Legislator Case Law & Legislation
932/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeals on smuggling charges, upholding the application of the older law over the newer one.

Case Number 932/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by three defendants against a Third Instance Court ruling on smuggling charges. The defendants argued that the newer Customs Code should apply, claiming it was more lenient, but the court found the older law more suitable for the specific facts. Consequently, the court ruled that the original conviction stood and ordered the appellants to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474, 475, 476, 510, 513, 514, 583 of the Code of Civil Procedure; The court must apply the law in force at the time of the act if the newer law is not more favorable to the accused.

Keywords

AI generated
retroactivity of law principle of favorability smuggling charges customs code criminal appeal legal costs non-retroactivity

Cited Legislation

AI generated
Article 473 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 474 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 475 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 476 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 510 paragraph 1 letter E of the Code of Civil Procedure
Article 513 paragraph 1 letter g of the Code of Civil Procedure
Article 514 paragraph a of the Code of Civil Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Administrative Procedure
Article 183 of the Code of Administrative Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 932 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 932/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 2) Χ2 , που δεν παραστάθηκαν και 3) Χ3 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Αγγελόπουλο, περί αναιρέσεως της 554/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Πανάγου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8.12.2006, 6.12.2006 και 8.12.2006 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 42/2007.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξουσίους των παραστάντων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης του τρίτου αναιρεσείοντος, για τον πρώτο να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και ως προς τον δεύτερο να απορριφθεί ως απαράδεκτη μετά την από 15.1.2007 δήλωση παραίτησής του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες από 6-12-2006, 8-12-2006 και 8-12-2006 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως των Χ2 , Χ3 και Χ1 , οι οποίες στρέφονται κατά της 554/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1 476 παρ.1 και 513 παρ.1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση, υπογραφόμενη από εκείνον που την υποβάλλει και από εκείνον που την δέχεται ή και ακόμη στο ακροατήριο, προτού αρχίσει η συζήτηση, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά Η παραίτηση από αναίρεση που έχει ασκηθεί κατά το άρθρο 473 παρ.2 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μπορεί να γίνει και με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο έγινε και η αίτηση αναιρέσεως, δηλαδή με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται, εφόσον αυτός αποδεικνύεται ότι έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρο 513 παρ. 1 εδ.

γ' του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ2 , μετά την άσκηση της εισαγόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, δια του ειδικά εξουσιοδοτημένου δικαστικού του πληρεξουσίου Φιλίππου Κοτέα, δικηγόρου Πειραιώς, παραιτήθηκε από την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.2 ΚΠΔ, κατά της 554/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (με αριθμό πρωτ. 11176/12-12-2006), σύμφωνα με το άρθρο 475 ΚΠΔ, με δήλωση του πιο πάνω αντιπροσώπου του ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων Χ1 , αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (βλ. από ..... και ..... αποδεικτικά επιδόσεως των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ....και ..... αντίστοιχα), δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεώς του. Επομένως, οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, η πρώτη ως απαράδεκτη και η δεύτερη ως ανυποστήρικτη και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες αυτούς, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του ΚΠΔ, τα δικαστικά έξοδα.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος", όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 2081/1939, λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία, τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον, παρά τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη και δικαιώματα που εισπράττονται από αυτό, επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή, ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο διαφορετικό από εκείνο που ορίζεται από το νόμο.

Ως λαθρεμπορία, κατά την παρ.2 περ.θ του ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθησαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Κατά τη διατύπωση του άρθρου 155 παρ.1α και β, του ν.2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος.

Ως λαθρεμπορία, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα, όσο και κατά τις διατάξεις του ισχύοντος Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα.

Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ.1 και 2 εδ. β' του αυτού πιο πάνω Ν.1165/1918 για τον "Τελωνειακό Κώδικα", όπως η παρ.2 εδ.

β' είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 32 εδ.α του Ν.1731/1987 "κατά πάσα περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής δημεύονται...... και αν για οιονδήποτε λόγο ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση, επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία cif προσαυξημένη με τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούν στα αντικείμενα της λαθρεμπορίας που δημεύθηκαν".

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 160 παρ.1 και 2 του Ν. 2960/2001 για τον "Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα", που ισχύει κατά το άρθρο 185 αυτού από 1.1.2002, "σε κάθε περίπτωση λαθρεμπορίας, τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο αυτής, δημεύονται ...... Εάν για οποιονδήποτε λόγο, ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των (κατά το παρόν άρθρο), αντικειμένων της λαθρεμπορίας επιβάλλεται στον ένοχο χρηματική ποινή, ίση με την αξία cif αυτών, επιπροσθέτως πάσης άλλης ποινής επιβαλλόμενης κατά τον παρόντα Κώδικα".

Οι νεότερες αυτές διατάξεις του "Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα", με τις οποίες επιβάλλεται χρηματική ποινή, χωρίς προσαυξήσεις, είναι επιεικέστερες κατά τούτο για τον κατηγορούμενο, από εκείνες του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα και επομένως είναι εφαρμοστέες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ και για τα εγκλήματα λαθρεμπορίας, που τελέστηκαν προ της ισχύος τους.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.

Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, καθώς και τις εφέσεις του συγκατηγορουμένων τους Χ4 και Χ2 ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 554/2006 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Στις 24.2.1999 και περί ώρα 23.40, άγνωστο άτομο κατήγγειλε τηλεφωνικώς στο Υπολιμεναρχείο .... ότι στην παραλία, κοντά στο ξενοδοχείο "....", παρατηρείται ασυνήθιστη κίνηση οχημάτων που έφεραν αριθμούς κυκλοφορίας ...., τύπου CITROEN, ....., τύπου MERCEDES, ....., τύπου TOYOTA, ....., τύπου SCANIA (Φ/Γ), καθώς και ενός ακόμη επιβατικού αυτοκινήτου τύπου ALFA-ROMEO, χρώματος κόκκινου χωρίς ν' αναφέρει άλλα προσδιοριστικά του στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα στη θάλασσα εκινείτο ένα ταχύπλοο σκάφος.

Λιμενικοί, στα πλαίσια επαλήθευσης της ανώνυμης καταγγελίας, μετέβησαν στην περιοχή, πλην όμως δεν ανεύραν κάποιο όχημα ή το σκάφος. Κατά την έρευνα που επακολούθησε στην ευρύτερη περιοχή και ειδικότερα στην διασταύρωση της επαρχιακής οδού ....., εντοπίσθηκε το ανωτέρω φορτηγό αυτοκίνητο με αριθμό ......

οδηγούμενο από τον α' κατηγορούμενο. Στο όχημα βρέθηκαν 20.500 πακέτα τσιγάρων των 20 τεμαχίων το καθένα μάρκας REGAL, χωρίς να φέρουν ταινία φορολογίας, τα οποία και κατασχέθηκαν. Τα εν λόγω τσιγάρα είχαν λίγο πριν εισαχθεί λαθραία στην Ελλάδα από άτομα των οποίων τα στοιχεία δεν προέκυψαν, χωρίς να καταβληθεί ο φόρος που αναλογούσε επί της αξίας τους.

Το όχημα αυτό ανήκε στον ......, είχε αποχαρακτηρισθεί από 31.12.1998, εστερείτο άδειας και πινακίδων κυκλοφορίας με σφραγίδα του Υπουργείου Συγκοινωνιών και φέρεται ότι είχε μεταβιβασθεί χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων (με από ανεπικύρωτο ιδιωτικό συμφωνητικό) στον πρώτο των κατηγορουμένων. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου προσπέρασε το .....

επιβατικό όχημα, τύπου TOYOTA, οδηγούμενο από τον ιδιοκτήτη του δ' κατηγορούμενο, ο οποίος, συμμορφούμενος σε σήμα των λιμενικών, σταμάτησε και μετά από έρευνα ανευρέθη σ' αυτό μηχανισμός εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας, που θεωρείται όπλο, υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 περ. α του ν. 2168/1993 και μία σακκούλα με χαρτονομίσματα των 10.000 και 5.000 δρχ., συνολικού ποσού 7.800.000 δρχ., καθώς και μία άδεια κούτα των δέκα πακέτων τσιγάρων της ίδιας μάρκας και με τον ίδιο κωδικό αριθμό παρτίδας με εκείνον που είχαν οι ανευρεθείσες στο προαναφερόμενο φορτηγό κούτες τσιγάρων.

Από το ίδιο σημείο προσπέρασε και ένα άλλο όχημα τύπου ALFA ROMEO, κόκκινου χρώματος, που, αν και του έγινε σήμα από τα εν λόγω όργανα να σταθμεύσει, δεν σταμάτησε, με αποτέλεσμα να καταδιωχθεί από περιπολικά του Α.Τ. .... που ειδοποιήθηκαν σχετικά. Το όχημα αυτό, αναπτύσσοντας ταχύτητα υπερβολικά και επιχειρώντας επικίνδυνους ελιγμούς, κινούμενο και στο αντίθετο ρεύμα, κατευθύνθηκε προς την οδό που οδηγεί προς .......

Τελικά, αστυνομικοί με περιπολικά κατόρθωσαν να το ακινητοποιήσουν κοντά στον ..., αφού δηλαδή είχε διανύσει 100 χλμ περίπου. Οδηγός και συνεπιβάτης του εν λόγω οχήματος ήσαν ο τρίτος και ο δεύτερος κατηγορούμενος, αντιστοίχως. Στην κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου, ο οποίος παραδέχτηκε ότι γνωριζόταν και συνεργαζόταν με τον τέταρτο των κατηγορουμένων, ανευρέθησαν 220.000 δρχ, σε δεσμίδα χαρτονομισμάτων που συνεκρατείτο με λαστιχάκι, όπως ακριβώς και τα χαρτονομίσματα των 7.800.000 δρχ., που κατείχε ο τέταρτος κατηγορούμενος.

Η Διευθύντρια του Τελωνείου Ναυπλίου, αφού εκτίμησε τα στοιχεία της δικογραφίας, δέχτηκε ότι είχε διαπραχθεί το έγκλημα της λαθρεμπορίας και με την 24/1999 καταλογιστική της πράξη επέβαλε πολλαπλό τέλος 96.621.424 δρχ., που αντιστοιχούσε στο οκταπλάσιο των διαφυγόντων δασμών και φόρων, τους οποίους προσδιόρισε σε 12.077.678 δρχ., το οποίο επιμέρισε στους κατηγορούμενους ανάλογα με τον βαθμό συμμετοχής και ευθύνης τους, κηρύσσοντάς τους αλληλεγγύως και σε ολόκληρο υπεύθυνους για την καταβολή του.

Μετά από άσκηση προσφυγών, εφέσεων κλπ, έγινε δεκτό ότι το οφειλόμενο για την αιτία αυτή από τους β και γ των κατηγορουμένων ποσό ανέρχεται σε 5.316,66 ευρώ για έκαστο εξ αυτών (βλ. τις με αριθμούς 325 και 326/2005 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως), ποσά που κατέβαλαν (βλ. το με αριθμό ..... γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του ΤΠΔ Ναυπλίου και την .....

βεβαίωση του Τελωνείου Ναυπλίου). Οι κατηγορούμενοι, ερωτηθέντες σχετικά, υπεστήριξαν τα ακόλουθα: Ο πρώτος εξ αυτών, κάτοικος ....., υπεστήριξε ότι του τηλεφώνησε ένας άγνωστος σ' αυτόν, ονόματι ......, κατά σύσταση του ....., προκειμένου να πραγματοποιήσει κάποια μεταφορά, από την .... στην ....., ότι την 31.00' ώρα μετέβη στον τόπο αυτό, υπολαμβάνοντας ότι θα φορτώσει ψάρια και ότι, όταν έφθασε στην περιοχή φορτώσεως, άγνωστο άτομο του ζήτησε να κατέβει από το φορτηγό, προκειμένου αυτό να το μεταφέρει στον τόπο φόρτωσης, κάτι που δέχτηκε και ότι, όταν ο άγνωστος του το επέστρεψε (το φορτηγό) του είπε ότι ακυρώνεται η μεταφορά και αυτός, επιστρέφοντας, συνελήφθη από τους Λιμενικούς χωρίς να γνωρίζει ότι στο φορτηγό αυτό είχαν ήδη φορτωθεί τα ανευρεθέντα λαθρεμπορεύματα.

Οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων, κάτοικοι Πειραιά, υπεστήριξαν ότι είχαν μεταβεί για μια βόλτα στην περιοχή ....., χωρίς να δώσουν κάποια εξήγηση πώς παρέμειναν περισσότερο από 5 ώρες μέσα στο αυτοκίνητό τους σε ένα ξένο μέρος. Στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου προέβαλαν για πρώτη φορά ότι είχαν μεταβεί, επειδή ο ένας εξ αυτών είχε κάποιο παράνομο ερωτικό δεσμό.

Ωστόσο δεν μπόρεσαν να δώσουν κάποια εξήγηση, γιατί δεν σταμάτησαν στο σήμα των αστυνομικών, αλλά για περισσότερο από μία ώρα εκινούντο με ιλιγγιώδη ταχύτητα με επικίνδυνους ελιγμούς, αρνούμενοι να ακινητοποιήσουν το όχημά τους στα περιπολικά που το κατεδίωκαν. Τέλος, ο τέταρτος των κατηγορουμένων υπεστήριξε ότι την ώρα που συνελήφθη (00.30') μετέβαινε για να συναντήσει τον Ζ1 με τον οποίο είχε μιλήσει για να του πωλήσει ένα αλιευτικό σκάφος, γι' αυτό είχε μαζί του και το σημαντικό χρηματικό ποσό των 7.800.000 δρχ.

Ωστόσο, εξετασθείς σχετικώς ο εν λόγω Ζ1 , κατέθεσε ότι ουδεμία ειδοποίηση του τετάρτου κατηγορουμένου είχε προηγηθεί για την συνάντηση αυτή. Από τα περιστατικά που προεκτέθηκαν, με σαφήνεια απεδείχθη πλήρως ότι και οι τέσσερις κατηγορούμενοι από κοινού ετέλεσαν την αξιόποινη πράξη, όχι της εισαγωγής λαθραίων εμπορευμάτων που τους αποδόθηκε και καταδικάστηκαν πρωτοδίκως, αλλά της κατοχής λαθραίων εμπορευμάτων από κοινού, με την έννοια ότι συνέπραξαν στην εκτέλεση της κύριας πράξης με την πραγμάτωση από τον καθένα τους της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, έχοντας κοινό δόλο, δηλαδή έκαστος εξ αυτών ηθέλησε και αποδέχτηκε την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος.

Κάθε κατηγορούμενος (και όλοι μαζί από κοινού) είχε την φυσική εξουσίαση των εν λόγω λαθραίων τσιγάρων, υπό την έννοια ότι είχε την δυνατότητα να διαπιστώνει την ύπαρξή τους ανά πάσα στιγμή και να τα διαθέτει κατά βούληση, αν και εγνώριζε ότι είναι προϊόντα λαθρεμπορίας, δηλαδή είχαν εισαχθεί λίγο πριν μέσω θαλάσσης στην Ελλάδα χωρίς να καταβληθούν οι φόροι και οι δασμοί που αναλογούσαν στην αξία τους.

Επομένως, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, πρέπει όλοι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι παράνομης κατοχής λαθραίων εμπορευμάτων από κοινού, κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στο διατακτικό". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, από εισαγωγή σε κατοχή αντικειμένου λαθρεμπορίας, με τα ελαφρυντικά της ειλικρινούς μετάνοιας και καλής συμπεριφοράς, και επιπλέον και του προτέρου εντίμου βίου ως προς τον αναιρεσείοντα Χ3 πράξη την οποία τέλεσαν κατά συναυτουργία με τους άλλους δύο συγκατηγορουμένους τους και ειδικότερα του ότι " την 24/25-2- 1999.

στην περιοχή .... από κοινού ενεργούντες και με κοινό δόλο κατείχαν εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί λαθραία στην Ελλάδα, δηλαδή είχαν εισαχθεί χωρίς άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και χωρίς να έχει καταβληθεί εισαγωγικός δασμός, εισπραττόμενος στα τελωνεία, τέλος ή φόρος ή δικαίωμα και συγκεκριμένα κατείχαν σαράντα δέματα που περιείχαν από πενήντα κούτες των δέκα πακέτων σιγαρέτων έκαστο, για τα οποία δε είχαν καταβληθεί οι προβλεπόμενοι δασμοί φόροι κλπ δικαιώματα ποσού 12.077.678 δρχ., χωρίς τη νόμιμη άδεια της αρμόδιας τελωνειακής Αρχής, γνωρίζοντες ότι τα εν λόγω τσιγάρα είναι προϊόντα λαθρεμπορίας (είχαν εισαχθεί παράνομα στην Ελλάδα, χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες φόροι και δασμοί), η δε ως άνω ποσότητα σιγαρέτων ευρέθη εντός του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος ο Χ4 ".

Για τη τέλεση των πράξεων αυτών, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 45, 94 παρ.1 ΠΚ και άρθρα 100 παρ.2, περ. θ, 102 παρ.1 περ.Β εδ. β, 105, 107, 111 και 130 παρ.1 Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος", το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια.

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου στην προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, με το πιο πάνω σκεπτικό, όπως αυτό συμπληρώνεται και από το διατακτικό, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι οι πιο πάνω ποσότητες τσιγάρων είχαν εισαχθεί λαθραία στην Ελλάδα, χωρίς να καταβληθούν οι μνημονευόμενοι στην απόφαση δασμοί και φόροι, καθώς και τα περιστατικά, με βάση τα οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων συμμετείχε στην τέλεση του αδικήματος της λαθρεμπορίας ως συναυτουργός, δεχόμενο ότι ενήργησε από κοινού στην πράξη της κατοχής των λαθρεμπορευμάτων μαζί με τους λοιπούς συμμετόχους του "από κοινού και με κοινό δόλο", "με την έννοια ότι συνέπραξε με αυτούς στην εκτέλεση της κύριας πράξης, με την πραγμάτωση από τον καθένα τους της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, έχοντας κοινό δόλο, δηλαδή έκαστος εξ αυτών ηθέλησε και αποδέχθηκε την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και συμμέτοχοί του πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος.

Κάθε κατηγορούμενος και όλοι μαζί από κοινού είχε την φυσική εξουσίαση των εν λόγω λαθραίων τσιγάρων ..." Ομοίως η γνώση του αναιρεσείοντος για την λαθρεμπορική προέλευση των εμπορευμάτων, σαφώς προκύπτει από τις πιο πάνω αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου ειδικώς αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων και οι λοιποί κατηγορούμενοι διέπραξαν το αδίκημα της κατοχής λαθρεμπορευμάτων, "γνωρίζοντες ότι τα εν λόγω τσιγάρα είναι προϊόντα λαθρεμπορίας (είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα, χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες φόροι και δασμοί), η γνώση δε αυτή συνάγεται από τα περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, από το ότι τα ανευρεθέντα τσιγάρα δεν έφεραν ταινία φορολογίας καπνού, αλλά και από τις περιγραφόμενες πιο πάνω συνθήκες υπό τις οποίες ο αναιρεσείων κατηγορούμενος βρέθηκε μαζί με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του στον τόπο που εντοπίστηκαν τα λαθραία τσιγάρα, με την προαναφερόμενη συναπόφαση αυτών να τελέσουν το αδίκημα για το οποίο κρίθηκαν ένοχοι, και, κυρίως, από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορούμενός του Χ1 , όχι μόνο δεν σταμάτησαν το όχημα στο οποίο επέβαιναν όταν τους έγινε σήμα από τα αστυνομικά όργανα να σταματήσουν, αλλά, επί πλέον, προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψή τους, ανέπτυξαν υπερβολική ταχύτητα, επιχειρώντας επικίνδυνους ελιγμούς κινούμενοι και στο αντίθετο ρεύμα κατεύθυνσης, για να ακινητοποιηθούν τελικά, αφού είχαν διανύσει εκατό περίπου χιλιόμετρα, ύστερα από καταδίωξη από περιπολικά του Α.Τ, ....

Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν παρατίθενται περιστατικά που να αιτιολογούν τη ιδιότητα των πιο πάνω τσιγάρων ως λαθρεμπορευμάτων, την περί αυτού γνώση του αναιρεσείοντος και ότι αυτός τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάστηκε από κοινού με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τα λοιπά οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, σχετικά με τον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, καθόσον, με την επίφαση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

ΙΙΙ. H ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, αναγομένη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, πρέπει κατά το άρθρο 173 ΚΠΔ, να προταθεί μέχρι της επί της κατηγορίας οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως, διαφορετικά καλύπτεται. Επίσης, κατά το άρθρο 502 παρ.2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επ΄ εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως.

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 2902 και 2973/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα του προτεινομένου λόγου αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 554 /2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, απορρίφθηκε η προβληθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, με την αιτιολογία ότι αυτή προβλήθηκε μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας με αποτέλεσμα οποιαδήποτε τυχόν ακυρότητα να έχει καλυφθεί.

Μετά την άσκηση από τους καταδικασθέντες εφέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, ζήτησαν αυτοί την εξαφάνισή της, χωρίς να προβάλουν λόγο για την απόρριψη της ενστάσεως ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, πλην τη αιτίασης της κακής εκτίμησης των αποδείξεων. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Τριμελές Εφετείο ο πληρεξούσιος του τέταρτου κατηγορουμένου (Χ2), προέβαλε και πάλι τον περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ισχυρισμό του (ισχυριζόμενος ότι δεν αναφέρονται σε αυτό στοιχεία δραστηριότητας εκάστου συναυτουργού, δεν παρατίθενται τα άρθρα του ποινικού νόμου, ενώ οι αναφερόμενες σε αυτό διατάξεις του ν. 1165/1918, έχουν καταργηθεί με τον ν. 2960/2001, ο οποίος εφαρμόζεται ως επιεικέστερος κλπ).

Το Τριμελές Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή του πιο πάνω κατηγορουμένου, του οποίου όμως η αναίρεση, μετά την γενομένη παραίτηση από αυτήν και την απόρριψή της ως απαράδεκτης, δεν ερευνάται περαιτέρω. Ανάλογη ένσταση εκ μέρους των λοιπών κατηγορουμένων δεν υποβλήθηκε, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ο ήδη αναιρεσείων δεν προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση με ειδικό λόγο εφέσεως ως προς την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως και, συνεπώς, η εν λόγω ένσταση δεν ήχθη ενώπιον του Εφετείου, και ο αντίστοιχος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η πιο πάνω απόφαση του Εφετείου για μη απαγγελία της ακυρότητας που δημιουργήθηκε από ελλείψεις του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Ούτε άλλωστε, ο αναιρεσείων επικαλείται στην έκθεση αναιρέσεως ότι περιέλαβε στην έφεσή του ειδικό λόγο για την απόρριψη της συναφούς ενστάσεώς του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παράλειψη που καθιστά τον σχετικό λόγο αναιρέσεως και εξ αυτού απαράδεκτο. Περαιτέρω ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία την περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ένσταση του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσείων Χ3 δεν υπέβαλε παρόμοια ένσταση στο Τριμελές Εφετείο, ούτε αυτό απέρριψε με οποιαδήποτε αιτιολογία την ένσταση αυτή.

Η σχετική δε με το ζήτημα αυτό απόφαση αφορά μόνο την ένσταση που υποβλήθηκε από τον παραιτηθέντα από την αίτηση αναιρέσεως κατηγορούμενο Χ2

V. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 ΠΚ, που προβλέπει την αναδρομική εφαρμογή του ηπιότερου νόμου, όταν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερος νόμος θεωρείται εκείνος, ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από κάθε μία από αυτές. Εάν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης.

Στην προκείμενη περίπτωση η κατοχή λαθρεμπορεύματος ουδόλως αποποινικοποιήθηκε από τον νέο Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (Ν. 2960/01). Ως λαθρεμπορία, θεωρείται, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω (παρ.ΙΙΙ), τόσο κατά τις διατάξεις σε ισχύ τελευταίου αυτού νόμου, όσο και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ν.1165/1918, πλην άλλων, και η κατοχή και μόνο εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση, κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική τους προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο.

Επίσης, τόσο οι διατάξεις του ν. 1165/1918, όσο και οι αντίστοιχες του ν. 2960/01, προβλέπουν την ίδια ποινή, δηλαδή φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, όταν η πράξη διαπράχθηκε υπό τριών ή περισσοτέρων μαζί, όπως στην προκειμένη περίπτωση (άρθρα 102 παρ.1 στοιχ. Β β του ν. 1165/18 και 157 παρ.1 στοιχ. β, περ. β του ν. 2960/01). Μόνο ως προς την επιβολή χρηματικής ποινής, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας ο Ν. 2960/01 είναι επιεικέστερος (αφού επιβάλλεται χρηματική ποινή, ίση μόνο με την αξία cif των δημευθέντων, χωρίς τις προσαυξήσεις), περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού τα αντικείμενα της λαθρεμπορίας δημεύθηκαν και, συνεπώς, δεν επιβλήθηκε χρηματική ποινή.

Στην συγκεκριμένη (in concreto), επομένως, υπόθεση, οι διατάξεις του μεταγενέστερου Ν. 2960/01 δεν ήταν ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα και, συνεπώς, ορθώς το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε τον νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, οι διατάξεις του οποίου προσιδιάζουν περισσότερο στην υπόθεση.

Ανεξαρτήτως, επομένως, του ότι ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι κατά το χρόνο εκδίκασης της αποδιδόμενης σε αυτούς αξιόποινης πράξεως ίσχυε ο Ν. 2960/2001, ο οποίος ρητώς στο άρθρο 184 αυτού ορίζει την κατάργηση των διατάξεων του ν. 1165/1918 και "ως εκ τούτου αποποινικοποιεί τα αδικήματα των οποίων η αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση περιγράφονται στις οικείες διατάξεις τους...", ως λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, κατά τα προαναφερθέντα, η αιτίαση αυτή εκτιμώμενη και ως αυτοτελής λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Ε ΚΠΔ, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. VI. Μετά από αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και η δικαστική δαπάνη του παρισταμένου ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 6-12-2006, 8-12-2006 και 8-12-2006 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως των Χ2 , Χ3 και Χ1, οι οποίες στρέφονται κατά της 554/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ