στο ενάγον υποβλήθηκε την ίδια ημέρα της φερόμενης ως εκδόσεως του άνω τιμολογίου, ε) με την υπ' αριθμό 1373/2010 οριστική απόφαση του δικαστηρίου τούτου έγινε δεκτή η από 27-3-2008 έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθμό 2843/2007 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιοι δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η από 4-3-2003 αγωγή του ενάγοντος κατά της Π.

Κ. και της δεύτερης εναγομένης, εξαφανίστηκε η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή η ανωτέρω αγωγή και υποχρεώθηκαν οι άνω εναγόμενοι να καταβάλλουν, ευθυνόμενοι ο καθένας σε ολόκληρο, στο ενάγον το ποσό των 13.490,63 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και στ) οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία, όπως π.χ.

απαντήσεις εξετάσεων αίματος ή πιστοποιητικά νοσηλείας δημοσίων υγειονομικών υπηρεσιών, από τις οποίες να προκύπτει ότι κατά τον επίδικο χρόνο (έτος 1997) η σύζυγος του πρώτου εναγομένου έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκα ή αναιμία ή λοιμώξεις ή ότι προσήλθε στα εξωτερικά ή εσωτερικά ιατρεία του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Αθηνών "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο Ε.Ε.Σ." και εξετάστηκε από τον ιατρό Γ.

Κ., το δικαστήριο κρίνει ότι η σύζυγος του πρώτου εναγομένου δεν έπασχε κατά το ανωτέρω έτος από τις ασθένειες που αναφέρονται στην ανωτέρω γνωμάτευση, δεν επισκέφθηκε το ανωτέρω νοσοκομείο, ούτε εξετάστηκε από τον ιατρό Γ. Κ., του οποίου η από 2-10-1997 γνωμάτευση είναι ψευδής, μη στηριζόμενη στην κλινική ή άλλη εργαστηριακή εξέταση της άνω έμμεσα ασφαλισμένης, η οποία ούτε παρέλαβε, ούτε πλήρωσε η ίδια ή άλλος τη δαπάνη για την αγορά του ανωτέρω φαρμάκου, ούτε έκανε χρήση αυτού, το οποίο δεν της χορήγησε η δεύτερη εναγομένη με την καταβολή της αξίας του.

Αντίθετα από τα ανωτέρω επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας από κοινού με κοινό δόλο με το νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης Γ. Δ., χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του πρώτου ως άμεσα ασφαλισμένου του ενάγοντος και την ιδιότητα της συζύγου του πρώτου εξ αυτών Μ.

συζ. Κ. Π. ως προστατευόμενου μέλους - έμμεσα ασφαλισμένης στο ενάγον, προμηθεύτηκαν, από τον ιατρό του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου Αθηνών "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο Ε.Ε.Σ.", στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η έκδοση πιστοποιητικών - γνωματεύσεων για την ασθένεια από την οποία πάσχουν οι εξεταζόμενοι από τον ίδιο ασθενείς, ως και για την ανάγκη χορηγήσεως σ' αυτούς φαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία δεν υπάρχουν στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να είναι αναγκαία η εισαγωγή τους από το εξωτερικό, την ανωτέρω από 2-10-1997 ιατρική γνωμάτευση, το περιεχόμενο της οποίας ήταν ψευδές ως προς τα αναγραφόμενα σε αυτή στοιχεία:

Α) ότι κατά το χρόνο της εκδόσεως αυτής ή κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα, η σύζυγος του πρώτου εναγομένου έπασχε από τις αναγραφόμενες στη γνωμάτευση αυτή ασθένειες, ήτοι από αναιμία και πολλαπλές λοιμώξεις σε ανοσοκαταστολή επί ΣΚΠ και Β) ότι για την αντιμετώπιση της ανωτέρω ασθένειας η σύζυγος του πρώτου εναγομένου έπρεπε να υποβληθεί σε θεραπευτική αγωγή, λαμβάνοντας το φάρμακο ...

επί δύο μήνες, το οποίο δεν κυκλοφορεί στην Ελλάδα και του οποίου κρίνεται αναγκαία η εισαγωγή του από τη Γερμανία, δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλο φάρμακο, δυνάμενο να αντικαταστήσει στη θεραπεία το ελλείπον. Η άποψη του Δικαστηρίου περί του ψευδούς περιεχομένου της ανωτέρω ιατρικής γνωματεύσεως στηρίζεται στα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία αλλά και στα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι:

α) στην ανωτέρω βεβαίωση δεν αναγράφεται ο χρόνος της επίσκεψης της συζύγου του πρώτου εναγομένου στο νοσοκομείο, που υπηρετεί ο γνωματεύσας ιατρός, αν αυτή υποβλήθηκε σε παρακλινικές εξετάσεις, οι απαντήσεις των οποίων οπωσδήποτε θα εμφάνιζαν τις αναφερόμενες στη βεβαίωση ασθένειες ή συμπτώματα αυτών, ήτοι την αναιμία και τις πολλαπλές λοιμώξεις, β) ενώ ο πρώτος εναγόμενος στην υποβληθείσα στο ενάγον, μετά την κλήτευση του να παράσχει εξηγήσεις για την υποβληθείσα στις 16-10-1997 αίτηση του, με αριθμό πρωτοκόλλου ...

δήλωση του υποστηρίζει ότι η σύζυγος του έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας για την οποία νοσηλεύθηκε στην ιδιωτική κλινική "Ταξιάρχαι" αλλά και σε άλλα δημόσια νοσοκομεία εν τούτοις δεν προσκόμισε αλλά και στο παρόν στάδιο δεν προσκομίζει πιστοποιητικά νοσηλείας των επικαλουμένων από τον ίδιο δημοσίων νοσοκομείων, από τα οποία να προκύπτει ότι η σύζυγος του έπασχε κατά το χρόνο της εκδόσεως της ένδικης ιατρικής γνωματεύσεως ή κατά τον αμέσως προηγούμενο χρόνο από τις αναγραφόμενες στην ανωτέρω γνωμάτευση ασθένειες.

Τις ανωτέρω ελλείψεις δεν συμπληρώνουν, ούτε αναιρούν την άποψη του Δικαστηρίου ότι κατά το χρόνο εκδόσεως της ανωτέρω γνωματεύσεως, που συμπίπτει με το χρόνο υποβολής της αίτησης και των δικαιολογητικών στο ενάγον για την παροχή της δαπάνης στην οποία με αυτά παραστάθηκε ότι υποβλήθηκε ο πρώτος εναγόμενος, τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον πρώτο εναγόμενο έγγραφα, ήτοι 1)το από 25-4-1998 έγγραφο του παθολογικού τμήματος, που φέρεται να έχει συντάξει ο ιατρός Σ.

Ν. της παθολογικής κλινικής του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών Η ΣΩΤΗΡΙΑ, στο οποίο αναφέρεται ότι η σύζυγος του πρώτου εναγομένου "πάσχουσα από τετραπάρεση επί εδάφους απομυελιτικής νόσου (ΣΚΠ) εξετάσθηκε παρ' ημίν ευρισκόμενη σε οξεία φάση ...", χωρίς να συνοδεύεται από παρακλινικές ή εργαστηριακές εξετάσεις και τα αποτελέσματα αυτών, 2) η από 18-2-2005 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης Γ.

ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, στην οποία η ιατρός μνήμης και άνοιας Τ. Μ. αναφέρει ότι η σύζυγος του πρώτου εναγομένου πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας από 12ετίας, χωρίς επίσης να συνοδεύεται από τις προαναφερόμενες εξετάσεις, 3) το από 21-5-1998 πιστοποιητικό νοσηλείας του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθήνας ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, στο οποίο αναφέρεται ότι κατόπιν εξέτασης της συζύγου του πρώτου εναγομένου στα εξωτερικά Ν/Λ ιατρεία του άνω νοσοκομείου στις 21-5-1998 διαπιστώθηκε ότι αυτή πάσχει από απομυεληνωτική νόσο (Σκλήρυνση κατά πλάκας) εξελισσόμενη από 8ετίας, χωρίς να συνοδεύεται από τις ανωτέρω εξετάσεις, 4) τα από 5-7-1996 και 29-9-1995 έγγραφα του ιατρικού διαγνωστικού και ερευνητικού ινστιτούτου ΧΡ.

ΧΡΗΣΤΟΥ, από τα οποία προκύπτει ότι η σύζυγος του πρώτου εναγομένου υποβλήθηκε τις ανωτέρω ημερομηνίες σε μαγνητικές τομογραφίες με τα εκεί αναγραφόμενα συμπεράσματα και 5) η από 25-2-2011 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού νευρολόγου-ψυχιάτρου Δ. Κ., διότι τα ανωτέρω έγγραφα δεν αναφέρονται σε εξετάσεις της συζύγου του πρώτου εναγομένου στο επίδικο χρονικό διάστημα, ούτε μπορούσαν να προσκομισθούν ως απαραίτητα δικαιολογητικά για την εξεταζόμενη ασφαλιστική παροχή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω για τη διαδικασία χορηγήσεως δαπανών για την εισαγωγή φαρμάκων από το εξωτερικό.

Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος, κατόπιν κοινής απόφασης με τον προαναφερόμενο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, προμηθεύτηκε από τον τελευταίο το ανωτέρω δελτίο αποστολής-τιμολόγιο της δεύτερης εναγομένης, το περιεχόμενο του οποίου και τα δύο προαναφερόμενα φυσικά πρόσωπα γνώριζαν ότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, εφόσον αποδείχθηκε ότι η σύζυγος του πρώτου εναγομένου δεν έπασχε κατά τον επίδικο χρόνο από την αναγραφόμενη, στην ανωτέρω ένδικη ιατρική γνωμάτευση ασθένεια, δεν παρέλαβε η ίδια ή άλλο πρόσωπο από τη δεύτερη εναγομένη την αναγραφόμενη στο τιμολόγιο ποσότητα του φαρμάκου ..., ούτε πλήρωσε η ίδια ή ο πρώτος εναγόμενος το ποσό των 2.900.000 δραχμών στη δεύτερη εναγομένη για την αγορά του ανωτέρω φαρμάκου, διότι σε αντίθετη περίπτωση θα γνώριζε την ανωτέρω καταβολή ο υιός των παραπάνω ασφαλισμένων, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας ανταπόδειξης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεδομένου ότι κατά το χρόνο της επικαλούμενης από τους εναγομένους πληρωμής, το ποσό των 2.900.000 δραχμών ήταν μέγεθος μεγάλης αξίας.

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε το ανωτέρω δελτίο αποστολής-τιμολόγιο φέρεται να εκδόθηκε συγχρόνως με την παράδοση-παραλαβή του φαρμάκου και την πληρωμή του ποσού των 2.900.000 δραχμών, δηλαδή την 19.45' ώρα της 16ης-10-1997, δηλαδή την ίδια ημέρα που υποβλήθηκαν στο ενάγον από τον πρώτο εναγόμενο τα προαναφερόμενα δικαιολογητικά, χωρίς να προκύπτει ότι οι υπηρεσίες του ενάγοντος μπορούσαν να δέχονται τα ανωτέρω, προσαρτημένα στη σχετική αίτηση, δικαιολογητικά και τις απογευματινές ή βραδινές ώρες, δηλαδή μετά την έκδοση και παραλαβή του ανωτέρα δελτίου αποστολής-τιμολογίου και την εν συνεχεία προσκόμιση αυτού στις υπηρεσίες του ενάγοντος.

Οι ισχυρισμοί της δεύτερης εναγομένης ότι όσα αναφέρει το εκδοθέν από την ίδια ανωτέρω παραστατικό ανταποκρίνονται στην αλήθεια, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από αυτήν έγγραφα, ήτοι την υπ' αριθμό 95410/2000 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ και την υπ' αριθμό 95410/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ανωτέρω εκπρόσωπός της κηρύχθηκε αθώος για τις πράξεις της παράνομης διάθεσης (χωρίς αδεία του ΕΟΦ) φαρμάκων και της διάθεσης φαρμάκων η ισχύς των οποίων έχει λήξει, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι η ανωτέρω πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις παραπάνω πράξεις και για τις οποίες αθωώθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, δεν συνδέεται με την κρινόμενη διαφορά, αφού αναφέρεται σε έρευνα που διενεργήθηκε για διαφορετικά από το εξεταζόμενο ζητήματα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, στις 16-10-1997, γνωρίζοντας ότι τα υπ' αυτού κατεχόμενα δικαιολογητικά και παραστατικά ως άνω έγγραφα, δηλαδή η από 2-10-1997 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Γ. Κ. και το από 16-10-1997 δελτίο αποστολής-τιμολόγιο της δεύτερης εναγομένης, ήσαν ψευδή κατά το ανωτέρω περιεχόμενο αυτών, κατόπιν κοινής απόφασης με το νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, που τελούσε επίσης εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, προσκόμισε αυτά στις υπηρεσίες του ενάγοντος, με σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους του τελευταίου, ότι πράγματι υποβλήθηκε στη δαπάνη των 2.900.000 δραχμών για την αγορά και προμήθεια του ανωτέρω φαρμάκου από τη δεύτερη εναγομένη, προκειμένου να το λάβει η ασθενής από τις αναγραφόμενες στην άνω ιατρική γνωμάτευση ασθένειες σύζυγος του και να αποκομίσουν με τον τρόπο αυτό οι εναγόμενοι παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο παραπάνω ποσό με ισόποση περιουσιακή βλάβη του ενάγοντος, οι υπάλληλοι του οποίου δεν θα προχωρούσαν στην προαναφερόμενη έγκριση της χορήγησης και στην καταβολή του ανωτέρω ποσού στον πρώτο εναγόμενο αν γνώριζαν ότι τα παραπάνω ως αληθή εμφανισθέντα περιστατικά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά των εναγομένων είναι παράνομη και υπαίτια, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας και συνιστά αδικοπραξία, εξ αιτίας δε αυτής το ενάγον υπέστη περιουσιακή βλάβη ίση με το ποσό των 2.900.000 δραχμών ή 8.510,63 ευρώ, την οποία (ζημία) υποχρεούνται να αποκαταστήσουν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι ο καθένας σε ολόκληρο." 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση προέβη σε ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων στο πραγματικό των εφαρμοσθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ και 386 ΠΚ διαλαμβάνοντας στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της τελευταίας πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα παραπάνω κρίσιμα για την έκβαση της δίκης, ζητήματα δεχθείσα την κατάφαση της αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειόντων με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή ορθή αιτιολογία της, εκ της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψασας απόδειξης αναφορικά με το ότι Ι) ο πρώτος αναιρεσείων, κατόπιν κοινής απόφασης με τον εκπρόσωπο της δεύτερης αναιρεσείουσας προμηθεύτηκε από τον τελευταίο το ανωτέρω δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της δεύτερης εναγομένης, το περιεχόμενο του οποίου (και τα δυο προαναφερόμενα φυσικά πρόσωπα) γνώριζαν ότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, καθόσον ούτε η σύζυγος του πρώτου αναιρεσείοντος έπασχε, κατά τον επίδικο χρόνο, από την αναγραφόμενη στην ανωτέρω ένδικη ιατρική γνωμάτευση ασθένεια, ούτε παρέλαβε η ίδια ή άλλο, γα λογαριασμό της, πρόσωπο από τη δεύτερη αναιρεσείουσα την αναγραφόμενη στο τιμολόγιο ποσότητα του φαρμάκου ..., αλλά ούτε και κατέβαλε η ίδια ή ο πρώτος αναιρεσείων το ποσό των 2.900.000 δραχμών για την αγορά του ανωτέρω φαρμάκου, και

ΙΙ) ότι στις 16-10-1997 ο πρώτος αναιρεσείων αν και εγνώριζε ότι τα κατεχόμενα απ' αυτόν δικαιολογητικά και παραστατικά ως άνω έγγραφα, δηλαδή η από 2-10-1997 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Γ. Κ. και το από 16-10-1997 δελτίο αποστολής -τιμολόγιο της δεύτερης αναιρεσείουσας, ήσαν ψευδή κατά το ανωτέρω περιεχόμενό τους, προσκόμισε αυτά κατόπιν κοινής απόφασης με το νόμιμο εκπρόσωπο της παραπάνω δεύτερης αναιρεσείουσας, που τελούσε επίσης εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, στις υπηρεσίες του ενάγοντος, με σκοπό (τον οποίο και επέτυχε) να παραπλανήσει..

τους υπαλλήλους του τελευταίου, ότι πράγματι υποβλήθηκε στη δαπάνη των 2.900.000 δραχμών για την αγορά και προμήθεια του ανωτέρω φαρμάκου αποκομίσαντες με τον τρόπο αυτό οι αναιρεσείοντες παράνομο ισόποσο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του αναιρεσιβλήτου, οι υπάλληλοι του οποίου δεν θα προχωρούσαν στην προαναφερόμενη έγκριση της χορήγησης και στην καταβολή του ανωτέρω ποσού αν γνώριζαν ότι τα παραπάνω ως αληθή περιστατικά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου (914 ΑΚ, 386 ΠΚ) και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προσβαλλόμενη με τον τέταρτο λόγο από το αρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση η οποία, για το λόγο αυτό, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό αναφορικά με την ανάγνωση του εγγράφου λάθος, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 527/2008).

Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 342 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Δεν αποτελούν έγγραφα, υπό την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 31/1999, ΑΠ 751/1996). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων κρισίμων πραγματικών γεγονότων.

Η παραμόρφωση πρέπει να ανάγεται σε σημείο του εγγράφου που αφορά το αποδεικτέο γεγονός (ΑΠ 58/2008, ΑΠ 1347/2007, ΑΠ 1875/2006). Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το αρθ.559 αρ.20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των νομίμως, μετ'επικλήσεως προσκομισθέντων απ'αυτούς, προς απόδειξη της ορθότητας της, διαλαμβανόμενης στην από 2-10-1997 ιατρική βεβαίωση διάγνωσης του ιατρού Γ.Κ.

εγγράφων και ειδικότερα 1) της από 18-2-2005 γνωμάτευσης της ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου Θεσ/νίκης Γ.Παπανικολάου Μ. Τ., β)της από 25.2.2011 ιατρικής γνωμάτευσης του ιατρού Δ.Κ. και γ)του από 21-5-1998 πιστοποιητικού νοσηλείας του Περιφερειακού Νοσοκομείου Αθηνών ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ που υπογράφεται από τον ιατρό Α.Τ., δια της παραλείψεως αναγνώσεως των κρισίμων για την έκβαση της δίκης περικοπών αυτών που αναφέρονται "στην προ 12ετίας, προ 15ετίας και από 8ετίας αντίστοιχα εξέλιξη της νόσου (σκλήρυνση κατά πλάκας)" από την οποία φέρεται ότι έπασχε η σύζυγός του πρώτου αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και ιδίως από την παραδοχή αυτής ότι "... δεν αναιρούν την άποψη του Δικαστηρίου τα προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα ήτοι ... 2) η από 18-2-05 ιατρική γνωμάτευση της ιατρού Μ.

Τ. στην οποία αναφέρεται ότι η σύζυγος του πρώτου εναγομένου πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας από 12ετίας, 2) η από 25-2-11 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Δ. Κ., 3) το από 21-5-1998 πιστοποιητικό νοσηλείας του ΠΓΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ που υπογράφεται από τον ιατρό Α. Τ. στο οποίο αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε ότι η σύζυγος του πρώτου εναγομένου πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας εξελισσομένη από 8ετίας..." προκύπτει σαφώς η ορθή, από την προσβαλλόμενη απόφαση, ανάγνωση του περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων με τη ρητή μεν αναφορά (και) των κατά την προσβαλλομένη αιτίαση, φερομένων ως παραληφθεισών περικοπών των υπό στοιχ.

α και β ιατρικών βεβαιώσεων "από 12ετίας και από 8ετίας, αντίστοιχα" με την απλή δε μνεία της από 25-2-11 γνωμάτευσης του ιατρού νευρολόγου - ψυχιάτρου Δ. Κ. την οποία συνεκτίμησε απλώς με τ'άλλα αποδεικτικά μέσα προς διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος και από την οποία, ενόψει της μη αναφοράς του περιεχομένου αυτής, δεν προκύπτει η επικαλουμένη παραμόρφωση την οποία απαράδεκτα οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να θεμελιώσουν στην συναγωγή, από την (ορθή) ανάγνωση των παραπάνω ιατρικών βεβαιώσεων, αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από αυτό που εκείνοι θεωρούν ορθό, αφού, με τον τρόπο αυτό, βάλλεται εμμέσως η αναιρετικά ανέλεγκτη περί της ουσίας πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του δικαστηρίου.

Κατά το άρθρο 559 αρ 9 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Περαιτέρω, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε και την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Η χρησιμοποίηση στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο της τελευταίας διατάξεως της λέξης "ειδικές", αντί της λέξης "ιδιάζουσες", οφείλεται σε εσφαλμένη μεταγλώττιση από το κείμενο της καθαρεύουσας, στο οποίο χρησιμοποιείται η λέξη "ιδιάζουσα". Έτσι ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 3 εδαφ. τελευταίο του Ν. 1406/1983, λόγω της νοηματικής διαφοράς που προκύπτει, το αρχικό κείμενο της διατάξεως που είναι διατυπωμένο στην καθαρεύουσα.

Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση, του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές", αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1186/10, 902/2009, 525/2000).

Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το αρθ.559 αρ.9γ ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση άφησε αδίκαστη την απ'αυτούς νομοτύπως υποβληθείσα αίτηση διεξαγωγής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με τη διαπίστωση της νόσου από την οποία βεβαιώνεται στην από 2-10-1997 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Γ.Κ.

ότι έπασχε η σύζυγός του πρώτου απ'αυτούς. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι η σχετική περί πραγ/σύνης αίτηση των αναιρεσειόντων ερευνήθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκε (με σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης) ως αλυσιτελής με την αιτιολογία ότι "κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η παρούσα κατάσταση της υγείας της συζύγου του πρώτου εναγομένου (αναιρεσείοντος) αλλά η κατάσταση αυτής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης", δηλαδή με αιτιολογία η οποία δεν διαλαμβάνει παραδοχή περί της αναγκαιότητας ειδικών γνώσεων επιστήμης και τέχνης προς διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε οπότε και θα υφίστατο θεμελίωση του προβαλλομένου αναιρετικού λόγου, αφού, στην περίπτωση αυτή, θα ήταν υποχρεωτική, σύμφωνα με το άρθρο 368 παρ.2 ΚΠολΔ, η αποδοχή του σχετικού αιτήματος των αναιρεσειόντων (ΑΠ 1186/2010, ΑΠ 902/2009, ΑΠ 1817/2009).

Κατά τη διάταξη του αρθ.937 ΑΚ "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρύτερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης." Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται, και η κατά το αρθρ. 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Έτσι, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της κατά το αρθρ. 937 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ πενταετούς παραγραφής είναι η παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε (5) ετών από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας.

Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως.(ΑΠ 374/2001). Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ απέρριψε η προσβαλλομένη απόφαση την νομίμως προβληθείσα απ'αυτούς, προς απόκρουση της ένδικης, από αδικοπραξία, αγωγικής αξίωσης του αναιρεσείοντος, ένσταση (5ετούς) παραγραφής δεχθείσα ως αφετηρία αυτής χρονικό σημείο μεταγενέστερο εκείνου της γνώσης από το ζημιωθέν αναιρεσίβλητο της ζημίας και των υπόχρεων προς αποζημίωση, το οποίο και έπρεπε να λάβει υπόψη της ως αφετήριο χρονικό σημείο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι η τελευταία, μετ'εκτίμηση του συνόλου των προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε τα παρακάτω αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα: "Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η αξίωση του ενάγοντος έχει παραγραφεί διότι από τις 11-11-1997 οπότε καταβλήθηκε το ποσό των 8.510,63 ευρώ έως την επίδοση της αγωγής στις 5-11-2004 στον πρώτο εναγόμενο και στις 30-9-2003 στη δεύτερη εναγομένη, παρήλθε πενταετία, που συνιστά ένσταση, στηριζόμενη στο άρθρο 937 του Α.Κ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία, κατά τους βάσιμους ισχυρισμούς του ενάγοντος, που δεν αποτελούν αντένσταση αλλά αιτιολογημένη άρνηση (Α.Π. 711/2011), αφού το ενάγον έλαβε γνώση της ζημίας και των υπόχρεων προς αποζημίωση εναγομένων, όχι από την έκδοση των προαναφερομένων επιταγών στις 11-11-1997, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ή την καταβολή του ποσού των 2.900.000 δραχμών στις 24-11-1997, αλλά από την κατάθεση του άνω με αριθμό ...

συμπληρωματικού πορίσματος της τριμελούς επιτροπής, που ορίσθηκε από το Δ.Σ. του εναγομένου, με το οποίο επιβεβαιώθηκαν οι ενδείξεις που είχαν προκύψει από το πρώτο με αριθμό ... πόρισμα της Π. Π., για τη ζημία, την έκταση αυτής και για τους υπόχρεους προς αποζημίωση, αλλά από την 23-4-2002 και πάντως όχι νωρίτερα από την 5-4-2000, οπότε μέχρι τις ανωτέρω επιδόσεις της αγωγής δεν παρήλθε πενταετία".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ καθόσον προέβη σε ορθή υπαγωγή των ανελέγκτως δεχθέντων ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών αναφορικά με το χρονικό σημείο γνώσεως από το αναιρεσίβλητο της ζημίας και των υποχρέων προς αποζημίωση στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου, δεχθέν ότι αυτό (χρονικό σημείο γνώσης) τοποθετείται την 23-4-02, όταν κατατέθηκε το συμπληρωματικό πόρισμα με το οποίο επιβεβαιώθηκαν οι ενδείξεις που είχαν διατυπωθεί με το πρώτο υπ'αριθμ.336/5.4.2000 πόρισμα της Π.

Π. αναφορικά με τη ζημία, την έκταση και τους υποχρέους προς αποζημίωση και όχι, όπως εσφαλμένως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, την 11.11.97 οπότε καταβλήθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.900.000 δρχ. είτε το τέλος του 1997 όταν "κατόπιν εντολής της αρμόδιας διεύθυνσης του Υπουργείου Υγείας, διατάχθηκε σχετική έρευνα σε χορηγηθέντα προϊόντα των εξωτερικών σε ασφαλισμένους ....από την οποία προέκυψαν ότι για 26 ασφαλισμένους μεταξύ των οποίων και ο πρώτος αναιρεσείων απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση προς πλήρη διαλεύκανση" αφού στην μεν πρώτη περίπτωση καταβολής των χρημάτων δεν υπήρχαν καν ενδείξεις τέλεσης αξιόποινης πράξης εκ μέρους των αναιρεσειόντων, στη δε δεύτερη υφίσταντο μόνο υπόνοιες σε βάρος του αναιρεσείοντος, οι οποίες ασφαλώς και δεν ταυτίζονται με την απαιτουμένη, από τη διάταξη του αρθ.937 ΑΚ, για την έναρξη του χρόνου της παραγραφής γνώση του προσώπου του υποχρέου προς αποζημίωση, για την οποία δεν εξαρκεί η ύπαρξη απλής εικασίας ή υπόνοιας περί του προσώπου του υπόχρεου.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-9-2012 και με αριθμ. καταθ. 1001/2012 αίτηση αναίρεσης της 724/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ