Legislator Case Law & Legislation
931/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's property ownership ruling due to insufficient legal reasoning.

Case Number 931/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court violated substantive law by failing to verify the legal basis for the respondent's derivative acquisition of title. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the sources of the respondent's ownership and the lack of privity of title, thus overturning the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1710, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 1033, 1094 of the Civil Code; An appeal is admissible when the lower court fails to establish the legal prerequisites for derivative acquisition of property ownership or provides insufficient reasoning regarding the source of title.

Keywords

AI generated
derivative acquisition of title insufficient legal reasoning property ownership dispute Civil Code provisions appeal admissibility privity of title derivative ownership

Cited Legislation

AI generated
Articles 1710, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199, 1033, 1094 of the Civil Code
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 931 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 931/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Βελάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο, ότι εκ παραδρομής γράφτηκε το πατρώνυμο του αναιρεσείοντος Χ. αντί του ορθού "Ι.".

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Ο. του Β., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Στυλιανός Σταματόπουλος δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη Χ. Ο., απεβίωσε στις 3-4-2010 και κληρονομήθηκε από την Μ. συζ. Π. Ν., το γένος Χ. Ο., η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-8-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 12-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τους πρώτο και δεύτερο λόγους της.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα και προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 323/2009 απόφασης του Εφετείου Θράκης, (με κατάθεσή της την 1η-9-2009), απεβίωσε στις 3-4-2010 η αναιρεσίβλητη, η οποία δυνάμει της .../2006 δημόσιας διαθήκης της, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Χρυσούπουλης Καβάλας Δήμητρας Τσενεκίδου-Ράλλη και δημοσιεύθηκε με το 238/9-7-2010 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο επί του επιδίκου ακινήτου (ισογείου καταστήματος) την Μ.

σύζ. Π. Ν.. Η τελευταία με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα το γεγονός του θανάτου της ανωτέρω αναιρεσίβλητης και ταυτόχρονα δήλωσε, ότι συνεχίζει για εκείνη τη διακοπείσα δίκη.

Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη. 2.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου . Έτσι, αν η διεκδικητική αγωγή ακινήτου, με την οποία ο ενάγων ζητεί την προστασία της κυριότητάς του επί ακινήτου πράγματος, στηρίζεται σε κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο (σύμβαση, κληρονομική διαδοχή), πρέπει να αναφέρονται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση που την δέχεται ως ουσιαστικά βάσιμη, και ότι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είχε στην πλήρη κυριότητά της ένα αστικό ακίνητο (οικόπεδο) άρτιο και οικοδομήσιμο, εμβαδού κατά νεώτερη καταμέτρηση, 387,50 τ.μ, που βρισκόταν επί της οδού ..., του Δήμου Χρυσούπολης Καβάλας, και συνόρευε βόρεια με την οδό ..., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ., Β., Τ., ανατολικά με ιδιοκτησία Π.

και Τ. και δυτικά με ιδιοκτησία Ο.. Το ως άνω οικόπεδο προήλθε από τη συνένωση τριών μικρότερων αστικών ακινήτων και συγκεκριμένα: α) ενός οικοπέδου εμβαδού 162,81 τ.μ, β) ενός οικοπέδου, εμβαδού 16,81 τ.μ και γ) ενός οικοπέδου, εμβαδού 200,00 τ.μ. Τα ανωτέρω μικρότερα ακίνητα περιήλθαν στην πλήρη κυριότητα της ενάγουσας:

με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα τα υπό στοιχεία α' και β' ακίνητα, δυνάμει του .../14-4-1971 διανεμητηρίου συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Χρυσούπολης Παναγιώτη Προέδρου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χρυσούπολης, ενώ το υπό στοιχείο γ' ακίνητο, κατά ποσοστό 6/16 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του .../23-6-1965 συμβολαίου δωρεάς του τέως συμβολαιογράφου Χρυσούπολης Ιωάννη Παντού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χρυσούπολης, κατά ποσοστό 7/16 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει .../23-6-1965 συμβολαίου πωλήσεως του τέως συμβολαιογράφου Χρυσούπολης Ιωάννη Παντού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χρυσούπολης και κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της .../16-1-1960 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του τέως συμβολαιογράφου Χρυσούπολης Εμμανουήλ Μακαρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χρυσούπολης.

Στο μείζον οικόπεδο η ενάγουσα ανήγειρε δυνάμει των με αριθμούς .../2-6-1965, .../22-10-1965 και .../26-1-1976 οικοδομικών αδειών μία τριώροφη οικοδομή, η οποία αποτελείται από ισόγεια καταστήματα και από διαμερίσματα στους τρεις ορόφους αυτής. Αντίστοιχα ο αδερφός της, που είχε στην πλήρη κυριότητά του όμορο με την ιδιοκτησία της ενάγουσας, οικόπεδο, ανήγειρε έτερη τριώροφη οικοδομή σε αυτό.

Στον ίδιο η ενάγουσα παρείχε την πληρεξουσιότητα να διαχειρίζεται την ως άνω ακίνητη περιουσία της. Ο τελευταίος, ο οποίος κατά το έτος 1960 διατηρούσε εργαστήριο ειδών ζαχαροπλαστικής, απασχόλησε, ως εργάτη, σ' αυτό τον εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος τότε ήταν έφηβος, και τον ανέλαβε υπό την προστασία του.

Περαιτέρω περί το έτος 1973, που ο ίδιος (αδερφός της ενάγουσας) άλλαξε επαγγελματική δραστηριότητα ζήτησε από την ενάγουσα να παραχωρήσει ένα ισόγειο κατάστημα της ως άνω οικοδομής της, εμβαδού 38,31 τμ, χωρίς αντάλλαγμα, στον εναγόμενο, ώστε αυτός να το χρησιμοποιήσει ως έδρα της ατομικής επιχείρησης ειδών ζαχαροπλαστικής, που προτίθετο να λειτουργήσει.

Η ενάγουσα, κατόπιν της παράκλησης αυτής του αδερφού της, παραχώρησε τη χρήση του εν λόγω ακινήτου στον εναγόμενο, ο οποίος, αφού αγόρασε τα λιγοστά μηχανήματα, που υπήρχαν από την επιχείρηση του αδερφού της ενάγουσας, καθώς και νέα μηχανήματα με δικές του δαπάνες, έκανε ατομική σύνδεση με τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού και άρχισε να το χρησιμοποιεί για το σκοπό που το προόριζε, όπως και την επέκτασή του κατά 20 τμ., που έγινε κατά το έτος 1977, μετά από άδεια, που εξέδωσε η ενάγουσα το έτος 1976.

Επίσης κατά το έτος 1988 η ενάγουσα παραχώρησε στον εναγόμενο, χωρίς αντάλλαγμα, και κατόπιν προφορικής συμφωνίας, και ένα διαμέρισμα, κυριότητάς της, στο δεύτερο όροφο της ίδιας οικοδομής. Το διαμέρισμα αυτό το παρεχώρησε η ενάγουσα πάλι, κατόπιν παράκλησης του αδελφού της, ο οποίος, όχι μόνο είχε αναπτύξει και διατηρούσε πλέον μια αγαστή σχέση με τον εναγόμενο, αλλά είχε συνδεθεί μαζί του και με δεσμούς κουμπαριάς.

Το διαμέρισμα αυτό, το οποίο ήταν ημιτελές και συγκεκριμένα στο στάδιο των επιχρισμάτων, ο εναγόμενος, αφού το αποπεράτωσε με δικά του έξοδα, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του και κατοικεί σ' αυτό μέχρι και σήμερα. Κατά το χρόνο, όμως, της παραχώρησης της χρήσης των ως άνω ακινήτων, η οποία έγινε προς εξυπηρέτηση του εναγομένου, ο οποίος δεν είχε τα οικονομικά μέσα να αποκτήσει αρχικά επαγγελματική στέγη και αργότερα οικογενειακή, δεν μπορούσε να υπάρξει πρόβλεψη και για το χρόνο απόδοσής τους στη ενάγουσα.

Η τελευταία, όμως, θεωρούσε λογικό και δίκαιο να τα αποδώσει ο εναγόμενος, αμέσως, μόλις είχε τη δυνατότητα αυτή και πολύ περισσότερο όταν αποκτούσε σχετικά ακίνητα. Έτσι κατά το έτος 2005 και αφού ο εναγόμενος είχε γίνει κύριος ενός καταστήματος και είχε ανεγείρει με δικά του έξοδα και αποκτήσει κατά κυριότητα μια διώροφη, παρακείμενη των επιδίκων, οικοδομή, η ενάγουσα, δια μέσου του αδελφού της, ζήτησε, προφορικά, από τον εναγόμενο την παράδοση της χρήσης των ως άνω ακινήτων.

Ο τελευταίος αρνήθηκε να τα παραδώσει, ισχυριζόμενος ότι είναι δικά του. Μετά την άρνηση του εναγομένου η ενάγουσα επέδωσε στον εναγόμενο, την 7-2-2006, τις από 3-2-2006 εξώδικες δηλώσεις της, στις οποίες, αφού ανέφερε ότι τα παραπάνω ακίνητα είχαν παραχωρηθεί κατά χρήση στον εναγόμενο, κατόπιν προφορικής σύμβασης χρησιδανείου, για το καθένα, δήλωνε ότι κατήγγειλε αυτές και ζητούσε την απόδοσή τους εντός της τασσομένης, με αυτές, προθεσμίας.

Ο εναγόμενος, ενώ δεν απάντησε γραπτώς στις εξώδικες αυτές δηλώσεις καταγγελίας, αρνήθηκε να τα αποδώσει, παραμένοντας στη χρήση τους και αντιποιούμενος τη νομή της ενάγουσας επί των εν λόγω ακινήτων. Όπως δε διατείνεται με τις προτάσεις του, ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, αλλά και με την έφεσή του, αυτός κατέχει τα επίδικα, δυνάμει άτυπων συμβάσεων πώλησης, που συνήψε με την ενάγουσα, για το μεν κατάστημα το έτος 1973, για το δε διαμέρισμα το έτος 1983 και ότι εξόφλησε ολοσχερώς το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς τους ποσού 40.000 δρχ.

για το πρώτο. από χρήματα που έλαβε από τον πατέρα του, από πώληση δικού του ακινήτου και 80.000 δρχ. για το δεύτερο. Ο εναγόμενος, όμως, δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει κάποια απόδειξη περί καταβολής των σχετικών ποσών, δεδομένου ότι τα ποσά που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε είχαν σημαντική αγοραστική δύναμη κατά τους χρόνους που φέρεται να καταβλήθηκαν και δεδομένης της πρόνοιας, που ο ίδιος επιδεικνύει για την διαφύλαξη άλλων αποδείξεων, όπως εξόφλησης κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, που αφορούν το κατάστημα, μάλιστα από το έτος 1973.

Επίσης ούτε η κατοχή των συναλλαγματικών από τον εναγόμενο, με εκδότη των αδερφό της ενάγουσας και αποδέκτη τον ίδιο, αποδεικνύουν ότι αφορούν εξόφληση τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, αφού τέσσερις από αυτές συνολικού ποσού 40.000 δρχ. φέρουν χρόνο λήξεως το έτος 1975 και η μία εξ αυτών, ποσού 50.000 δρχ. φέρει χρόνο λήξης το έτος 1983, προέκυψε δε ότι ο εναγόμενος προέβη σε εργασίες αποπεράτωσης του διαμερίσματος και εγκατάστασης του σ' αυτό το έτος 1988.

Επιπλέον ο εναγόμενος δεν προβάλει ούτε μία πειστική αιτιολογία για την αδράνειά του να συνταχθούν σχετικά συμβολαιογραφικά έγγραφα αγοράς των εν λόγω ακινήτων, παρά την μεσολάβηση τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος, από το χρόνο που ισχυρίζεται ότι αγόρασε και παρέλαβε στην κατοχή του τα ακίνητα μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Ο ισχυρισμός του ότι η αδράνεια του οφείλεται στο ότι η ενάγουσα τον διαβεβαίωνε ότι του τα κατέλειπε κατά κυριότητα με διάταξη της διαθήκης, που έχει συντάξει, δεν γίνεται πιστευτός, αφού ο ίδιος δεν αναφέρει κάποιο λόγο, για τον οποίο η ενάγουσα θα του τα κατέλειπε με διαθήκη, όπως λ.χ. αναγνώριση των υπηρεσιών φροντίδας, που αυτός της προσέφερε.

Εξάλλου, ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι με τον αδερφό της ενάγουσας είχε στενούς φιλικούς δεσμούς και ότι με την ίδια την ενάγουσα είχε περιορισμένες κοινωνικές επαφές. Με βάση όλα τα προαναφερόμενα και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εναγόμενος κατείχε τα ως άνω ακίνητα δυνάμει συμβάσεων χρησιδανείου, που είχε συνάψει με τον αδερφό της ενάγουσας ως πληρεξούσιό της.

Περαιτέρω, προέκυψε ότι λόγω του ότι τμήματα αμφοτέρων των όμορων οικοδομών επεκτάθηκαν εκατέρωθεν στα όμορα ως άνω οικόπεδα των αδερφών (ενάγουσας και αδελφού της), αυτοί αποφάσισαν με το .../27-1-2006 συμβόλαιο συνένωσης οικοπέδων και ανταλλαγής αδιαίρετων ποσοστών της συμβολαιογράφου Χρυσούπολης Δήμητρας Τσινεκίδου-Ράλλη, που μεταγράφηκε νόμιμα την 20-11-2006 στον τόμο ...

του βιβλίου του υποθηκοφυλακείου Χρυσούπολης, να συνενώσουν τα οικόπεδά τους, με το σύστημα της αμοιβαίας ανταλλαγής αδιαίρετων ποσοστών συγκυριότητας και να συστήσουν οριζόντιες ιδιοκτησίες επί των οικοδομών, που δεν είχαν υπαχθεί σε καθεστώς οροφοκτησίας μέχρι τότε. Στη συνέχεια με το .../27-1-2006 συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χρυσούπολης, διανεμήθηκαν τα αδιαίρετα ποσοστά των ιδιοκτησιών και υπήχθησαν οι επιμέρους, αυτοτελείς, πλέον, οριζόντιες ιδιοκτησίες στο καθεστώς του Ν. 3741/1929.

Από τη διανομή αυτή η ενάγουσα έλαβε στο μείζον πλέον ακίνητο μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών και το ισόγειο επίδικο κατάστημα, το οποίο πλέον φέρει τον αριθμό 6 μ. Αντίθετα το έτερο, διεκδικούμενο από την ενάγουσα ακίνητο, που φέρει πλέον τον αριθμό 4, μετά την συνένωση των οικοπέδων και τη σύσταση των οριζόντιων ιδιοκτησιών στην οικοδομή, φαίνεται ότι μεταβιβάζεται με αυτό κατά πλήρη κυριότητα στη Μαρία θυγατέρα Χ.

Ο.. Από την επισκόπηση, όμως, της δικογραφίας προκύπτει ότι το .../27-1-2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χρυσούπολης Δήμητρας Τσινεκίδου-Ράλλη, μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Χρυσούπολης την 4-12-2006, η δε κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτόδικου Δικαστηρίου την 7-3-2006 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 14-3-2006, ήτοι ασκήθηκε πριν από την μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου, με το οποίο περιερχόταν η κυριότητα στην Μ.

Π. Ν. θυγατέρα Χ. Ο.. Κατά συνέπεια, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, κυρία του επίδικου διαμερίσματος φερόταν η ενάγουσα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την προταθείσα από τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα ένσταση περί ιδίας κυριότητας των επίδικων ακινήτων (ισογείου καταστήματος και διαμερίσματος) για το λόγο ότι μέχρι την 4-12-2006, που υπήχθησαν αυτά σε καθεστώς οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν ήταν δεκτικά χρησικτησίας και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή και, στη συνέχεια, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του πρώτου και δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, κατά παραδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος.

Κρίνοντας το Εφετείο, ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη έγινε κυρία, με παράγωγο τρόπο, των ανωτέρω τριών ακινήτων, από τη συνένωση των οποίων προήλθε το μείζον ακίνητο των 387,50 τ.μ. (οικόπεδο), στο οποίο κτίστηκε η ως άνω τριώροφη οικοδομή με τα επίδικα ακίνητα, παραβίασε τις επικαλούμενες (από τον αναιρεσείοντα) και προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 1199, 1033 και 1094 ΑΚ, αφού αρκέστηκε σε λιγότερες προϋποθέσεις από αυτές που απαιτούνται για την κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο (διανομή, αγορά και κληρονομική διαδοχή) και ειδικότερα δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, (τους οποίους και δεν κατονομάζει), από τους οποίους η ενάγουσα απέκτησε τα προαναφερθέντα τρία αστικά ακίνητα, ήταν κύριοι αυτών.

Περαιτέρω, το Εφετείο με το να αποφανθεί, όπως ανωτέρω, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και, συνεπώς, ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εκ μέρους της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης κτήσης της κυριότητας των ως άνω τριών ακινήτων με παράγωγο τρόπο, αφού δεν αναφέρει ότι οι δικαιοπάροχοί της ήταν κύριοι αυτών.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι σχετικοί, πρώτος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δεύτερος, από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης των προαναφερθέντων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αντίστοιχα.

3.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το ν. 4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 323/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την και ήδη αναιρεσίβλητη Μ. σύζ. Π. Ν. στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ