Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination due to economic reasons, citing vague grounds and lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court's judgment terminating a labor contract for economic reasons. The appellant argued the termination was abusive and contradicted the court's own findings regarding the company's financial difficulties and hiring practices. The court rejected these claims because the appeal failed to specify the factual circumstances necessary to prove the abuse of right or the contradiction in the lower court's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 94(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal for abuse of right when the appellant fails to specify the factual circumstances constituting the abuse or the specific contradiction in the lower court's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 931 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 931/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρεία", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Φ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπέλλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 898/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4806/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 27 - 4 - 2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 8-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, το άρθρο 665 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ, το οποίο όριζε ότι ‘ ‘ Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή’ ‘ , καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (άρθρα 591-681Δ’ ) του ΚΠολΔ και παρατίθενται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591-645.
Εξάλλου, το άρθρο ένατο του ως άνω κεφαλαίου του ν. 4335/2015, με τον τίτλο ‘ ‘ μεταβατικές και άλλες διατάξεις’ ‘ ορίζει στην μεν παράγραφο 2 ότι ‘ ‘ Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές’ ‘ , στη δε παράγραφο 4 ότι ‘ ‘ Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016’ ‘ .
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ, ‘ ‘ Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο’ ‘ , ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 24 του ίδιου Εισ.
Ν., ‘ ‘ Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12’ ‘ . Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1-1-2016 σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται πλέον μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο, όπως γινόταν υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 665 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έπαυσε να ισχύει από 1-1-2016.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (Ολ ΑΠ 13/2008). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1, 498 παρ. 1 και 621 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά το νόμο 4335/2015, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ο αναιρεσίβλητος Κ. Φ. δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπέλλο (με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ), στον οποίο, με την από 23-2-2017 εξουσιοδότηση, χορήγησε πληρεξουσιότητα για να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Η εν λόγω πληρεξουσιότητα, που δόθηκε μετά την 1-1-2016, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος να θεωρείται δικονομικά απών. Από την .../5-11-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Α., σε συνδυασμό με την από 5-11-2015 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος εγγράφου από τον αξιωματικό υπηρεσίας του Α.Τ.
Τάξης Άνω Λιοσίων και την από 6-11-2015 βεβαίωση περί αποστολής συστημένης επιστολής, που υπογράφεται από την ανωτέρω δικαστική επιμελήτρια, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 4806/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω απ` αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο της 19-1-2016, επιδόθηκε με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στον αναιρεσίβλητο νομίμως και εμπροθέσμως.
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17-5-2016 και από την τελευταία για τη δικάσιμο της 28-2-2017. Επομένως, εφόσον δεν απαιτείται νέα κλήτευση του αναιρεσιβλήτου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 εδ.
β’ ΚΠολΔ), πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 621 παρ. 2 ΚΠολ.Δ.
2. Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής σύµβασης εργασίας έχουν άµεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασµό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συµβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόµο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε.
νοµοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ` αυτές από την, ως άνω, διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε., ως προς το κανονιστικό τους µέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού νόµου. Για το λόγο αυτό δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νόμιμων αποδοχών του εργαζόμενου, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.
α` ΚΠολΔ, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη µεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελµα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ίδιου ως άνω ν. 1876/1990, οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συµβάσεις εργασίας (επομένως και οι εξομοιούμενες µ’ αυτές, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του ίδιου νόµου, διαιτητικές αποφάσεις) δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι µέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύµβαση εργασίας ατοµικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύµβαση εργασίας µε κοινούς εξουσιοδοτημένους εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του εν λόγω νόµου.
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 11 του ίδιου νόµου, µε απόφασή του, που εκδίδεται µετά από γνώµη του Ανώτατου Συµβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας µπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύµβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Η επέκταση οµοιοεπαγγελµατικής συλλογικής σύµβασης εργασίας δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, µε την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10, κατά την οποία κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύµβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής µε ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύµβαση εργασίας.
Ακόµη, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 11, την επέκταση µπορεί να ζητήσει και αρµόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών µε αίτησή της, που υποβάλλει στον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Υπουργού και, στην περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από την ημερομηνία υποβολής της.
Από τις ως άνω παρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι η συλλογική σύµβαση εργασίας ισχύει µόνο έναντι των µελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, αν δε αυτή επεκτάθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύµβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν µε τις δραστηριότητές τους να είναι µέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή τους.
Την επέκταση µπορεί να ζητήσει και η αρµόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών µε αίτησή της προς τον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση αυτή ισχύει από τη χρονολογία εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού (όχι αναδρομικώς) και, στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει αίτηση, από τη χρονολογία υποβολής της.
Ειδικότερα, ο χρόνος διάρκειας της δεσμεύσεως από την κηρυσσόµενη ως γενικώς υποχρεωτική συλλογική σύµβαση εργασίας ταυτίζεται µε το χρόνο ισχύος της τελευταίας, αρχίζει όµως όχι από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος αυτής, αλλά από το χρόνο (χρονολογία) δημοσιεύσεως της σχετικής υπουργικής αποφάσεως, η οποία επεκτείνει την ισχύ της, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε η εν λόγω υπουργική απόφαση αποκτά νοµική ισχύ.
Ακόµη, αν η κήρυξη ως υποχρεωτικής της κλαδικής ή οµοιοεπαγγελµατικής Σ.Σ.Ε. αποφασιστεί ύστερα από αίτηση αρµόδιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 1876/1990, τότε η έναρξη της δεσμεύσεως από την επέκταση αρχίζει από τη χρονολογία υποβολής της εν λόγω αιτήσεως. Τέλος, ενόψει και της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι η απόφαση του διαιτητή εξομοιώνεται µε συλλογική σύµβαση εργασίας και ισχύει από την εποµένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση, για την κατάθεση και την έναρξη της τυπικής ισχύος των διαιτητικών αποφάσεων, σε περίπτωση κηρύξεώς τους ως γενικώς υποχρεωτικών, εφαρμόζονται κατ` αναλογία όλες οι παραπάνω διατάξεις που αφορούν τις Σ.Σ.Ε.
Ενόψει αυτών η ιδιότητα του µέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής.
Το στοιχείο αυτό όµως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των Σ.Σ.Ε., δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζόμενου ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τη ΣΣΕ, ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, κατ’ επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδ.
β’ ΚΠολΔ, και να αποδείξει, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τούτο, όμως, δεν απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία η ισχύς της ΣΣΕ ή ΔΑ, στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα πιο πάνω, με την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση, και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή της, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ για το προηγούμενο της κηρύξεως της ΣΣΕ ή ΔΑ, ως γενικώς υποχρεωτικής, χρονικό διάστημα ισχύει η αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα ΣΣΕ ή ΔΑ, που ήδη είχε κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική από το χρόνο κηρύξεώς της ως γενικώς υποχρεωτικής.
Περαιτέρω, στοιχεία της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη, κατ’ άρθρο 216 παρ. 1α’ ΚΠολΔ, με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλα οφειλόμενα από την εργασιακή σύμβαση ποσά, όπως προσαυξήσεις νυχτερινής εργασίας, αμοιβή υπερεργασίας, νόμιμης ή παράνομης υπερωριακής εργασίας κλπ, είναι η σύμβαση εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα, τούτο δε ισχύει και επί αγωγής οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου εργαζόμενου υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 40 ωρών, με την οποία ασκούνται τέτοιες αξιώσεις σύμφωνα με τις παρακάτω αναφερόμενες διατάξεις.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του β.δ. της 28.1/4.2.1938 " περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (ΦΕΚ Α` 35), τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (Α`, Β`, Γ`), από τις οποίες, η κατηγορία Α` περιλαμβάνει ‘ ‘ τα μη εξυπηρετούντα ορισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία)’ ‘ , στη Β` κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κ.λ.π.
και στην κατηγορία Γ` τα φορτηγά των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 του πιο πάνω β.δ., η απασχόληση των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων Γ` κατηγορίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, παρά μόνο καθ` ό μέτρο κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας, σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας, κατά δε το το β.δ. 882/1961 και λόγω συσσωρεύσεως εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί δίωρο ημερησίως (πέραν δηλαδή του οκταώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ` ανώτατο όριο.
Εξάλλου, από το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1976 προκύπτει, ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ν.δ. 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει από την πρώτη ώρα πέραν των απαιτήσεών του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου του.
Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της 12/1984 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984, ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/1985 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29/11/1985) με την ΥΑ 19533/1985 (ΦΕΚ Α’ 179 ), καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων.
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14.2.1984 Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/1984 (ΦΕΚ Β`81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή της υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25 %), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.
Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ν.δ. 515/1970 αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.
Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 3385/2005, που αντικατέστησε το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, που ίσχυσε έως 30-9-2005, ορίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι: 1) Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να ασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).
Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, η υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η), 2) Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.
Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα... 3) Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.
Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4) Κάθε ώρα υπερωρίας για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5) Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, αν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης. Έτσι, κατ’ αρχήν, η επί οκτάωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας ανάπαυσης (Κυριακή) ή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως λόγω εξάντλησης του πενθημέρου (Σάββατο), απαγορευόμενη από κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις άνω ημέρες, υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ` αυτές εργασθέντα μισθωτό, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου και δη λόγω γάμου, τέκνων, προυπηρεσίας κλπ, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 671/2016, 864/2015, 191/2011).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωση αυτής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος ή, αν αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος. Αν, όμως, το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά, τότε ιδρύεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1409/2014, 2048/2013).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 4-3-2010 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτή παραδεκτά συμπληρώθηκε με τις προτάσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσον αφορά την κατηγορία της άδειας ικανότητας οδήγησης που αυτός κατείχε, ο τελευταίος εξέθεσε σ’ αυτή, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στις 19-6-2008 μεταξύ αυτού και του νομίμου εκπροσώπου της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τεχνικής εταιρείας, η οποία έχει ως αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας την ανάληψη και κατασκευή δημοσίων έργων, προσελήφθη για να εργασθεί στην επιχείρηση αυτής με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγών αυτοκινήτων, άνω των 13 τόνων, κατέχοντας άδεια οδήγησης Β’ και Γ’ κατηγορίας, αφού προηγουμένως την ενημέρωσε ότι είναι έγγαμος και έχει τριετή προϋπηρεσία ως οδηγός, με ωράριο εργασίας από 07.00 έως 15.00 και με καθεστώς πενθήμερης εργασίας.
Ότι εργάσθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης με την ως άνω ιδιότητα μέχρι τις 7-1-2010, που η τελευταία κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του, όλες τις ημέρες της εβδομάδας, με ωράριο εργασίας τις καθημερινές από 06.00 έως 19.00, δηλαδή πέντε ώρες πέραν του νομίμου ωραρίου ημερησίως και 65 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ τα Σάββατα εργαζόταν από ώρα 06.00 έως 23.00 και τις Κυριακές από ώρα 06.00 έως 24.00, χωρίς στην τελευταία περίπτωση να λαμβάνει άλλη ημέρα ανάπαυσης.
Ότι από της προσλήψεώς του μέχρι τις 7-1-2010, που ο νόμιμος μισθός του ανερχόταν σε 1284,50 ευρώ, πραγματοποίησε τις αναφερόμενες ώρες υπερεργασίας, παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και εδικαιούτο τα αναφερόμενα αναλυτικά σ’ αυτή (αγωγή) ποσά, πλην όμως η εναγομένη του κατέβαλε μικρότερη αμοιβή απ’ αυτή που εδικαιούτο.
Ζήτησε δε με αυτή ο αναιρεσίβλητος, όπως το αίτημά της παραδεκτά περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας, με βάση τη σύμβαση εργασίας του, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει το ποσό των 44.466,08 ευρώ, ως αμοιβή για υπερεργασία, αποζημίωση λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, νυχτερινής εργασίας, εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και στέρησης της αναπληρωματικής ημέρας αναπαύσεως σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας.
Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τους αριθμούς 14, άλλως 8, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την από 4-3-2010 αγωγή του αναιρεσιβλήτου όσον αφορά την αμοιβή που ζητεί ως διαφορές αποδοχών για τις ανωτέρω αξιώσεις, άλλως για λήψη από το δικαστήριο της ουσίας υπόψη περιστατικών που δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο.
Όμως, η αγωγή, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχονται σ’ αυτή όλα τα, κατά τα ανωτέρω, αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία και ειδικότερα αναφέρεται σ` αυτή ότι ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την αναιρεσείουσα στις 19-6-2008, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων στα δημόσια έργα που η αναιρεσείουσα ανώνυμη τεχνική εταιρεία είχε αναλάβει στο νομό Αττικής, γνωστοποιώντας εξαρχής στην αναιρεσείουσα τα τυπικά προσόντα του, δηλαδή ότι ήταν κάτοχος άδειας Γ` επαγγελματικής κατηγορίας, την οικογενειακή του κατάσταση και προϋπηρεσία, ότι εργάσθηκε στην αναιρεσείουσα ως οδηγός φορτηγών οχημάτων ωφέλιμου φορτίου άνω των 13.000 Κg, ότι εργάζονταν καθ` όλη τη διάρκεια της εβδομάδας , τις αναλυτικά αναφερόμενες ώρες εργασίας κάθε ημέρα και τις νύκτες καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση ποιες στην πραγματικότητα ΣΣΕ ή ΔΑ οφείλονταν ή όχι τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή ποσά, κατ’ αυτεπάγγελτη εφαρμογή των εν λόγω ΣΣΕ ή ΔΑ, την εφαρμογή των οποίων επέσυραν τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οπότε δεν ήταν αναγκαία η αναφορά των ΣΣΕ ή ΔΑ, που είχαν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας (και την προσβαλλόμενη απόφαση), σ’ αυτές ουδεμία μνεία γίνεται ότι η τελευταία αμφισβήτησε την ιδιότητα αυτής ή του αναιρεσίβλητου ως μελών των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες συνήψαν τις ΣΣΕ που καταρτίσθηκαν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και αφορούσαν τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη περιστατικά που δεν αναφέρονταν στην αγωγή για το ορισμένο αυτής, εφόσον από το δικόγραφό της προέκυπτε ότι η αναιρεσείουσα είναι ανώνυμη τεχνική εταιρεία και τα φορτηγά αυτοκίνητά της, κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 του β.δ. 28-1/4-2-1938, υπάγονται στη Γ’ κατηγορία, περιστατικό, άλλωστε, που παραδεκτά συμπλήρωσε ο αναιρεσίβλητος και με τις έγγραφες προτάσεις του, κατ’ άρθρο 224 εδ.
β’ ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε. Δεν ήταν δε αναγκαίο στοιχείο της αγωγής ο προσδιορισμός της κατηγορίας που υπαγόταν τα αυτοκίνητα που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος. Στην ένδικη αγωγή δεν αναφέρεται πράγματι αν ο αναιρεσίβλητος είχε τέκνο, ώστε να δικαιούται το επίδομα 5% που ζητούσε επί του βασικού του μισθού με αυτή.
Όμως, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ’ ουσία το σχετικό επίδομα, οπότε η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση αναίρεσης κατά το σκέλος αυτό. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε αυτή παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου, αλλά και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος ως προς την αιτίαση ότι η αγωγή είναι αόριστη γιατί δεν αναφέρεται αν ο ενάγων είχε τέκνα και αβάσιμος ως προς τις λοιπές αιτιάσεις.
4. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2016, 7/2014, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ ΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι αυτή εσφαλμένα εφάρμοσε το β.δ. 882/1961 σε συνδυασμό με το άρθρο 904 ΑΚ, δεχόμενη ότι οι κατ’ εξαίρεση και οι παράνομες υπερωρίες του ενάγοντος όλες τις ημέρες της εβδομάδας, όταν υπερβαίνουν το δεκάωρο πρέπει να αμείβονται βάσει του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 435/1976 και όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν συνυπολογίζονται στο ημερομίσθιο τα επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κλπ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ώρες που εργάσθηκε ο ενάγων καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου των 8 ωρών ημερησίως, ως προς το νόμιμο ή καταβαλλόμενο μισθό αυτού και τα ποσά που επιδίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση και παράνομες υπερωρίες, ώστε από τον έλεγχο των παραδοχών αυτών να κριθεί η βασιμότητα ή μη του ως άνω λόγου αναίρεσης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ . 2 του ΑΚ, η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, δεν είναι απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται, όπως και πριν, τις υπηρεσίες του μισθωτού και, αν καταστεί υπερήμερος περί την αποδοχή τους, υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού. Ειδικά επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή τη μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της, η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και της αγοράς. Η καταγγελία όμως της εργασιακής σχέσης παραμένει το έσχατο μέσο αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχείρησης και τα δικαστήρια, με ευρεία χρήση του ελέγχου της καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη, μπορούν να ελέγξουν αν η καταγγελία ήταν αναπόφευκτη ή θα ήταν δυνατή για τον εργοδότη η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (στα πλαίσια της ανέλεγκτης αποφάσεώς του για αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησής του) με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέτρων, όπως η απασχόληση του μισθωτού σε άλλη θέση, η μερική απασχόληση, ακόμη και με τη χρήση της λεγόμενης τροποποιητικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
Η επιλογή προς απόλυση του συγκεκριμένου μισθωτού πρέπει και αυτή να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ και από την άποψη αυτή ελέγχεται αναιρετικώς. Επί δε αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ` υποφορά να προβληθεί με την αγωγή.
Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος και την καθιστούν καταχρηστική, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, δεν αποτελεί ένσταση, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αποτελούσας βάση της αγωγής καταχρηστικότητας της καταγγελίας (ΑΠ 1404/2014, 2093/2014, 2234/2013).
Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (ΑΠ 1694/2012 ).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή αντιφάσεις που προσάπτονται στις εν λόγω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 25/2005, 319/2017, 1184/2015).
Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ειδικότερα ότι αυτή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 ΑΚ, καθόσον εσφαλμένα δεν εφάρμοσε αυτή, παρά τις παραδοχές της για ύπαρξη οικονομικών δυσκολιών αυτής, οι οποίες την οδήγησαν στη διαδικασία της συνδιαλλαγής, και παρά το γεγονός ότι τον ισχυρισμό περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος για οικονομοτεχνικούς λόγους τον προέβαλε παραδεκτά τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Εφετείου και ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέσθηκε κάποιο από τα κριτήρια, με βάση τα οποία δεν θα καθίστατο αναπόφευκτη η καταγγελία ή θα ήταν δυνατή η αναδιάρθρωση της επιχείρησής αυτής με τη λήψη ηπιότερων μέσων.
Περαιτέρω, κατά την αναιρεσείουσα η προσβαλλόμενη απόφαση έχει και αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού της, διότι ενώ δέχεται ότι αυτή αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και κατόπιν αιτήσεώς της κινήθηκε η διαδικασία υπαγωγής της στο άρθρο 99 του ν. 3588/2007, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι η αναιρεσείουσα απασχολούσε μεγάλο αριθμό εργαζομένων παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, πέραν του ότι οι αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής, όπως είναι ο ισχυρισμός περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης για οικονομοτεχνικούς λόγους, δεν αποτελεί ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ’ ουσία παραδοχή της αγωγής ως προς την καταχρηστικότητα της γενόμενης από μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Εξάλλου, δεν επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη διαλαμβανόμενες κατά τα προεκτεθέντα) οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 λόγου αναίρεσης. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο τα εξής:’ ‘ Ότι η εναγομένη αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και κατόπιν αιτήσεώς της τέθηκε σε διαδικασία συνδιαλλαγής, αλλά πλην του ενάγοντος και δύο άλλων συναδέλφων του (οδηγών), ο ένας εκ των οποίων είχε αναπτύξει συνδικαλιστική δράση, στη θέση των οποίων αμέσως μετά την απόλυσή του προσέλαβε άλλους εργαζόμενους, δεν αποδείχθηκε ότι απολύθηκαν άλλοι εργαζόμενοι λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αυτή επικαλείται.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι απασχολούσε μεγάλο αριθμό εργαζομένων’ ‘ . Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 6. Ενόψει όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί. Έξοδα δεν θα επιδικασθούν υπέρ του αναιρεσιβλήτου λόγω της ερημοδικίας αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-4-2015 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ... ΑΕ’ ‘ για αναίρεση της 4806/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ