Supreme Court allows appeal against auction ranking, ruling lower court misapplied Civil Procedure Code on correction rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the first ground of appeal filed by the Greek State against the District Court's decision on a creditor ranking list. The State argued that an employee lacked the legal authority to correct the initial ranking list and re-rank the private company's claim. The Court held that the lower appellate court incorrectly applied Article 974 of the Civil Procedure Code regarding the validity of such corrections, thereby overturning the final judgment that had favored the private entity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974, 559, 580, 176, 183, 191 of the Civil Procedure Code; The court established that a correction to a creditor ranking list made by a public official after its initial drafting is valid if performed within legal scope, and an appeal based on the lack of authority for such correction must be dismissed if the official acted within their statutory powers.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 931 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 931/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 285/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2013 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/12/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 13/2/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ’ αριθμ. 148/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποίαν το Εφετείο, απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 26-4-2007 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...-4-2007) έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ’ αριθμ. 285/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία το τελευταίο αυτό δικαστήριο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 16-9-2005 (υπ’ αριθμ.
εκθ. καταθ. ...9-2005) ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά του υπ’ αριθμ. .../30-8/2005 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Εορδαίας Α. Τ.-Τ., απέρριψε την ανακοπή ως προς τον δεύτερο των καθ’ ων Προϊστάμενο της ..., δέχθηκε δε αυτήν ως προς το πρώτο των καθ’ ων και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και, μεταρρυθμίζοντας τον προσβαλλόμενο πίνακα, κατέταξε, προνομιακά, ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια, στα 2/3 του πλειστηριάσματος και για το ποσό των 54.797,56 ευρώ, την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ..., και οριστικά και επίσης προνομιακά, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στο 1/3 του πλειστηριάσματος και για το ποσό των 7.478 ευρώ.- Η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 979, 980 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συντάσσει τον πίνακα κατατάξεως και προσκαλεί εγγράφως τον επισπεύδοντα, τον καθού η εκτέλεση και τους αναγγελθέντες δανειστές να λάβουν γνώση αυτού, έτσι ώστε, όποιος έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή κατ` αυτού.
Μετά τη σύνταξη του πίνακα, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απεκδύεται κάθε περαιτέρω εξουσίας και δεν μπορεί να τροποποιήσει αυτεπάγγελτα τον πίνακα και να προβεί σε νέα κατάταξη των δανειστών, χωρίς την ύπαρξη δικαστικής απόφασης, που εκδόθηκε από το δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε σχετική ανακοπή, οπότε και πάλι η διόρθωση ή η μεταρρύθμιση του πίνακα δεν θα γίνει από τον ίδιο, αλλά από το δικαστήριο.
Στην περίπτωση αυτή ο επί του πλειστηριάσματος υπάλληλος το μόνο το οποίο νομίμως μπορεί να πράξει είναι να γνωστοποιήσει τον πίνακα στον δανειστή εκείνο, ο οποίος θίγεται εκ της γενομένης παρατυπίας, εάν δε προηγουμένως δεν τον έχει γνωστοποιήσει σ` αυτόν, οπότε ο τελευταίος θα μπορεί να προσβάλει τον πίνακα με ανακοπή.
Εάν παρά ταύτα ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος προβεί στην σύνταξη τέτοιου διορθωτικού πίνακα, ο διορθωτικός αυτός πίνακας πάσχει απόλυτη ακυρότητα και μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή κατ` άρθρ. 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενο ανάλογα. Τυχόν δε ανακοπή του καταταγέντος με αυτόν τον πίνακα με την οποία διώκει ο τελευταίος την ορθή κατάταξή του είναι μη νόμιμη.
Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία μετά τη σύνταξη του πίνακα και χωρίς να ασκηθεί ανακοπή προέκυψε κάποιο υπόλοιπο πλειστηριάσματος προς διανομή είτε επειδή επακολούθησε αναπλειστηριασμός και προέκυψε μεγαλύτερο πλειστηρίασμα είτε λόγω ικανοποίησης κάποιου δανειστή, που κατατάχθηκε, από τον καθού η εκτέλεση ή από τρίτον ενεχόμενου εις ολόκληρον, με αυτόν και απελευθερώθηκε το ποσόν της κατάταξής του, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος οφείλει να συντάξει νέο συμπληρωματικό πίνακα κατατάξεως, με τον οποίο χωρίς να τροποποιεί τον αρχικό πίνακα, να διανέμει το χρηματικό ποσό που προέκυψε μεταγενέστερα, αυτός δε ο συμπληρωματικός πίνακας θα είναι συνέχεια του αρχικού.
Εξ άλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 974 ΚΠολΔ (ΑΠ 77/2008), που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένως, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Πάντως η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν, κατά τα λοιπά, δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "........αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με επίσπευση της ανακόπτουσας εκπλειστηριάστηκε στις 29-6-2005 µε την .../19-6-2005 έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης της συμβολαιογράφου Εορδαίας Α. Τ.- Τ. ένα ακίνητο ιδιοκτησίας του καθού ο πλειστηριασμός Π. Κ. και συγκεκριμένα ένα οικόπεδο µε οικία και ισόγεια αποθήκη, έκτασης 927 τ.µ, το οποίο βρίσκεται στον οικισμό ...
και στο µε ... ΟΤ, συνορευόμενο βόρεια µε ακίνητο ιδιοκτησίας αγνώστου, νότια µε δημοτική οδό, ανατολικά µε δημοτική οδό και δυτικά µε δημοτική οδό. Η οικία που κείται εντός αυτού είναι εμβαδού 191,277 Τ.µ και η ισόγεια αποθήκη είναι εμβαδού 33,3 τ.µ. Το ακίνητο αυτό ανήκε στον Π. Κ., δυνάμει του υπ’ αριθ..../26-5-2003 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Λ., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα, ενώ δικαιοπάροχος του Π. Κ. ήταν η Σ. συζ. Ν. Α.. Η ανακόπτουσα είχε απαίτηση ύψους 623.823,49 ευρώ εναντίον της Σ. Α. προερχόμενη από σύμβαση εγγυήσεως. Με αίτηση της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης εκδόθηκε η µε αριθ. .../2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Προς εξασφάλιση της απαίτησης της η ανακόπτουσα ενέγραψε, επί του προπεριγραφέντος ακινήτου ιδιοκτησίας τότε της καθής η διαταγή πληρωμής, την 9-5-2003, στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Εορδαίας στον τόμο ..., προσημείωση υποθήκης για ποσό 50.000 ευρώ, την οποία και έτρεψε σε υποθήκη στις 1-10-2003. Μετά την εγγραφή της προσημείωσης η οφειλέτιδα μεταβίβασε το ανωτέρω ακίνητο στον Π.
Κ. και για το λόγο αυτό ο ίδιος κατέστη καθού στην εκτέλεση από την ανακόπτουσα του ενυπόθηκου ακινήτου. Μετά τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου και ενόψει της σύνταξης του πίνακα κατάταξης της ..., µε την µε αριθ.πρωτ..../2005 αναγγελία της ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, ανήγγειλε απαίτηση της κατά της Σ.
Α., ύψους 19.999,25 ευρώ. Στη συνέχεια η συμβολαιογράφος συνέταξε τον µε αριθ. .../2005 πίνακα κατάταξης και κατόπιν τον µε αριθ. .../2005 προσβαλλόμενο διορθωτικό πίνακα κατάταξης και αφού αφαίρεσε τα έξοδα εκτέλεσης κατέταξε: 1) Την ... στο 1/3 του προς διανομή εκπλειστηριάσματος, για το ποσό των 13.280,52 ευρώ προνομιακά, 2) Την ...;
στο 1/3 του προς διανομή εκπλειστηριάσματος, για το ποσό των 7.478 ευρώ προνομιακά και 3) την ανακόπτουσα για το υπόλοιπο των 2/3 του εναπομείναντος εκπλειστηριάσματος, για το ποσό των 41.517,04 ευρώ, προνομιακά και οριστικά. Σύμφωνα όμως µε τα παραπάνω στην µμείζονα σκέψη της παρούσας αναφερόμενα, εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο και ειδικότερα η ...
ήταν δανειστής της ενοχικώς ευθυνομένης οφειλέτιδας Σ. Α. και όχι του εμπραγμάτως ευθυνόµενου τρίτου Π. Κ. δεν είχε δυνατότητα αναγγελίας στον πλειστηριασμό που επισπεύστηκε από την ανακόπτουσα ενυπόθηκη δανείστρια σε βάρος τρίτου κυρίου του ενυπόθηκου ακινήτου. Κατά συνέπεια η αναγγελία της ... ήταν µη νόμιμη και για τον λόγο αυτό δεν έπρεπε να καταταγεί αυτή στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης.
Κατόπιν αυτών το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που μεταρρύθμισε τον πίνακα κατάταξης και κατέταξε µόνο την ... προνομιακά και οριστικά στο 1/3 του εκπλειστηριάσματος για το ποσό των 7.478 ευρώ και για μερική ικανοποίηση της απαίτησης του και την ... ΑΕ, εφεσίβλητη, που εδρεύει στην Αθήνα, στο υπόλοιπο των 2/3 του εναπομείναντος εκπλειστηριάσματος, προνομιακά ως έχουσα πρώτη υποθήκη, για το ποσό των 54.797,56 ευρώ, για μερική εξόφληση της απαίτησης της και όχι τη ...
κατά τα προδιαληφθέντα, ορθά κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εξετίµησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από το εκκαλούν κρίνονται αβάσιμά και απορριπτέα.". Από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του προκύπτει, ότι το Εφετείο, δέχθηκε, όπως και το πρωτοδίκως δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης με την υπ’ αριθμ. 285/2006 οριστική απόφασή του, ότι ήταν νόμω βάσιμη η από 14-9-2005 ανακοπή της αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία δίωκε την μεταρρύθμιση του με αυτήν (ανακοπή) προσβαλλομένου υπ’ αριθμ. .../30-8-2005 πίνακα κατατάξεως της επί του πλειστηριασμού υπάλληλου συμβολαιογράφου Εορδαίας Α.
Τ. - Τ., με τον οποίον η τελευταία, αυτοβούλως, προέβη στην διόρθωση του αρχικώς υπ’ αυτής συνταγέντος υπ’ αριθμ. .../29-7-2005 πίνακα κατατάξεως δανειστών και ακολούθως στην κατάταξη της αναιρεσίβλητης στο επιτευχθέν, κατά τον πλειστηριασμό του προαναφερομένου ακινήτου, πλειστηρίασμα και απέρριψε τον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων και του εφετηρίου του αναιρεσείοντος, πρωτοδίκως, με τις προτάσεις του και κατ’ έφεση, με τον πρώτο λόγο εφέσεως, προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η ανακοπή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, για τον λόγο, ότι, μετά την σύνταξη του ως άνω αρχικού πίνακα κατατάξεως, η εν λόγω επί του πλειστηριασμού υπάλληλος δεν εδικαιούτο, να προβεί στην διόρθωσή του με τον προσβαλλόμενο διορθωτικό πίνακα και ακολούθως στην κατάταξη της αναιρεσίβλητης και τον περιορισμό της αναγγελθείσης απαιτήσεως του αναιρεσείοντος.
Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο εσφαλμένως εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 974 ΚΠολΔ και επομένως, ο πρώτος, κατ’ εκτίμηση, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αρ. 8 του αυτού άρθρου) λόγος της αιτήσεως, με τον οποίον το αναιρεσείον προβάλλει την περί τούτου αιτίαση, είναι βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την, κατά τα εκτεθέντα, αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεδομένου ότι δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό η από 26-4-2007 (υπ’ αριθμ.
εκθ. καταθ. ...-4-2007) έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και αφού γίνει δεκτή αυτή (έφεση) κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 285/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και να απορριφθεί η από 16-9-2005 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...9-2005) ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του υπ’ αριθμ. .../30-8/2005 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Εορδαίας Α.
Τ.-Τ.. Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ Ν. ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 148/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 26-4-2007 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...-4-2007) εφέσεως του καθ’ ου η ανακοπή- αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 285/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης.
Δέχεται την ως άνω έφεση. Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 285/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης.
Απορρίπτει την από 16-9-2005 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ...9-2005) ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του υπ’ αριθμ. .../30-8/2005 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Εορδαίας Α. Τ.-Τ..
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ