Legislator Case Law & Legislation
932/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal on seizure facts but rejects late request for restoration of status ante execution.

Case Number 932/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the first two grounds of the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The appellants argued for specific factual findings regarding seized property, while the appellee contested the admission of an oral confession. The court ruled that the appeal was admissible on these points but rejected the appellants' late request to restore the case to its pre-execution state, deeming it untimely under procedural law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 956, 996, 579, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal on specific grounds regarding facts but must reject untimely requests for restoration of the pre-execution status.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure seizure of movable property restoration of status ante execution timeliness of procedural requests recomposition of court panel legal costs allocation oral confession admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 956 of the Code of Civil Procedure
Article 996 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Areios Pagos 40/2006
Areios Pagos 612/1995
Areios Pagos 2/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 932 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 932/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΗΛΕΚΠΑ Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία", που έδρευε στη Σίνδο Θεσσαλονίκης, της οποίας η άδεια σύστασης ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ. 17/15080/5.10.2004 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από τους διορισθέντες δι' αυτής εκκαθαριστές Ι. Κ., Ι. Α., Ι. Π., Α. Κ. και Β. Χ., 2. Ι. Κ. του Ε., κατοίκου ... και 3. Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Νικολούση.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομορρύθμου Εταιρίας με την επωνυμία "Αφοι Χ. Ο.Ε" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Άννας Γλάστρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22.268/2001 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2086/2002 μη οριστική, 795/2008 τελεσίδικη του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 3 Μαΐου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 956 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην αναγκαστική κατάσχεση των κινητών πραγμάτων, τα κατασχεθέντα παραδίδονται από τον δικαστικό επιμελητή σε μεσεγγυούχο για φύλαξη, μεσεγγυούχος δε μπορεί να διοριστεί και ο καθού η κατάσχεση (παρ. 1), αν κατασχέθηκαν πράγματα των οποίων η μεταφορά είναι δυσχερής ή μπορεί να προξενήσει βλάβη σ' αυτά ο δικαστικός επιμελητής αφήνει αυτά στον τόπο της κατασχέσεως (παρ. 2) και ο μεσεγγυούχος φυλάσσει τα κατασχεθέντα πράγματα στερούμενος της εξουσίας χρήσεως αυτών υποχρεούται δε σε λογοδοσία και το προϊόν της διαχειρίσεώς του παραδίδει στον υπάλληλο επί του πλειστηριασμού (παρ. 4).

Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 996 παρ. 1 εδ. α' και γ' ορίζεται, ότι μεσεγγυούχος του ακινήτου είναι όποιος το κατέχει όταν γίνεται η κατάσχεση και ότι οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 956 ΚΠολΔ εφαρμόζονται και εδώ. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η μεσεγγύηση της αναγκαστικής εκτέλεσης στοχεύει στην αποτροπή απόκρυψης των κατασχεθέντων κινητών πραγμάτων, στη διασφάλιση, διαφύλαξη ως και την αποτροπή αντικατάστασή τους, καθώς και την εποπτεία της συντήρησής τους προς αποφυγή χειροτέρευσης ή καταστροφής αυτών, ενώ ο μεσεγγυούχος προβαίνει και στην συλλογή των καρπών τους, κατά την παρ. 2 του άρθρου 956 ΚΠολΔ.

Η μεσεγγύηση αυτή εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και διέπεται από τις σχετικές διατάξεις του δικονομικού δικαίου, γι' αυτό και διαφοροποιείται από τη δικαστική μεσεγγύηση του άρθρου 832 του Α.Κ., χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η συμπληρωματική εφαρμογή της άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης και κατ' ακολουθία η, στις διατάξεις για παρακαταθήκη των άρθρων 822 επ.

Α.Κ. παραπομπή, εφόσον αυτές προσαρμόζονται προς τη φύση της προκειμένης μεσεγγύησης, ως σχέσης δημοσίου δικαίου, και συμπορεύονται προς το σκοπό της. Έτσι, ο μεσεγγυούχος ευθύνεται για τη φύλαξη ή για την τυχόν διαχείριση των κατασχεθέντων, δικαιούμενος να λάβει αμοιβή, ως και δαπάνες που έκανε για τη φύλαξη και την τυχόν διαχείριση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 822 και 823 ΑΚ, δεδομένου ότι στον ΚΠολΔ δεν υφίσταται σχετική ρύθμιση, ευθυνόμενος για κάθε πταίσμα, χωρίς να αποκλείεται η θεμελίωση της ευθύνης του και στις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, οπότε πρόκειται για συρροή αξιώσεων. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 336, 822, 832 ΑΚ, 941 και 956 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο μεσεγγυούχος κινητού πράγματος, που διορίζεται στα πλαίσια της αναγκαστικής εκτέλεσης, ο οποίος υπέχει υποχρέωση απόδοσης του υπό μεσεγγύηση πράγματος στο νόμιμο δικαιούχο, σε περίπτωση υπαίτιας διαρκούς αδυναμίας προς απόδοση αυτού και ανεξάρτητα από την ευθύνη του από αδικοπραξία υποχρεούται ν' ανορθώσει την εντεύθεν ζημία του δικαιούχου επερχόμενης έτσι αλλοίωσης του αντικειμένου της σχετικής ενοχής, κατά δε το άρθρο 297 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να παράσχει αυτή σε χρήμα.

Τέλος, κατά το άρθρο 992 παρ. 2 ΚΠολΔ, η κατάσχεση ακινήτου εκτείνεται και στα παραρτήματά του, μόνον αν περιληφθούν σ' αυτήν. Τα παραρτήματα που κατάσχονται με τον τρόπο αυτό θα ακολουθήσουν την τύχη του ακινήτου και θα πλειστηριασθούν με το ακίνητο κατά τις περί πλειστηριασμού ακινήτου διατάξεις, καίτοι αυτά είναι κινητά.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του Α.Κ. συνάγεται ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών.

Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος υπό τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις.

Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει, με την κανονική και συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (βλ.

Ολ.ΑΠ 705/1979). Αδικοπραξία συνιστά και η κατά το άρθρο 177 ΠΚ αξιόποινη πράξη, κατά το οποίο, όποιος, με πρόθεση, καταστρέφει, βλάπτει ή υφαιρεί κατασχεμένο πράγμα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από την τελευταία διάταξη, με σαφήνεια προκύπτει ότι τρεις είναι μορφές ή ενέργειες, με τις οποίες μπορεί να πραγματοποιηθεί η αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης αυτής πράξεως α) η καταστροφή β) η βλάβη και γ) η υφαίρεση του κατασχεμένου.

Η υφαίρεση συνίσταται στην κατακράτηση ή διάθεση ή ανάλωση του κατασχεμένου πράγματος και η μη απόδοση του στο δικαιούχο (ΑΠ 689/1992, ΑΠ 1686/1992). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 71, 298, 299, 330, 914, 922, 926 και 932ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του εκπροσωπευτικού οργάνου (μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή τρίτου διαχειριστή) ανώνυμης εταιρίας, η τελευταία και το εκπροσωπευτικό της όργανο υποχρεούνται, εις ολόκληρον ο καθένας, να αποκαταστήσουν την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη του παθόντος τρίτου, εφόσον η πράξη ή παράλειψη του οργάνου έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, έστω και καθ' υπέρβαση ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του, ήτοι εφόσον μεταξύ της πράξεως και των ανατεθειμένων καθηκόντων υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος, γεγονός που συντρέχει, όταν τα καθήκοντα αποτελούν το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της πράξεως ή (και) όταν η πράξη εμπίπτει στους τυπικούς κινδύνους που ενυπάρχουν στη δραστηριότητα του οργάνου.

Τέλος, στο άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 ορίζεται ότι: "Παν πρόσωπον κατηγορούμενο επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρις της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Η διάταξη αυτή με την οποία κατωχυρώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορηθέντος για διάπραξη ποινικού αδικήματος, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου κάποιος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια της ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή σε όλες τις μεταγενέστερες διαδικασίες που αφορούν την οριστική απαλλαγή του κατηγορουμένου, εφόσον βεβαίως πρόκειται για την ίδια αξιόποινη πράξη που αποτελεί τη βάση αδικοπραξίας προς αποζημίωση για την οποία είχε απαλλαγεί οριστικά ο αγόμενος σε δίκη κατηγορούμενος και πάλι όμως, όχι με την έννοια της δεσμευτικότητας του δεδικασμένου, αλλά με την έννοια ότι δεν πρέπει με την απόφαση του πολιτικού ή άλλου δικαστηρίου να δημιουργούνται υποψίες σχετικά με την αθωότητά του, κατά τρόπον που να παραβιάζεται η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας.

Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μη καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1964). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάση των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, έστω και αν συνδέονται με διδάγματα της κοινής πείρας, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του αριθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1989/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 795/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: " Με το .../2-10-1981 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κλεοπάτρας Καριπίδου-Χειμωνίδου, που εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε, μαζί με την άδεια συστάσεως και εγκρίσεως (Δελτίο ΑΕ και ΕΠΕ), συνεστήθη μεταξύ του Β.

Χ. και του τρίτου εναγομένου Ι. Κ. (δεύτερου αναιρεσείοντος), η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΗΛΕΚΠΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώτη αναιρεσείουσα), με κεφάλαιο 27.000.000 δραχμές, διαιρούμενο σε 27.000 μετοχές των 1.000 δραχμών η κάθε μία, από τις οποίες οι 9.000 ανήκαν στον Β. Χ. και οι 18.000 στον τρίτο εναγόμενο (τρίτο αναιρεσείοντα).

Σκοπός της εταιρίας ήταν η παραγωγή και εμπορία ειδών εξοικονομήσεως και εκμεταλλεύσεως ενέργειας, ηλεκτρικών εξαρτημάτων, ηλεκτροσυγκολλητικών μηχανημάτων, εισαγωγές-εξαγωγές και εμπορία διαφόρων υλών και παρεμφερών υλικών, αντιπροσώπευση οίκων και συμμετοχή σε άλλες εταιρίες. Την 1-7-1988 εξελέγη νομίμως από τη γενική συνέλευση της εταιρίας το διοικητικό συμβούλιο αυτής αποτελούμενο από πέντε μέλη, με Πρόεδρο τον Β.

Χ., και Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο τον τρίτο εναγόμενο, στον οποίο ανατέθηκε και η εκπροσώπηση της εταιρίας, για διάστημα πέντε ετών ... Αρχές του 1993, μετά από αίτηση την οποία υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσια δικαιοδοσία), ο μέτοχος Β. Χ., λόγω ατασθαλιών περί την οικονομική διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, στις οποίες, όπως ανακάλυψε, ήδη από το 1986 προέβαινε, προς βλάβη των συμφερόντων αυτού και της εταιρίας, ο τρίτος εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την μακράν, εξαιτίας προβλημάτων υγείας, απουσία εκείνου, διορίσθηκε στην εταιρία, προσωρινό πενταμελές διοικητικό συμβούλιο, στο οποίο ανατέθηκε, μεταξύ άλλων, η άσκηση τακτικής διοικήσεως της εταιρίας, ως και η διενέργεια τακτικού οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου.

Η θητεία του άνω συμβουλίου, που αρχικά είχε ορισθεί μέχρι και την 28-10-1994, παρατάθηκε μέχρι τον Ιούνιο του 1995, στη συνέχεια δε εκλέχθηκε στην εταιρία, νέο τακτικό διοικητικό συμβούλιο με διευθύνοντα σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο αυτής και πάλι τον τρίτο εναγόμενο, μέχρι 31-12-1997. Στο μεταξύ, με βάση την υπ' αριθ. 4005/1995 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως εκτελεστό τίτλο, επισπεύσθηκε από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Α.

Κ.-Ν. Σ. ΑΒΕΕ", κατά της πρώτης εναγομένης εταιρίας, αναγκαστική εκτέλεση σχετικής εναντίον της αξίωσης, η οποία ως αντικείμενο είχε χρηματική παροχή, με κατάσχεση ακινήτου και κινητής περιουσίας κυριότητάς της. Ειδικότερα κατασχέθηκαν οι ακίνητες εγκαταστάσεις και μηχανήματα του εργοστασίου, που η ανωτέρω οφειλέτρια εταιρία διατηρεί στην ΒΙ.ΠΕ.Θ Σίνδου Θεσσαλονίκης και, της οποίας, όπως αναφέρθηκε, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος από το καλοκαίρι του 1995 έως και 31-12-1997 ήταν ο τρίτος εναγόμενος.

Συγκεκριμένα κατασχέθηκαν δύο γήπεδα εκτάσεως 2.164,50 τ.μ. και 1.989 τ.μ. αντίστοιχα, τα οποία αποτελούν ενιαίο χώρο, μαζί τις εντός αυτών κτιριακές εγκαταστάσεις, οι οποίες καλύπτουν επιφάνεια 2.500 τ.μ., καθώς και τα κατωτέρω 19 μηχανήματα που βρίσκονταν σ' αυτές. Ήτοι: 1) μία μεταχειρισμένη ηλεκτροκίνητη πρέσα, εργοστασίου κατασκευής SEUTHKG με αριθμούς (FABV) 1465-(INVENTUR) 107 μαζί με τα παρελκόμενά της, που εκτιμήθηκε αντί 4.000.000 δραχμών, 2) μία μεταχειρισμένη ηλεκτροκίνητη πρέσα, αγνώστων λοιπών στοιχείων διαστάσεων 2Χ3Χ6 μέτρων, που εκτιμήθηκε αντί 4.000.000 δραχμών, 3) μία μεταχειρισμένη ηλεκτρικίνητη40/650, πρέσα, αγνώστων λοιπών στοιχείων διαστάσεων 2Χ1Χ3,5 μέτρων, που εκτιμήθηκε αντί 2.000.000 δραχμών, 4) μία μεταχειρισμένη ηλεκτροκίνητη πρέσα, VIVME κρουστική, αγνώστων λοιπών στοιχείων, διαστάσεων 1Χ0,5Χ2 μέτρων, που εκτιμήθηκε αντί 150.000 δραχμών, 5) μία μεταχειρισμένη ηλεκτροκίνητη πρέσα, αγνώστων λοιπών στοιχείων διαστάσεων 2,5Χ1,5Χ2 μέτρων, που εκτιμήθηκε αντί 1.500.000 δραχμών, 6) μία μεταχειρισμένη ηλεκτροκίνητη πρέσα, εργοστασίου κατασκευής SGP, τύπου PEZZ40/650, με αριθμό παραγωγής 3100Ν1076 (MASCHNUMBER 4749), που εκτιμήθηκε αντί 500.000 δραχμών, 7) μία μεταχειρισμένη ηλεκτρική πόντα με ράουλο, εργοστασίου κατασκευής SCHLATTER τύπου 80/100LD, αριθμό παραγωγής 242181/2, που εκτιμήθηκε αντί 600.000 δραχμών, 8) μία μεταχειρισμένη ηλεκτροκίνητη πόντα, εργοστασίου κατασκευής SCHLATTER τύπου VR/24/20Gμε αριθμό παραγωγής 97 . 191, που εκτιμήθηκε 1.300.000 δραχμών, 9) μία μεταχειρισμένη ηλεκτροκίνητη πόντα, εργοστασίου κατασκευής SCHLATTER τύπου V122420GP, με αριθμό παραγωγής 88191, μαζί με παρελκόμενες αντλίες, που εκτιμήθηκε αντί 2.500.000 δραχμών, 10) μία μεταχειρισνένη ηλεκτροκίνητη πόντα εργοστασίου κατασκευής SCHLATTER τύπου PV3/6/36VG, με αριθμό παραγωγής 50101, μαζί με τις παρελκόμενες αντλίες, που εκτιμήθηκε αντί 2.500.000 δραχμών, 11) μία μεταχειρισμένη ηλεκτροκίνητη ραουλοπόντα εργοστασίου κατασκευής SCHLATTER τύπου NF 80/100LD, με αριθμό παραγωγής 243181/2, που εκτιμήθηκε αντί 200.000 δραχμών, 12) μία μεταχειρισμένη ηλεκτροκίνητη ραουλοπόντα εργοστασίου κατασκευής SCHLATTER τύπου VM, με αριθμό παραγωγής 5/70/3/20, που εκτιμήθηκε αντί 200.000 δραχμών, 13) ένα μεταχειρισμένο ψαλίδι κοπής λαμαρίνας, εργοστασίου κατασκευής OMAG, τύπου C1252, με αριθμό παραγωγής 1400482, που εκτιμήθηκε αντί 500.000 δραχμών, 14) ένα μεταχειρισμένο ψαλίδι κοπής λαμαρίνας εργοστασίου κατασκευής ENDUARTS τύπου 3.25/2000 DD, με αριθμό παραγωγής 739790610, που εκτιμήθηκε αντί 500.000 δραχμών, 15) δύο μεταχειρισμένα κολλητικά για "ΜΠΟΪΛΕΡ" εργοστασίου κατασκευής STAHL και INDUSTRIPRODUKTE αντίστοιχα, με αριθμούς παραγωγής 30777 και 30780 αντίστοιχα, που εκτιμήθηκαν και τα δύο μαζί, αντί 500.000 δραχμών, 16) ένα μεταχειρισμένο μηχάνημα κολλήσεων "πάτων" "ΜΠΟΪΛΕΡ", εργοστασίου κατασκευής REMV, τύπου 53 Α, με αριθμό παραγωγής 4/5/12/79, μαζί με τα παρελκόμενά του και τον ηλεκτρικό του πίνακα, που εκτιμήθηκε αντί 400.000 δραχμών, 17) ένα μεταχειρισμένο φούρνο ηλεκτροστατικής βαφής σε σχήμα "γάμα" με όλα του τα παρελκόμενα και απαραίτητα για τη λειτουργία του και τους ηλεκτρικούς πίνακές του, που εκτιμήθηκε αντί 5.000.000 δραχμών, 18) τρεις μεταχειρισμένες γεννήτριες παράλληλες, μαζί με τους πίνακές τους, που εκτιμήθηκαν και οι τρεις μαζί, αντί 1.000.000 δραχμών, 19) ένας μεταχειρισμένο τόρνο, εργοστασίου κατασκευής TARNO-Πολωνίας, με αριθμό παραγωγής 3229/1966, μαζί με τα παρελκόμενά του, που εκτιμήθηκε αντί 1.000.000 δραχμών, συνολικής, δηλαδή τελικά εκτίμησης των μηχανημάτων 28.350.000 δραχμών.

Κατά το χρόνο της κατάσχεσης το πιο πάνω εργοστάσιο έφερε πλήρη ηλεκτρολογική και υδραυλική εγκατάσταση, ως ενιαίο δε οικονομικό σύνολο (δύο γήπεδα, κτιριακές εγκαταστάσεις, μηχανήματα) εκτιμήθηκε αντί ποσού 70.000.000 δραχμών. Για τα ανωτέρω συντάχθηκε η υπ' αριθ. 1294/2-3-1995 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., με την οποία η πρώτη εναγομένη οφειλέτρια- καθ' ής η εκτέλεση ορίστηκε μεσεγγυούχος και με την ιδιότητα αυτή παρέμεινε στα κατασχεθέντα προς φύλαξή τους.

Ακολούθως, για τα εν λόγω ακίνητα και μηχανήματα, εκδόθηκε το υπ' αριθ. .../7-3-1995 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού του ίδιου δικαστικού επιμελητή και ορίστηκε η 26-4-1995 ως ημέρα πλειστηριασμού αυτών, που, όμως δεν πραγματοποιήθηκε. Στο ίδιο παραπάνω συγκρότημα, δηλαδή τα δύο γήπεδα, κτιριακές εγκαταστάσεις, μέρος των ήδη κατασχεθέντων μηχανημάτων, αλλά και άλλων κυριότητας της πρώτης εναγομένης, στις 19-3-1996 επεβλήθη νέα αναγκαστική κατάσχεση με επίσπευση του Ταμείου Εισπράξεων Εσόδων ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, προς ικανοποίηση απαίτησής του, συντασσομένης συναφώς της 1069/19-3-1996 έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... .

Στη συνέχεια με την υπ' αριθ. .../20-6-1997 πράξη της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Ατσαλά δήλωσης επίσπευσης μη γενομένου πλειστηριασμού, στη θέση της επισπεύδουσας εταιρίας "Α. Κ.-Ν. Σ. ΑΕΒΕ", υπεισήλθε ο Β. Χ. για απαίτησή του από την 199/20-6-1997 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 2814/3-7-1997 περίληψη δήλωσης συνεχίσεως πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή ..., με την οποία ορίσθηκε ημέρα πλειστηριασμού η 17-9-1997, κατά την οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε αυτός, γιατί μεσολάβησε η έκδοση της 25024/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διορθώθηκε η κατασχετήρια έκθεση ως προς την αξία των ακινήτων, ενώ αυτή των μηχανημάτων διατηρήθηκε στο ίδιο ποσό (28.350.000 δραχμές).

Στις 28-9-1997, διαρκούσης της μεσεγγυήσεως, η πρώτη εναγομένη, μεσεγγυούχος εταιρία, με ταυτόχρονο ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΒΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΒΕΕ", που ασκούσε ομοειδή με αυτήν εμπορική δραστηριότητα, μέρος των κατασχεθέντων ακινήτων της και συγκεκριμένα τις κτιριακές εγκαταστάσεις εμβαδού 2500 τ.μ., μαζί με το μηχανολογικό και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, για διάστημα εννέα (9) ετών.

Με όρο του άνω συμβολαίου ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι "1. ... 2. Μηχανήματα τα οποία δεν θα χρησιμοποιήσει η μισθώτρια θα παραμείνουν στο χώρο για φύλαξη όσο διαρκεί η μίσθωση ... 6. Πολλά από τα μηχανήματα είναι σε αχρησία.... Επισυνάπτεται κατάσταση μηχανολογικού εξοπλισμού". Στο μεταξύ στις 3-3-1998 εκδόθηκε Β' επαναληπτική περίληψη του δικαστικού επιμελητή ..., με ημέρα πλειστηριασμού των κατασχεθέντων την 8-4-1998, κατά την οποία πλειστηριάσθηκαν δημόσια αυτά, ως ενιαίο οικονομικό σύνολο και κατακυρώθηκαν στην ενάγουσα εταιρία, που υπερθεμάτισε, καταβάλλοντας το από 99.000.000 δραχμές πλειστηρίασμα στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Μαρία Ατσαλά.

Η τελευταία συνέταξε την υπ' αριθ. .../8-4-1998 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού, που νόμιμα μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης και με τον τρόπο αυτό η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα των ανωτέρω. Μετά απ' αυτά η τελευταία, στις 30-4-1998 επέδωσε αντίγραφα της παραπάνω έκθεσης, στην πρώτη εναγομένη εταιρία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας από τον Ιανουάριο του 1998 ήταν ο τέταρτος εναγόμενος, επιτάσσοντάς την να της παραδώσει, με την ιδιότητα της μεσεγγυούχου, τα κατακυρωθέντα.

Αντίγραφο της ίδιας έκθεσης επέδωσε και στη μισθώτρια εταιρία "ΕΒΟΝ ΑΕ, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Μ. Μ., επιτάσσοντάς την να της παραδώσει όσα από τα μηχανήματα βρίσκονταν στα χέρια της. Όταν οι ανωτέρω αρνήθηκαν, η ενάγουσα επέσπευσε κατ' αυτών αναγκαστική εκτέλεση, βάσει του άνω τίτλου. Πλην όμως η σχετική διαδικασία δεν τελεσφόρησε, διότι ο δικαστικός επιμελητής στον οποίο δόθηκε η σχετική εντολή προς εκτέλεση, αν και μετέβη στις 13 και 14-7-1998 στο εργοστάσιο της πρώτης εναγομένης (όπου είχαν αφεθεί προς φύλαξη τα κατασχεθένα), δεν τα αφαίρεσε, για το λόγο ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της μισθώτριας του δήλωσε ότι αδυνατούσε να τα υποδείξει γιατί δεν τα γνώριζε, ενώ δεν ανευρέθη, αν και αναζητήθηκε, ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της μεσεγγυούχου, τέταρτος εναγόμενος (τρίτος αναιρεσείων).

Για τον ίδιο λόγο δεν κατέστη δυνατή η αφαίρεση των μηχανημάτων και στις 18-12-1998, όταν ο ίδιος επιμελητής, μετά νέα παραγγελία της ενάγουσας, μετέβη στον παραπάνω χώρο. Αρχές Ιανουαρίου 1999, η μισθώτρια εταιρία, η οποία ήδη από 6-7-1998 είχε συστήσει με τον τρίτο εναγόμενο (δεύτερο αναιρεσείοντα), μέτοχο της μεσεγγυούχου εταιρίας (πρώτης εναγομένης-αναιρεσείουσας) και πρώην νόμιμο εκπρόσωπό της, την με παρεμφερές αντικείμενο ανώνυμη εταιρία "ΕΣΣΗΣ ΑΕ", άρχισε τη διαδικασία μεταστέγασής της σε ακίνητο επί της οδού ..., που ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 1999.

Γι' αυτό με την από 15-6-1999 εξώδικη πρόσκληση που επέδωσε στην ενάγουσα, την κάλεσε να παραλάβει το μίσθιο στις 30-10-1999. Την ημέρα εκείνη η ενάγουσα, παρόντων των αντιπροσώπων της πρώτης εναγομένης και της μισθώτριας, αρνήθηκε να παραλάβει το μίσθιο και τα μηχανήματα, διότι διαφώνησε ως προς την ταυτότητα των μηχανημάτων, την κυριότητα των οποίων είχε αποκτήσει με τον άνω τρόπο.

Κατόπιν αυτών, στις 13-7-1999 η μισθώτρια κατέθεσε τα κλειδιά του μισθίου στη Συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Πολυξένη Πλαστήρα, ενώ, μετά από αίτηση της ενάγουσας, εκδόθηκε η 20906/29-7-1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε τη διενέργεια συντηρητικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη των αναφερομένων στην κατακυρωτική έκθεση μηχανημάτων και η κατάσταση αυτών.

Στις 18-10-1999 η ενάγουσα παρέλαβε τα κλειδιά του εργοστασίου, οπότε και κατέστη δυνατή η διενέργεια της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης, από την οποία προέκυψε ότι, από τα 19 κατασχεθέντα και κατακυρωθέντα σ' αυτήν μηχανήματα ανευρέθησαν μόνο επτά (7), ενώ τα υπόλοιπα δώδεκα (12) δεν ανευρέθηκαν. Συγκεκριμένα δεν ανευρέθηκαν τα αναφερόμενα στις υπ' αριθ. 1294/2-3-1995 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως και υπ' αριθ. .../8-4-1998 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, ανωτέρω με στοιχεία 5, 6, 7, 9, 10, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 19 αναφερόμενα, ενώ ανευρέθησαν στα αναφερόμενα στις ανωτέρω εκθέσεις με στοιχεία 2, 3, 4, 8, 11, 15 μηχανήματα που όμως, σύμφωνα με την από 18-10-1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, έφεραν σημαντικές ζημίες ... (αναφέρονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση)...

Μετά από αυτά, εκτός από την κρινομένη αγωγή, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) άσκησε και την υπ' αριθ. 17.355/15-5-2002 αγωγή κατά της μισθώτριας εταιρίας "ΕΒΟΝ Α.Ε." και του νομίμου εκπροσώπου της Μ. Μ.. Με αυτήν επικαλούμενη κοινή υπαιτιότητα της τελευταίας και της εκμισθώτριας των μηχανημάτων (πρώτης εναγομέμης-αναιρεσείουσας), για την απώλεια των δώδεκα και την πρόκληση φθορών σε επτά (7) από αυτά, ζητούσε, ως αποζημίωση, τα ίδια με την κρινόμενη αγωγή ποσά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 14304/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία), ήδη τελεσίδικη, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στην κρίση αυτή οδηγήθηκε το Δικαστήριο εκείνο, αφού δέχθηκε ότι, 1) ήδη είχε κριθεί με την 1215/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ότι η άνω μισθώτρια είχε μεταφέρει στο μίσθιο δικό της μηχανολογικό εξοπλισμό και δεν έκανε χρήση των μισθωθέντων, ως προς τα οποία, η από 18-9-1997 αρχική σύμβαση μίσθωσης μεταξύ αυτής και της εκμισθώτριας, είχε λυθεί, μετά από μικρό διάστημα, με άλλη μεταξύ τους συμφωνία, για το λόγο ότι τα περισσότερα των μηχανημάτων αυτών, εξαιτίας της παλαιότητάς τους ήτα σε αχρησία, ή απαιτείτο επιδιόρθωσή τους για να τεθούν σε λειτουργία, 2) δεν αποδείχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα της μισθώτριας ή συμπαιγνία αυτής με την εκμισθώτρια, για απώλεια, αφαίρεση, φθορά μηχανημάτων, προς βλάβη των συμφερόντων της ενάγουσας, ενόψει του ότι η μισθώτρια δεν είχε τη χρήση των μηχανημάτων συνεχώς από της κατασχέσεως τους.

Αλλά από της κατασχέσεως και μεσεγγυήσεως αυτών και μέχρι τη μίσθωση, δηλαδή για διάστημα 30 μηνών και πλέον, τα μηχανήματα ήταν στη χρήση της εκμισθώτριας "ΗΛΕΚΠΑ ΑΕ" (πρώτης εναγομένης). Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, ότι τα περιγραφόμενα στην περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης μηχανήματα, πριν περιέλθουν στην κυριότητα της ενάγουσας, κατά το χρόνο κατάσχεσής τους, με επίσπευση, τόσο της εταιρίας "Α.

Κ.-Ν. Σ. ΑΒΕΕ" στις 2-3-1995, όσο και του Ταμείου Εισπράξεως Εσόδων ΙΚΑ Θεσσαλονίκης στις 19-3-1996, ήταν σε καλή κατάσταση και λειτουργία, αφού η καθ' ής η εκτέλεση (πρώτη εναγομένη) εταιρία, λειτουργούσε έστω και με ουσιωδώς μειωμένη παραγωγική δραστηριότητα. Τα ανωτέρω επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας απόδειξης Ι. Π., πρώην μέλος του Δ.Σ.

αυτής. Άλλωστε, για το λόγο αυτό η αξία τους συνολικά εκτιμήθηκε στο ποσό των 28.350.000 δραχμών με την άνω πρώτη έκθεση κατασχέσεως και σ' αυτό των 60.400.000 δραχμών με τη δεύτερη αυτών. Προκύπτει επίσης ότι, μετά τη λήξη της θητείας του προσωρινού ΔΣ της πρώτης εναγομένης, το καλοκαίρι του 1995, ο τρίτος των εναγομένων ήταν νόμιμος εκπρόσωπός της, εκείνη δε ως μεσεγγυούχος για τη φύλαξη των κατασχεθέντων, είχε την αποκλειστική κατοχή και χρήση αυτών για διάστημα 30 περίπου μηνών.

Δεν προέκυψε όμως με σαφήνεια ποια από τα παραπάνω μηχανήματα (όλα ή μερικά), ενόψει της μη ανεύρεσης όλων μετά τον πλειστηριασμό, αποτέλεσαν μέρος του μηχανολογικού εξοπλισμού, που διαρκούσης της μεσεγγυήσεώς τους εκμισθώθηκαν, στην εταιρία ΕΒΟΝ, από τον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της μεσεγγυούχου-πρώτης εναγομένης, τρίτο εναγόμενο (ο αναφερόμενος στο μισθωτήριο ως τέτοιος, τέταρτος εναγόμενος, εκλέχθηκε στις 13-12-1997).

Η περί αυτού κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στο γεγονός ότι: 1) μολονότι στο από 28-9-1997 μισθωτήριο αναφέρεται ότι "επισυνάπτεται κατάσταση μηχανολογικού εξοπλισμού", τέτοια δεν προσκομίζεται, ούτε γίνεται επίκληση αυτής, ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπος της μισθώτριας, αρνήθηκε να την εμφανίσει αν και οχλήθηκε γι' αυτό από την ενάγουσα μετά τον πλειστηριασμό, 2) οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιριών, εκμισθώτριας και μισθώτριας, αρνήθηκαν επανειλημμένα να τα υποδείξουν στον αρμόδιο για την αφαίρεσή τους δικαστικό επιμελητή, αλλά και τον εκπρόσωπο της ενάγουσας, 3) ο άνω μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε, ότι το Μάρτιο του 1995, δεν του επιτρεπόταν η είσοδος στο εργοστάσιο, στο οποίο το πρώτον εισήλθε μετά τον πλειστηριασμό, στις 18-10-1999, ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, δεν είχε επισκεφθεί τα πλειστηριασθέντα (ακίνητα και μηχανήματα) προ του πλειστηριασμού.

Συνεπώς, οι ανωτέρω δύο δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν αν όλα τα κατασχεθέντα μηχανήματα βρίσκονταν στο μίσθιο καθόλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τον πλειστηριασμό, αλλά και μετά απ' αυτόν μέχρι την παραλαβή από την ενάγουσα των κλειδιών του μισθίου. Άλλωστε, όσα πράγματι εκμισθώθηκαν στην εταιρία ΕΒΟΝ, μετά τη λήξη της μίσθωσης αυτών, παρέμειναν στο μίσθιο, χωρίς να χρησιμοποιούνται από την ανωτέρω, προς φύλαξη από την μεσεγγυούχο αυτών-πρώτη εναγομένη και ανευρέθησαν, έστω και με ζημίες κατά το χρόνο παραλαβής του μισθίου.

Ενόψει των ανωτέρω δεκτών γενομένων, (συνεχίζει το Εφετείο), είναι προφανές ότι καθόλο το διάστημα από την κατάσχεση και μεσεγγύηση των αγωγικών μηχανημάτων, μέχρι και τον πλειστηριασμό αυτών και περαιτέρω μέχρι την παραλαβή των κλειδιών του μισθίου στις 18-10-1999, οι τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της μεσεγγυούχου και φύλακα των κατασχεθέντων, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο καθένας κατά το προαναφερόμενο διάστημα της θητείας του, αφαίρεσαν από το χώρο του εργοστασίου όπου είχαν αφεθεί προς φύλαξη τα ανωτέρω αναφερόμενα με στοιχεία 5, 6, 7, 9, 10, 12, 13, 14, 16, 17, 18 και 19 μηχανήματα, που δεν ανευρέθησαν μετά τον πλειστηριασμό.

Στη συνέχεια μετέφεραν αυτά σε άγνωστο μέρος και τα ενσωμάτωσαν, χωρίς δικαίωμα, στην ατομική τους υπηρεσία, μη αποδίδοντας αυτά, μετά τον πλειστηριασμό, στην δικαιούχο ενάγουσα. Με τον τρόπο αυτό, από υπαιτιότητά τους, επέφεραν τη διαρκή άρση της εξουσίας της αρχής πάνω στα ανωτέρω κατασχεθέντα μηχανήματα, η οποία (εξουσία) είχε δημιουργηθεί με την επιβληθείσα κατάσχεση.

Επίσης, οι ανωτέρω δύο εναγόμενοι, με την ίδια ιδιότητα, κατά το διάστημα της θητείας τους ο καθένας, μολονότι γνώριζαν ότι η εκπροσωπούμενη από αυτούς πρώτη εναγομένη εταιρία, είχε ορισθεί μεσεγγυούχος των κατασχεθέντων και συνεπώς είχε υποχρέωση προς φύλαξη αυτών και απόδοσή τους κατά τη λήξη της μεσεγγυήσεως στη δικαιούχο τους, εγκατέλειψαν αφύλακτα στο μίσθιο τα με στοιχεία 2, 3, 4, 8, 11, 15 παραπάνω αναφερόμενα μηχανήματα, και μη καταβάλλοντας την επιμέλεια που για τις δικές τους υποθέσεις καταβάλουν, δεν φρόντισαν να διατηρούνται στην κατάσταση που βρίσκονταν κατά το χρόνο της κατάσχεσής τους, με αποτέλεσμα να προκληθούν σ' αυτά οι προαναφερόμενες ζημίες.

Συνεπεία της άνω παράνομης πράξης την οποία οι παραπάνω με την προαναφερόμενη ιδιότητα διέπραξαν, κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ' αυτούς καθηκόντων και για την οποία, για το λόγο αυτό, ευθύνεται η πρώτη εναγομένη εταιρία, η ενάγουσα δικαιούται σε ανόρθωση της ζημίας την οποία υπέστη, συνισταμένη στην αξία των δώδεκα (12) μηχανημάτων που απωλέσθηκαν και στη δαπάνη αποκατάστασης των προκληθεισών ζημιών στα έξι (6) που ανευρέθησαν.

Επιπλέον, αναφορικά με τα άνω απωλεσθέντα μηχανήματα, η πρώτη εναγομένη-μεσεγγυούχος εταιρία, ευθύνεται σε ανόρθωση της ζημίας της ενάγουσας και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 336, 822 ΑΚ, αφού όπως αποδείχθηκε, μη αποδίδοντας αυτά στην ενάγουσα δικαιούχο κατά τη λήξη της μεσεγγυήσεως, βρίσκεται σε υπαίτια διαρκή αδυναμία.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τα ανωτέρω δώδεκα (12) κατασχεθέντα μηχανήματα βρίσκονταν εντός του μισθίου, αλλ' όμως, λόγω κακής και μη ακριβούς περιγραφής τους στην 1294/1995 κατασχετήρια έκθεση δεν κατέστη δυνατή η αναγνώρισή τους, ως και ότι τελικά αυτά πωλήθηκαν, ως "σκραπ", από την ενάγουσα εταιρία, μετά τον πλειστηριασμό, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Τούτο διότι αναιρείται από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, εκτιμώμενα ως δικαστικά τεκμήρια, αλλά και από την κρίσιμη έκθεση, στην οποία επακριβώς αναγράφονται τα χαρακτηριστικά αυτών, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία σχετικά με την ταυτότητά τους.

Η περί των ανωτέρω κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Χ. Ρ., δεν κρίνεται πειστική, αφού αυτός είναι κουνιάδος του τρίτου εναγομένου με τον οποίο είχε εμπορική συνεργασία, κατέθεσε δε ότι δεν θυμάται "πόσα μηχανήματα είχε η πρώτη εναγομένη στο εργοστάσιό της, ούτε πόσα πλειστηριάσθηκαν, ούτε πόσα πωλήθηκαν πριν την διάλυση της πρώτης εναγομένης ή μετά τον πλειστηριασμό".

Εξάλλου, το γεγονός ότι με την 9656/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, οι τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, κηρύχθηκαν αθώοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξης της υφαίρεσης κατασχεθέντων, αμφότεροι δε, της ηθικής αυτουργίας σε υπεξαίρεση αυτών από το νόμιμο εκπρόσωπο της μισθώτριας Μ.

Μ., δεν αναιρεί τα ανωτέρω, αφού άλλωστε η απόφαση αυτή δεν δεσμεύει την κρίση του Δικαστηρίου αλλά συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αξία των απωλεσθέντων δώδεκα (12) μηχανημάτων, ήταν η αναγραφόμενη στην 1294/2-3-1995 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή ..., η οποία διατηρήθηκε και με την 25024/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αίτησης διόρθωσης αυτής (κατασχετήριας έκθεσης), και όχι η αναγραφόμενη στην 1069/19-3-1996 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του ΙΚΑ, που δεν επιβεβαιώνεται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ως προς την αξία αυτών.

Ειδικότερα, η αξία των μηχανημάτων ανερχόταν, του με στοιχείο 5 σε 1.500.000 δραχμές, του 6 σε 500.000 δραχμές, του 7 σε 600.000 δραχμές, του 9 σε 2.500.000 δραχμές, του 10 σε 2.500.000 δραχμές, του 12 σε 200.000 δραχμές, του 13 σε 500.000 δραχμές, του 14 σε 500.000 δραχμές, του 16 σε 400.000 δραχμές, του 17 σε 5.000.000 δραχμές, του 18 σε 1.000.000 δραχμές, του 19 σε 1.000.000 δραχμές και συνολικά σε 16.200.000 δραχμές.

Εξάλλου, προς αποκατάσταση των προαναφερομένων ζημιών των ανωτέρω έξι (6) ανευρεθέντων μηχανημάτων, σύμφωνα με την από 18-10-1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, απαιτείται δαπάνη (όπως ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κάθε επί μέρους δαπάνη κάθε μηχανήματος), ως ακολούθως: 1) του με στοιχείο 2 συνολικά 120.000 δραχμές, 2) του με στοιχείο 3, συνολικά 120.000 δραχμές, 3) του με στοιχείο 4 συνολικά 380.000 δραχμές, 4) του με στοιχείο 8, συνολικά 1.960.000 δραχμές, 5) του με στοιχείο 11, συνολικά 860.000 δραχμές, 6) του με στοιχείο 15, συνολικά 930.000 δραχμές.

Έτσι συνολικά η δαπάνη αποκατάστασης των ανωτέρω ανέρχεται συνολικά σε 4.385.000 δραχμές. Αποδείχθηκε όμως ότι τελικά δεν κατέστη δυνατή η αποκατάσταση των άνω ζημιών, αφού έλειπαν βασικά μέρη των μηχανημάτων που ήταν αδύνατο να βρεθούν προκειμένου να επισκευασθούν αυτά, λόγος για τον οποίο τελικά αυτά πωλήθηκαν ως παλιοσίδερα αντί ποσού 1.636.000 δραχμών, όπως ο μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε.

Συνεπώς η ζημία της ενάγουσας, από την παραπάνω αιτία, μετά την αφαίρεση του ποσού αυτού περιορίσθηκε στο ποσό των 2.749.000 δραχμών. Συνακόλουθα μ' αυτά, γίνεται σαφές ότι οι εναγόμενοι, ο καθένας σε ολόκληρο, οφείλουν στην ενάγουσα συνολικά ποσό 18.949.000 δραχμών (ήδη 55.609,68 ευρώ)". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δικάσει ερήμην των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και είχε δεχθεί την αγωγή στο σύνολό της ως προς αυτούς, ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες (εναγόμενους) να καταβάλουν νομιμοτόκως και με προσωπική κράτηση του δεύτερου και τρίτου εξ αυτών, στην ήδη αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) το ποσό των 55.609,68 ευρώ.

Ενόψει των παραπάνω παραδοχών του Εφετείου και σε σχέση με τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως, σημειώνονται τα ακόλουθα:

Α') Αναφορικά με την επιδικασθείσα αποζημίωση εξαιτίας των φθορών και βλαβών των επτά (7) ανευρεθέντων και αποδοθέντων στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) μηχανημάτων: 1) Τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τη ζημία αυτή δεν δικαιολογούσαν την, κατ' ορθή υπαγωγή, εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 926, 297, 298, 71, 822, 823 του ΑΚ, σε συνδ.

με το άρθρο 956 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, διότι η άφεση από την μεσεγγυούχο (πρώτη εναγομένη) των κατασχεθέντων επτά (7) μηχανημάτων στο χώρο του εργοστασίου της και στις θέσεις που αυτά βρίσκονταν πριν από την κατασχεσή τους δεν συνιστούσε από μόνη της παράνομη και υπαίτια πράξη που τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με τις προκληθείσες σ' αυτά φθορές, ώστε η δαπάνη για την αποκατάστασή τους να συνιστά ζημία και να καθιστά την ίδια και τους νομίμους εκπροσώπους της υπόχρεους προς αποζημίωση της ενάγουσας, ούτε όμως και συνιστούσε αποκαταστατέα θετική ζημία της ενάγουσας η δαπάνη η οποία απαιτείτο για την επισκευή τους, προκειμένου να επανέλθουν αυτά στην κατάσταση που βρίσκονταν κατά τον χρόνο της κατάσχεσης, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ήταν εφικτή η επισκευή των μηχανημάτων αυτών λόγω της παλαιότητάς τους και της αδυναμίας, συνεπεία τούτου, ανεύρεσης των απαιτούμενων ανταλλακτικών προς επισκευή τους, που είχε ως επακόλουθο "να πωληθούν ως παλιοσίδερα αντί τιμήματος 1.636.000 δραχμών", σε τρόπον ώστε οι δαπάνες αυτές ούτε πραγματοποιήθηκαν ούτε μπορούσαν να πραγματοποιηθούν και επομένως να αποτελέσουν αποκαταστατέα θετική ζημία της ενάγουσας. 2) Το Εφετείο, αναφορικά με την ίδια ως άνω επιδικασθείσα στην ενάγουσα αποζημίωση, διέλαβε στην απόφασή του, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τις προκληθείσες φθορές στα ως άνω μηχανήματα και ειδικώτερα του χρόνου επέλευσης αυτών, καθώς και της αδικοπρακτικής ευθύνης των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων στην πρόκλησή τους, ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στερώντας έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης, με την παραβίαση εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298, 71 του Α.Κ.

Ειδικότερα: α) Ενώ δέχεται ότι τα παραπάνω μηχανήματα ήταν παλαιάς τεχνολογίας και δεν ήταν εφικτή η αποκατάσταση των φθορών τις οποίες έφεραν, δεν αποσαφηνίζεται αν οι φθορές αυτές υπήρχαν πριν από την κατάσχεσή τους ή δημιουργήθηκαν στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την διενέργεια του πλειστηριασμού και την παράδοσή τους στην υπερθεματίστρια ενάγουσα, στοιχείο που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού στην πρώτη περίπτωση ήταν αποδοτέα στην ενάγουσα στην κατάσταση που βρίσκονταν κατά το χρόνο της κατάσχεσης.

β) Δεν αιτιολογείται επαρκώς αν τα παραπάνω μηχανήματα βρίσκοταν σε λειτουργία κατά το χρόνο που το κατασχεμένο εργοστάσιο με τις εγκαταστάσεις, τον εξοπλισμό του και τα μηχανήματα που υπήρχαν σ' αυτό είχε μισθωθεί στην εταιρία "ΕΒΟΝ Α.Ε.", προκειμένου να καθίσταται εφικτή η διαπίστωση αν οι φθορές των μηχανημάτων αυτών προκλήθηκαν από τη μισθώτρια ή βρίσκονταν εκτός λειτουργίας φυλασσόμενα από τη μεσεγγυούχο εναγομένη, οπότε την ευθύνη για τη διατήρησή τους στην κατάσταση που βρίσκονταν κατά το χρόνο της κατάσχεσης είχε η τελευταία διά των νομίμων εκπροσώπων της.

γ) Δεν διευκρινίζονται οι πράξεις που παρέλειψαν να ενεργήσουν οι αναιρεσείοντες, νόμιμοι εκπρόσωποι της μεσεγγυούχου εταιρίας, προκειμένου να διατηρήσουν τα άνω μηχανήματα στην κατάσταση που βρίσκονταν κατά το χρόνο της κατάσχεσης αυτών, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την υπαιτιότητά τους στην επέλευση των παραπάνω φθορών.

δ) Ενώ το Εφετείο δέχεται ότι τα άνω μηχανήματα, από το καλοκαίρι του 1995 που έγινε η κατάσχεση μέχρι την μίσθωσή τους στην "ΕΒΟΝ ΑΕ" στις 28-9-1997 λειτουργούσαν κανονικά με μειωμένη παραγωγή, δέχεται παράλληλα τελείως αντιφατικά, ότι οι φθορές στα μηχανήματα προκλήθηκαν από το καλοκαίρι του 1995 έως και την 18-10-1999, που παραδόθηκαν στην ενάγουσα, καθώς επίσης ότι η μίσθωση ως προς αυτά δεν λειτούργησε, και ότι τα τελευταία βρίσκονταν σε αχρησία, λόγω των ελαττωμάτων και της παλαιότητάς τους, χωρίς και πάλι να διευκρινίζεται ο χρόνος των φθορών αυτών, στοιχείο που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ενόψει των ανωτέρω, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους προβάλλονται οι σχετικές αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι, κατά παραδοχή δε των τελευταίων, πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση.

Β') Σχετικά με την επιδικασθείσα αποζημίωση εξαιτίας μη ανευρέσεως και αποδόσεως στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) των δώδεκα (12) κατασχεμένων μηχανημάτων τα οποία τελούσαν υπό την μεσεγγύηση της πρώτης εναγομένης: 1) Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση της από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλειας, προσάπτεται στο Εφετείο ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, εκδικάζοντας την ένδικη αγωγή, αν και έκρινε περί του ίδιου ιστορικού και της ίδιας συμπεριφοράς των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων, όπως το ίδιο έπραξε και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης το οποίο με την υπ' αριθμ. 9656/2003 απόφασή του έκρινε ότι αυτοί δεν τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε υπεξαίρεση των άνω δώδεκα κατασχεμένων μηχανημάτων με αυτουργό στην πράξη αυτή τον νόμιμο εκπρόσωπο της μισθώτριας του εργοστασίου και των μηχανημάτων εταιρίας "ΕΒΟΝ Α.Ε." Μ.

Μ., κηρύσσοντας αυτούς αθώους, δέχθηκε ότι δεν δεσμεύεται από το ποινικό δεδικασμένο που προέκυπτε από την απόφαση αυτή, με την παραδοχή ότι οι άνω αναιρεσείοντες κατά το χρονικό διάστημα που διετέλεσε ο καθένας νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εξ αυτών, εκ δόλου διέπραξαν το ποινικό αδίκημα της παράνομης ιδιοποίησης και ενσωμάτωσης στην ατομική τους περιουσίας των άνω δώδεκα μηχανημάτων, παραβιάζοντας έτσι το τεκμήριο αθωότητας και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.

Όμως, εκτός του ότι δεν γίνεται επίκληση από τους αναιρεσείοντες ότι η άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου που κρίνει επί ποινικού αδικήματος, και αν ακόμη καταστεί τελεσίδικη, δεν παράγει δεδικασμένο, επί του αγομένου ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου ίδιου αδικήματος υπό τη μορφή αδικοπραξίας προς αποζημίωση, αλλά λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, για τη συναγωγή μόνο δικαστικών τεκμηρίων, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, όπως έπραξε εν προκειμένω το Εφετείο.

Ενόψει αυτών, ο παραπάνω λόγος αναιρέσως (τρίτος), είναι αβάσιμος. 2) Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την επιδικασθείσα στην ενάγουσα αποζημίωση για τα μη αποδοθέντα σ' αυτήν δώδεκα (12) μηχανήματα, στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των άρθρων 914, 71, 335, 336, 822, 823 Α.Κ., σε συνδ.

με το άρθρο 956 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, περιέχονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς την υπαίτια αδυναμία της πρώτης των αναιρεσειόντων να παραδώσει στην ενάγουσα τα κατασχεθέντα δώδεκα μηχανήματα των οποίων είχε ορισθεί μεσεγγυούχος, καθώς και ως προς την τέλεση εκ μέρους του δεύτερου και τρίτου εξ αυτών του παραπάνω αδικήματος εις βάρος της αναιρεσίβλητης εταιρίας, συνισταμένου στα όσα ανωτέρω αναφέρονται, που είχε ως επακόλουθο να την ζημιώσουν κατά το πιο πάνω ποσόν.

Ειδικώς δε ως προς το χρόνο τελέσεως του τελευταίου, σαφώς προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτός ανάγεται εντός του χρονικού διαστήματος της θητείας των άνω αναιρεσειόντων ως νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εξ αυτών, που για μεν τον πρώτο καταλαμβάνει το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 1995 έως 31-12-1997, για δε τον δεύτερο από τον Ιανουάριο του 1998 μέχρι και την 18-10-1999 που παρελήφθη το εκπλειστηριασθέν ακίνητο από την ενάγουσα.

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο επίσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι άνω αναιρεσίβλητης τέλεσαν το αδίκημα που προκάλεσε τη ζημία της αναιρεσίβλητης σε χρόνο που δεν ανάγεται στην θητεία τους, ενόψει των στοιχείων που αντλεί από άλλες συναφείς με την κρινόμενη υπόθεση τελεσίδικες αποφάσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με τον προκείμενο λόγο, από το περιεχόμενο του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, απαραδέκτως, η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υποψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003,12/2000, 3/1997).

Δεν αποτελούν δε πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), έστω και αν προτείνoται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/1997) και γενικώς οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών και συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη: 1) Ότι η άρνηση του νομίμου εκπροσώπου της μισθώτριας του κατεσχημένου εργοστασίου να εμφανίσει στο δικαστικό επιμελητή ..., που ενεργούσε για λογαριασμό και κατ' εντολή της ενάγουσας, την κατάσταση του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου, δεν μπορούσε να οδηγήσει σε αδικοπρακτική ευθύνη των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων και υπαίτιας αδυναμίας της πρώτης εξ αυτών να παραδώσει τα κατασχεθέντα μηχανήματα, αφού, αφενός μεν τέτοια κατάσταση δεν υπήρχε, δεδομένου ότι δεν λειτούργησε η μίσθωση ως προς τα μηχανήματα, αφετέρου δε η άρνηση αυτή αφορούσε πράξη ή παράλειψη τρίτης, και συγκεκριμένα της μισθώτριας εταιρίας, για τις ενέργειες της οποίας καμιά ευθύνη δεν είχαν αυτοί και η μόνη νομική σχέση που τους συνέδεε ήταν αυτή της μίσθωσης. 2) Ότι από τις υπ' αριθ. 2970/13-7-1998 και 3022/18-12-1998 εκθέσεις του ως άνω δικαστικού επιμελητού, καμιά άρνηση δεν συνάγεται εκ μέρους αυτών ως προς την απαγόρευση εισόδου του εν λόγω δικαστικού επιμελητή εντός του μισθωμένου εργοστασίου για να προβεί στις νόμιμες ενέργειες κατ' εντολή του πληρεξουσίου της ενάγουσας, αλλά η όποια παρεμπόδιση προς τούτο αναφέρεται στο νόμιμο εκπρόσωπο της μισθώτριας του εργοστασίου Μ.

Μ., και ως εκ τούτου η παρεμπόδιση αυτή δεν μπορούσε να έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη του πρώτου και δεύτερου εξ αυτών (αναιρεσειόντων) ως προς την αφαίρεση από το εργοστάσιο των άνω μηχανημάτων. 3) Ότι η αναιρεσείουσα μετά τον πλειστηριασμό που έγινε στις 8-4-1998 και την κατακύρωση σ' αυτήν των πλειστηριασθέντων πραγμάτων, καθώς και την αυτοδίκαιη υπεισέλευσή της στην υφισταμένη μισθωτική σχέση, ως κυρία πλέον των πραγμάτων αυτών, μπορούσε να εισέρχεται διά των αρμοδίων οργάνων και των εκπροσώπων της στο εργοστάσιο, ενώ η πρώτη εξ αυτών είχε παύσει πλέον να έχει την ιδιότητα της ιδιοκτήτριας και εκμισθώτριας των μηχανημάτων και δεν μπορούσε να αποδοθεί σ' αυτήν άρνηση της παράδοσής τους και αδικοπρακτική ευθύνη για την παράνομη αφαίρεση και ιδιοποίησή τους στους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων.

Όλες οι παραπάνω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά άρνηση των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς, καθώς και πραγματικά επιχειρήματα αυτών που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και χρησιμοποιούνται προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών.

Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως (πέμπτος) ως προς τις παραπάνω αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 346 και 352 επ. του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τ' αποδεικτικά μέσα. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν, όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, και η οποία γίνεται με πρόθεση παραδοχής του επιβλαβούς γι' αυτόν γεγονότος από εκείνον που ομολογεί.

Συνεπώς, εκείνος που στηρίζει την αγωγή του σε ορισμένα δικαιογόνα γεγονότα δεν είναι δυνατόν συγχρόνως, με την ίδια αγωγή, να ομολογεί και την ανυπαρξία των γεγονότων αυτών. Αγωγή με τέτοιους αντιφατικούς ισχυρισμούς δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠολΔ, και είναι απορριπτέα ως αόριστη. Περαιτέρω, η ομολογία που δεν γίνεται στη δίκη της υπόθεσης που την αφορά, όπως συμβαίνει με εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Η κρίση του δικαστηρίου, αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο διάδικος, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Όταν δε με αυτόν προβάλλεται η μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας αρκεί από την προσβαλλόμενη απόφαση να προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναιρέσεως εξώδικη ομολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αποδεικτικά στοιχεία που είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους ενώπιόν του και συγκεκριμένα: 1) Την υπ' αριθ. 339/6-4-1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αιτήσεως του Β.

Χ. (πατέρα των μελών της ενάγουσας εταιρίας), με την οποία έγινε δεκτό ότι μέχρι την 6-4-1998 δεν είχαν εξαφανισθεί τα 19 κατασχεθέντα μηχανήματα και ότι αυτά βρίσκονταν εντός του εργοστασίου χωρίς να χρησιμοποιούνται, όπως τα ίδια δέχθηκε εκ των υστέρων και η υπ' αριθ. 1215/2001 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 2) την υπ' αριθ. 15249/2-6-1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία διορίσθηκε προσωρινό Δ.Σ.

στην πρώτη των αναιρεσειόντων, στο οποίο δε συμμετείχαν οι πρώτος και δεύτερος εξ αυτών και ότι μετά ταύτα την 19-8-1995 εκλέχθηκε νέο Δ.Σ., στο οποίο μόνον ο δεύτερος εκλέχθηκε μέλος και μετέπειτα με την κατάρτιση σε σώμα Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ο δε τρίτος εξ αυτών ουδεμία ιδιότητα είχε σ' αυτό μέχρι την 13-12-1997, 3) την δικαστική ομολογία της ενάγουσας περί του ότι καμιά υπαιτιότητα δεν βαρύνει την πρώτη των αναιρεσειόντων ως προς την απώλεια των ως άνω 12 μηχανημάτων και τις φθορές στα υπόλοιπα 7, ούτε και αδικοπρακτική ευθύνη του δεύτερου και του τρίτου εξ αυτών αναφορικά με τις εν λόγω απώλειες και φθορές, αλλά ευθύνη προς τούτο έχουν η μισθώτρια εταιρία "ΕΒΟΝ ΑΕ" και ο νόμιμος εκπρόσωπός της, η άνω δε ομολογία περιέχεται στην αγωγή της αναιρεσίβλητης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και 4) την εξώδικη ομολογία της ενάγουσας περί των ίδιων ως άνω πραγματικών γεγονότων που συνιστούν και την δικαστική ομολογία της, η οποία συνάγεται από την υπ' αριθ.

κατ. 17355/2002 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της εταιρίας "ΕΒΟΝ ΑΕ" και του νομίμου εκπροσώπου της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 14304/2003 αμετάκλητη απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου. Από την περιλαμβανόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλες τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενη σκέψη, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω με αριθμούς 1, 2 και 4 έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προσάπτεται στο Εφετείο η μη λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών, και της εξώδικης ομολογίας που περιέχεται στο τελευταίο, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, αναφορικά με τη μη λήψη υπόψη της επικαλούμενης από τους αναιρεσείοντες δικαστικής ομολογίας (υπ' αριθ. 3 αποδεικτικό μέσο), από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της ένδικης από 17-11-1999 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι η τελευταία απηύθυνε αυτήν, αφενός μεν εναντίον των ήδη αναιρεσειόντων και αφετέρου εναντίον της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΒΟΝ ΑΕ" και του νομίμου εκπροσώπου της Μ.

Μ. (δεν είναι διάδικοι πλέον). Στην αγωγή αυτή ιστορείται ότι με την υπ' αριθ. .../1998 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Ατσαλά, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), απέκτησε την κυριότητα των αναφερομένων στην αγωγή ακινήτων και μηχανημάτων, που είχαν εκπλειστηριασθεί ως ενιαίο οικονομικό σύνολο.

Ότι τα άνω είχαν κατασχεθεί με αναγκαστική κατάσχεση στις 2-3-1995 και μεσεγγυούχος αυτών είχε ορισθεί η πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία, της οποίας τότε διευθύνων σύμβουλος ήταν ο δεύτερος των αναιρεσειόντων Ι. Κ.. Ότι η πρώτη αναιρεσείουσα χωρίς την τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων στις 28-9-1997 εκμίσθωσε τα άνω κατασχεθέντα και υπό την μεσεγγύησή της ακίνητα με τον μηχανολογικό εξοπλισμό τους, στην εναγομένη στην ίδια αγωγή εταιρία "ΕΒΟΝ ΑΕ", την οποία ίδρυσε η πρώτη αναιρεσείουσα και είχε τον ίδιο σκοπό.

Ότι μετά την κατακύρωση και μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης ως νέα κυρία υπεισήλθε στη μίσθωση αυτή και επέδωσε, τόσον στην πρώτη αναιρεσείουσα, όσον και στην μισθώτρια των ακινήτων και μηχανημάτων την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης με την παρά πόδας αυτής από 29-4-1998 επιταγή, ζητώντας απ' αυτές να της παραδώσουν τα αναφερόμενα στη περίληψη μηχανήματα.

Ότι οι εναγόμενες εταιρίες (αναιρεσείουσα και μισθώτρια), των οποίων κατά τον χρόνο αυτόν διευθύνοντες σύμβουλοι ήσαν της μεν πρώτης ο δεύτερος των αναιρεσειόντων της δε δεύτερης ο Μ. Μ., αρνήθηκαν την παράδοση των μηχανημάτων. Ότι μετά τη διενέργεια συντηρητικής πραγματογνωμοσύνης των πλειστηριασθέντων μηχανημάτων, που έγινε με αίτηση της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), η εναγομένη εκμισθώτρια αυτών εταιρία της παρέδωσε 7 από τα 19 μηχανήματα, τα οποία παρουσίαζαν από υπαιτιότητα όλων των εναγομένων, σημαντικές φθορές, όπως αυτές λεπτομερώς περιγράφονται στην αγωγή, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται να δαπανηθεί το ποσό των 4.385.000 δραχμών, και 12 από αυτά, τα οποία επίσης περιγράφονται λεπτομερώς, αξίας 60.400.000 δραχμών, δεν ανευρέθησαν εντός των πλειστηριασθέντων ακινήτων ούτε παραδόθηκαν, σ' αυτήν (ενάγουσα) από υπαιτιότητα των εναγομένων με αποτέλεσμα να υπάρχει υπαίτια αδυναμία αποδόσεώς τους από τους εναγόμενους και ότι συνεπεία της παράνομης, αντισυμβατικής και υπαίτιας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστη αυτή ζημία ποσού 64.785.000 δραχμών, την οποία ζήτησε να της υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, λόγω της αδικοπραξίας τους, να της καταβάλουν νομιμοτόκως και με προσωπική κράτηση των εξ αυτών φυσικών προσώπων.

Τα ίδια ακριβώς περιέλαβε η ενάγουσα και στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθ. 22268/2001 απόφαση διέταξε τον χωρισμό της υποθέσεως κατά το μέρος που η αγωγή απευθύνετο εναντίον της εκ των εναγομένων μισθώτριας εταιρίας και του νομίμου εκπροσώπου της, καθόσον ως προς αυτούς η διαφορά που ήχθη ενώπιόν του ήταν μισθωτική, και κατά τούτο παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να την δικάσει κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ενώ ως προς τους υπόλοιπους εναγόμενους (αναιρεσείοντες), προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης.

Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα θεμελιώνεται η αγωγή και κατά το μέρος που απευθύνεται αυτή εναντίον των εναγομένων-αναιρεσειόντων, αφενός μεν στην υπαίτια αδυναμία της μεσεγγυούχου εταιρίας να αποδώσει στην ενάγουσα τα κατασχεθέντα και μη ανευρεθέντα μηχανήματα, αφετέρου δε στις παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων αυτών (αναιρεσειόντων), τόσον για τις φθορές των 7 μηχανημάτων, όσον και για την απώλεια των υπολοίπων 12, που είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί στην ενάγουσα η προαναφερόμενη ζημία, και δεν προκύπτει ομολογία της ενάγουσας περί του ότι δεν υφίσταται αδυναμία απόδοσης των άνω 12 μηχανημάτων και αδικοπρακτική ευθύνη, τόσον ως προς την απώλεια αυτών, όσον και ως προς τις φθορές που προκλήθηκαν στα υπόλοιπα 7 για τους εναγόμενους-αναιρεσείοντες, από το γεγονός ότι την ίδια αδικοπρακτική συμπεριφορά, με τις προεκτεθείσες συνέπειες, αποδίδει και στην εκμισθώτρια των άνω μηχανημάτων εταιρία "ΕΒΟΝ Α.Ε." και το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, ούτε αίρονται συνεπεία τούτου τα άνω θεμελιωτικά της αγωγής περιστατικά που επαναλαμβάνονται και στις προτάσεις της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ίδιος ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως (έκτος), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στην ένδικη αγωγή και στις προτάσεις που κατέθεσε η ενάγουσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ομολογία, των αναφερομένων πιο πάνω πραγματικών γεγονότων, αφού τέτοια ομολογία δεν προκύπτει.

Κατ' ακολουθίαν όσων προεκτέθηκαν, μετά την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται ανωτέρω, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

IV. Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση παραδεκτώς υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί μέχρι της προηγουμένης της συζητήσεως, η δε επιταγή του άρθρου 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ περί του χρόνου της κατ' εξαίρεση στην αναιρετική διαδικασία καταθέσεως προτάσεων δεν καταλαμβάνει το αίτημα αυτό, αλλά ισχύει μόνον όταν σε αυτές περιέχονται ενστάσεις κατά του παραδεκτού και του εμπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, όπως ρητώς ορίζεται.

Επομένως, το αίτημα των αναιρεσειόντων, που περιέχεται στις από 16-05-2011 προτάσεις τους, τις οποίες κατέθεσαν όχι το αργότερο μέχρι την παραμονή της συζήτησης, αλλά κατά την ημέρα της συζήτησης (16-05-2011), όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλομένης κατάσταση, απαραδέκτως υποβάλλεται εκπροθέσμως και πρέπει να απορριφθεί (ΚΠολΔ 151, ΑΠ 40/2006, ΑΠ 612/1995 και 2/1998).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 795/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Απορρίπτει την από 16-05-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων για επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρεσιβαλλομένης κατάσταση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ