Supreme Court dismisses appeal on property boundary dispute, rejecting distortion of survey map claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property boundary dispute. The appellant argued the lower court distorted a topographic survey map to rule against him, but the court found the decision was based on witness testimonies and other documents. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(14), 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document is inadmissible if the lower court's judgment was formed primarily from other evidence rather than the alleged document, or if the error concerns the evaluation of facts rather than the document's content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 932 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 932/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου του Αγίου Όρους Άθω, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διογένη Καραγιαννακίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 749/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-1-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 26-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' Κ.Πολ.Δ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, δηλαδή δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική των επίδικων τμημάτων αγωγή, κατά την επικουρική της βάση περί κτήσης ιδίας κυριότητας της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής σε αυτά -επίδικα τμήματα- με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία ως ορισμένη, μολονότι ήταν αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, γιατί το ακίνητο -τμήματα του οποίου φέρονται ότι είναι τα επίδικα- " δεν περιγράφεται επαρκώς σ' αυτήν -αγωγή-", με αποτέλεσμα να "υφίσταται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του", αφού "δεν συνοδευόταν από τοπογραφικό διάγραμμα, γεγονός που δημιουργούσε αμφιβολίες ως προς τη θέση και τον επακριβή προσδιορισμό του και, ως εκ τούτου, δυσκολίες στην άμυνα -του αναιρεσείοντος- απέναντι της", τον ισχυρισμό δε αυτόν περί αοριστίας της εν λόγω αγωγής είχε προτείνει ο ίδιος στον πρώτο βαθμό και επανέφερε παραδεκτά στο Εφετείο με το εφετήριό του.
Από την παραδεκτή (άρθρο 564 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται αναφορά για " ακίνητο στη θέση "Γλυστέρι" της νήσου Σκοπέλου, που έχει έκταση 11205,79 τ.μ. και συνορεύει προς ανατολάς με δασική, βραχώδη, ορεινή έκταση άγνωστου ιδιοκτήτη, προς δυσμάς με βραχώδη και ορεινή έκταση της ιδιοκτησίας (της αναιρεσίβλητης), προς νότο εν μέρει με ιδιοκτησία Σ.
Σ., εν μέρει με δρόμο και εν μέρει με ιδιοκτησία Ρ. Σ. και προς βορρά με αιγιαλό. Με διαφορετική διατύπωση, βρίσκεται στο κατώτερο σημείο της κοιλάδας του Γλυστερίου, καταλαμβάνει ολόκληρο το επίπεδο μέρος σε επαφή με τον αιγιαλό, που είναι το φυσικό του όριο προς βορρά και έχει επίσης φυσικά του όρια προς δυσμάς και ανατολάς τις αντίστοιχες πλαγιές του βουνού που ξεκινούν με μεγάλη κλίση από αυτό".
Η προεκτιθέμενη περιγραφή του εν λόγω ακινήτου είναι επαρκής, δεν χρειαζόταν δε για το ορισμένο της αγωγής να προσαρτάται σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης περί αοριστίας της αγωγής κατά την επικουρική πιο πάνω βάση της, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας της και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
I. Στη διάταξη του όρθρου 21 του ν.δ. της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του ΕισΝ του ΑΚ, ρητώς ορίζεται ότι: "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφή, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους, ...".
Επίσης, στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων" ορίζεται ότι οι περί ακινήτων εμπράγματες αξιώσεις του Δημοσίου είναι απαράγραπτες, κατά δε το όρθρο 17 § 3 του ν.δ. 3432/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί Ο.Δ.Δ.Ε.Π. νομοθεσίας", εφαρμόζεται και επί των ακινήτων των ιερών μονών η διάταξη της § 3 του άρθρου 6 του ν. 4944/1931, κατά την οποία το Ταμείο του Εθνικού Στόλου θεωρείται αδιαλείπτως ότι έχει τη νομή ακινήτου κτήματος από της κτήσεως της κυριότητας αυτού, ανεξάρτητα από κάθε αφαίρεση αυτής από τρίτο και τέλος, κατά το άρθρο 62 § 4 του ν. 580/1977 "περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος", οι διατάξεις των άρθρων 4 και 23 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", όπως αυτός μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα ακίνητα που ανήκουν στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 § 4 του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων είναι και οι Μονές.
Εξάλλου, η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων, καθώς και του χρόνου της χρησικτησίας, ανεστάλη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του, μέχρι του έτους 1930 και η αναστολή αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις Κωδ. 1.2.23, Ν. 111, Β. 5-2-14 του προϊσχύσαντος β.ρ.δ, σύμφωνα με τις οποίες, κατά τους ειδικότερους ορισμούς του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα παραγωγικά γεγονότα για την απόκτηση της έγιναν όσο αυτές ίσχυαν, προκύπτει, ότι για να θεμελιωθεί δικαίωμα χρησικτησίας σε μοναστηριακά ακίνητα χρειαζόταν αρχικό παρέλευση 100 ετών, μεταγενέστερα δε ο χρόνος ορίστηκε σε 40 έτη και ακολούθως, με το άρθρο 1 ν.
ΓΧΞ/1910 σε 30 έτη. Λόγω της διαχρονικής αρχής, κατά την οποία εάν με νεότερο νόμο ορισθεί βραχύτερος χρόνος παραγραφής και χρησικτησίας, εφόσον ο υπολειπόμενος κατά τον παλαιότερο νόμο χρόνος είναι βραχύτερος από το χρόνο που προβλέπει ο νεότερος εφαρμόζεται ο παλαιότερος νόμος, έπεται ότι για την απόκτηση κυριότητας σε χρησικτησία σε μοναστηριακό ακίνητο, έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 12-9-1915, χρόνος νομής 10 ετών, αφού έκτοτε ανεστάλη η συμπλήρωση της χρησικτησίας, ενώ από 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα των μονών και συνεπώς δεν είναι έκτοτε δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία.
Ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.ρ.δ., των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 πορ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (32.3), που ίσχυαν και στη Θεσσαλία από την απελευθέρωση της, δηλαδή από το έτος 1882, έκτοτε ήταν επιτρεπτή η απόκτηση από ιδιώτη και συνεπώς και από το νομικό πρόσωπο της Μονής, κυριότητας σε ακίνητα, ακόμη και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο και αν ήταν δάση.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση, φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, η οποία, όμως έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 12-9-1915, αφού έκτοτε ανεστάλη η συμπλήρωση της παραγραφής και της χρησικτησίας, από δε τις 16-5-1926 τα ακίνητα του Δημοσίου έγιναν, σύμφωνο με τις προεκτιθέμενες διατάξεις των άρθρων 21 του ν.δ.
της 22.4/16-5- 1926 και 4 του α.ν. 1539/1938, ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΟλΑΠ 85/1987). Όπως δε συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 Πανδ.(5.3), ν.25 Πανδ. (24.1), ν. 27 ΠΑΝΔ. (18.1), Ν. 10,13 ΠΑΡ.1, 17, 48 Πανδ. (41.3), ν. 5 Πανδ.(41.7), ν.3 Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν. 109 Πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα τουκυρίου.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και υποχρέου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόστασή του, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ολΑΠ 33/2005, ολΑΠ 7/2002, ολΑΠ 8/2001, ΑΠ 701/2009).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: "Τα επίδικα εδαφικά τμήματα βρίσκονται στη θέση "Γλυστέρι" της νήσου Σκοπέλου και το μεν πρώτο αποτελεί μία λωρίδα γης, η οποία έχει σχήμα ανωμάλου τραπεζίου (σχεδόν ορθογωνίου παραλληλογράμμου), έχει έκταση περίπου 1.731 τ.μ., βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του ακινήτου της ενάγουσας και έχει πλευρές μήκους:
προς ανατολάς 75,99 μ (όριο με βραχώδη δασική έκταση), προς νότο 16,37 μ. (όριο με ιδιοκτησία Σ. Σ.), προς δυσμάς 77,40 μ. (όριο με υπόλοιπο ακινήτου της ενάγουσας και προς βορρά 27,5 μ, (αιγιαλός), παριστάνεται δε με τα στοιχεία Α3-Κ5-Α5-Α4-Α3 στο από, Ιουλίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου Τοπογράφου - Μηχανικού Γ.
Α. και το δεύτερο αποτελεί μία λωρίδα γης, η οποία έχει μήκος 53 περίπου γραμμικών μέτρων και πλάτος 6 περίπου γραμμικών μέτρων, εμφαινόμενη στο τοπογραφικό διάγραμμα πού προμνημονεύτηκε υπό στοιχεία Α12 - Κ7 - Κ6 - Κ8. Τα επίδικα αποτελούν τμήματα ευρύτερου ακινήτου της ενάγουσας που έχει έκταση 11.205,79 τ.μ. και συνορεύει προς ανατολάς με δασική, βραχώδη, ορεινή έκταση άγνωστου ιδιοκτήτη, προς δυσμάς με βραχώδη και ορεινή έκταση της ιδιοκτησίας της ενάγουσας προς νότο εν μέρει με ιδιοκτησία Σ.
Σ., εν μέρει με δρόμο και εν μέρει με ιδιοκτησία Ρ. Σ. και προς βορρά με αιγιαλό. Το όλο ακίνητο το νέμονταν καλόπιστα οι μοναχοί της ενάγουσας με τη βόσκηση των ποιμνίων της, το καθάριζαν, το επισκέπτονταν και το επέβλεπαν αποτρέποντας τρίτους από επεμβάσεις σ' αυτό συνεχώς από το 1824 που το αγόρασε η ενάγουσα από την αληθή κυρία Ο.
συζ. Γ. Κ. (βλ. το σχετικό έγγραφο με βεβαίωση της μεταβιβάσεως από την Καγκελαρία Σκοπέλου) συνεχώς μέχρι το έτος 12-9-1915 δηλαδή μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και επί τριάντα και πλέον έτη (1882 - 12-9-1915) με αποτέλεσμα ήδη από τότε να καταστεί κυρία η ενάγουσα με την άσκηση φυσικής εξουσίας επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου και καλή πίστη κατά τα προεκτιθέμενα, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε νομή των δικαιοπαρόχων του εναγομένου μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι μοναχοί της ενάγουσας συνέχισαν τη με καλή πίστη νομή της επί του παραπάνω κτήματος και μετά το έτος 1915 ασκώντας επ' αυτού τις ίδιες και άλλες διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια αυτού) είτε προσωπικά είτε με αντιπρόσωπο χωρίς μέχρι σήμερα ουδέποτε να εκποιήσει η ενάγουσα ή παραχωρήσει με άλλον τρόπο σε οποιονδήποτε κάποιο τμήμα του}ενώ τα όρια του παρέμεναν πάντοτε σταθερό και μόνο πρόσφατα, από το ίδιο ακίνητο παραχώρησε στην κοινή χρήση μία λωρίδα γης εμβαδού 1,599, 38 τ.μ.
στο νοτιοδυτικά και δυτικό όριο του, ώστε να είναι εξασφαλισμένη η διέλευση μέχρι τον αιγιαλό. Μάλιστα οι μοναχοί της ενάγουσας στη θέση του επίδικου ακινήτου είχαν κατασκευάσει καλύβα για τα εργαλεία του καρνάγιου που λειτουργούσε στην παραλία, την οποία (καλύβα) την χρησιμοποιούσαν κάποιοι κατά ανοχή της Μονής.
Την ίδια καλύβα χρησιμοποιούσε, όπως ρητά κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης, και ο εκ των οικονόμων της ενάγουσας Β., πού τραβούσε εκεί την βάρκα του, ο οποίος τόνισε κατηγορηματικά, ότι ο ίδιος επισκέφθηκε το κτήμα της Μονής το 1975 για πρώτη φορά και ότι τότε το όριο του προς την πλευρά που συνορεύει με τον εναγόμενο ήταν η πλαγιά του βουνού και συνεπώς μέχρι τότε η δραστηριότητα του δεν είχε επεκταθεί στο παραθαλάσσιο πεδινό τμήμα του Γλυστερίου.
Το πρώτο το έτος 1974 όταν πια άρχισαν να αποκτούν αξία τα παραθαλάσσια οικόπεδα, αποφάσισαν ο πατέρας του εναγομένου και στη συνέχεια ο ίδιος ο εναγόμενος τη σταδιακή καταπάτηση του πρώτου επιδίκου αρχικά με την περίφραξη αυτού που ξεκίνησε ο πατέρας του εναγομένου, ο οποίος χωρίς να προβάλλει δικαίωμα κυριότητας στο ακίνητο απευθυνόμενος στη διεύθυνση Δασών του Ν.
Μαγνησίας ζητούσε να του επιτραπεί να περιφράξει "το παρά την θέσιν νησί Γλυστέρι κτήμα του όχι δια ιδιοκτησιακούς λόγους, αλλά απλώς δια να εισάγη εντός αυτού προς βοσκήν το εξ αιγών ποίμνιόν του" (υπ' αριθμ. ΥΓΔ 89821/74 έγγραφο Δ/σης Δασών Μαγνησίας). Στη συνέχεια ο εναγόμενος προχώρησε σε πιο σοβαρές διακατοχικές πράξεις σ' αυτό και συγκεκριμένα προέβη στην επισκευή του παραπάνω κτίσματος (καλύβας) και από του έτους 1986 άρχισε να λειτουργεί σ' αυτό επιχείρηση εστιατορίου - μπαρ - ψησταριάς που ήταν εποχιακή δραστηριότητα, που ασκείται μόνο το θέρος, βάσει της με αριθ.
πρωτ. .../2560/6γ/25-7-1987 αδείας λειτουργίας που εκδόθηκε από το Α.Τ Σκοπέλου και στη συνέχεια το έτος 1994 προέβη στην κατασκευή οικοδομής (ισόγειο κατάστημα εντός του επιδίκου, εμβαδού 135 τ.μ.) δυνάμει της με αριθ. .../1994 υπ' αριθ. πρωτ. 1512/11-8-1994 άδειας οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Σκοπέλου Ν. Μαγνησίας, στο οποίο (κατάστημα) πλέον ασκείται η επιχείρηση εστιατορίου - μπαρ -ψησταριά βάσει της νέας αδείας υγειονομικού ενδιαφέροντος με αριθμό .../1995 και αριθ.
πρωτ. 2826/1 1-7-1995 του Δήμου Σκοπέλου. Μάλιστα χρησιμοποιούσε το ήμισυ του πρώτου επιδίκου για τη λειτουργία της ως άνω επιχείρησης του, ενώ το υπόλοιπο μισό του πρώτου επιδίκου το είχε διαχωρίσει με πασσάλους και συρματόπλεγμα και είχε εγκαταστήσει ποιμνιοστάσιο και το χρησιμοποιούσε για τη βόσκηση και εκτροφή αιγών.
Για το σκοπό αυτό είχε κατασκευάσει εντός του επιδίκου υδατοδεξαμενή και είχε προβεί σε διάνοιξη πηγαδιού. Η ενάγουσα λόγω λειψανδρίας και αδυναμίας επαρκούς απασχολήσεως με τα μετόχια της δεν είχε εγείρει ενωρίτερα την κρινόμενη αγωγή χωρίς αυτό να σημάνει, όμως ότι παραιτήθηκε από τα δικαιώματα της επί του επιδίκου ή ότι αναγνώρισε τα δικαιώματα του εναγομένου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πρόσφατα ο εναγόμενος κατέλαβε και χρησιμοποιεί ως δρόμο μία λωρίδα γης από το ως άνω ευρύτερο ακίνητο της ενάγουσας, πού έχει μήκος 53 περίπου γραμμικών μέτρων και πλάτος 6 περίπου γραμμικών μέτρων, εμφαινόμενη στο τοπογραφικό διάγραμμα που προμνημονεύτηκε υπό στοιχεία Α12 - Κ7 - Κ6 - Κ8.
Δια της λωρίδος αυτής συνδέει, με κατεύθυνση από νοτιοδυτικά προς βορειοανατολικά, την κοινοτική οδό που κατέρχεται στην παραλία του Γλυστερίου με το μέσο περίπου του παραπάνω καταπατημένου από αυτόν πρώτου επιδίκου τμήματος. Για τα ανωτέρω κατέθεσε με σαφήνεια ο μάρτυρας της ενάγουσας, κατά τα προαναφερόμενα, τα ίδια δε βεβαίωσε ενόρκως, με την ως άνω ένορκη βεβαίωση της, η Ο.
Σ. ετών 81, η οποία λέγει "μεγάλωσα στην περιοχή πάντα ήξερα ότι όλη η έκταση από τους πρόποδες του βουνού στα δυτικά μέχρι τους πρόποδες στα ανατολικά και μέχρι τη θάλασσα είναι του μοναστηριού ... υπήρχε ταρσανάς στην κατοχή, φτιάχνανε βάρκες και καΐκια με την άδεια του μοναστηριού ... ερχόταν καΐκια από το Άγιο Όρος και κουβαλούσαν ξύλα ...
υπήρχε φύλακας να φυλάει τα εργαλεία που έμενε σε σπιτάκι που έγινε με άδεια των καλόγερων ... ο φύλακας λεγόταν Γ. Ν. ... η ταβέρνα που έχει ο εναγόμενος είναι μέσα στην μοναστηριακή έκταση ... το έχει καταπατήσει". Τα ανωτέρω ουδόλως αντικρούονται από όσα κατέθεσε ο μάρτυρας του εναγομένου ηλικίας 65 ετών ο οποίος δεν γνωρίζει τίποτα για το κρίσιμο θέμα της άσκησης νομής επί του επιδίκου επί 30 έτη πριν τις 12-9-1915 κατά τα προαναφερόμενα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση του αναιρεσείοντος από τη ΑΚ 281 και δέχτηκε την ένδικη -από 15.12.2003- διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής κατά την επικουρική της βάση της έκτακτης χρησικτησίας ως ουσιαστικά βάσιμη, ακολούθως δε, απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σωστά τις ως άνω διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ για την έκτακτη χρησικτησία και για την ένσταση από την ΑΚ 281 ερμήνευσε και εφάρμοσε, περιέλαβε, δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο καθ' όσον αφορά την παραδοχή της αγωγής όσο και καθ' όσον αφορά την απόρριψη της άνω ένστασης.
Αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δέχτηκε με σαφήνεια, ότι η ενάγουσα Ιερά Μονή νεμόταν τα επίδικα συνεχώς από το έτος 1824 με καλή πίστη, δηλαδή με ειλικρινή την πεποίθηση ότι με τη χρήση της νομής τους δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας τρίτου, εφόσον δέχτηκε ότι τα αγόρασε και περιήλθαν σ' αυτήν από την προαναφερθείσα αληθή κυρία με το προεκτιθέμενο έγγραφο " που φέρει βεβαίωση της μεταβιβάσεως από την Καγκελαρία Σκοπέλου", αναφέρει δε συγκεκριμένα και τα όρια αυτών και του όλου ακινήτου, του οποίου αποτελούν τμήματα.
Επομένως, οι λόγοι της αναίρεσης, πρώτος κατά το πρώτο μέρος του, και δευτέρου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου- επίσης- 559 του ίδιου Κώδικα, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
III. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από Ιουλίου 2003 τοπογραφικού διαγράμματος του διπλωματούχου τοπογράφου- μηχανικού Γ. Α., στο οποίο, αντίθετα προς τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αλλά και τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, ως όριο του επίδικου προς νότο δεν αναφέρεται η ιδιοκτησία Σ.Σ., αλλά "ιδιοκτησία Α. Σ." και έτσι κατέληξε στο επιζήμιο γι' αυτόν πόρισμα ότι το πρώτο επίδικο, το οποίο έχει έκταση περίπου 1731 τ.μ., αποτελεί μέρος της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση του από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την αναφερόμενη στην εν λόγω απόφαση -με αριθμό 148/8.12.2009- ένορκη βεβαίωση και από τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, και δεν στήριξε την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προεκτιθέμενο τοπογραφικό διάγραμμα. Γι' αυτό, ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.1.2011 αίτηση του αναιρεσείοντος Γ. Κ. του Ε. για αναίρεση της 749/2010 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ