Legislator Case Law & Legislation
930/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the sworn affidavit was inadmissible due to lack of proper summons.

Case Number 930/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Patras. The appellant argued that the lower court failed to consider a sworn affidavit submitted by the appellant, claiming it was a valid piece of evidence. The court ruled that the affidavit was inadmissible because it lacked specific details such as the number and date of issuance, preventing the proper summons of the opposing parties required by law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; A sworn affidavit submitted without specific identification details and without proper summons of the opposing parties is inadmissible and cannot be considered as evidence.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible evidence sworn affidavit proper summons procedural defect legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1, letter gamma of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 930 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 930/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Κ., κατοίκου Πατρών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Τζαμαλούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Δ., συζύγου Ι. Κ., κατοίκου Πατρών και 2) τελούσας σε κατάσταση πτωχεύσεως ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδόγιαννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 249/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 233/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1274/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 233/2017 απόφαση του Εφετείου Πατρών η οποία ενσωματώνει την 249/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 188/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-3-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 188/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 249/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε απορρίψει την από 28-3-2011 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα του αναφερομένου συμβολαίου μεταβίβασης ακινήτου, κατ' άρθρο 23α του Ν. 2190/1920, να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο ακίνητο αυτό και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του το αποδώσουν. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως εξής: Με την από 28-3-2011 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει να κατασκευάσει, με το σύστημα της αντιπαροχής, οικοδομή επί ενός οικοπέδου ιδιοκτησίας του.

Ότι από την εκτέλεση της σύμβασης αυτής έχει απαιτήσεις κατά της δεύτερης εναγομένης από κατάπτωση ποινικής ρήτρας και από καταβολή εισφορών στο ΙΚΑ, οι οποίες με τους τόκους υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ. Ότι η δεύτερη εναγομένη κηρύχθηκε σε πτώχευση, πλην όμως κατά το διάστημα που προηγήθηκε της πτώχευσης, ο πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου πώλησε στην πρώτη εναγομένη σύζυγό του μία ιδιοκτησία του εργολαβικού ανταλλάγματος, αντί τιμήματος 140.956,13 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αντικειμενική της αξία.

Ότι η πώληση αυτή είναι άκυρη, καθόσον έγινε χωρίς την έγκριση της γενικής συνέλευσης της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και ο ίδιος ως εταιρικός δανειστής έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητάς της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 249/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι η εν λόγω σύμβαση αποτελεί τρέχουσα συναλλαγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 15-9-2015 έφεσή του, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 233/2017 απόφαση, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 24-10-2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1274/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παρά το νόμο λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου και δη της ένορκης κατάθεσης του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης αναιρεσίβλητης και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω αναιρεθείσα απόφαση. Ακολούθως, το δικαστήριο της παραπομπής εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι κρίθηκε ότι η επίδικη πώληση αποτελεί τρέχουσα συναλλαγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσής της.

Στις διατάξεις του άρθρου 23 α του Ν. 2190/1920, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 33 του Ν. 3604/2007 [ο οποίος τέθηκε σε ισχύ με τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ Α' 189, την 8-8-2007] και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης [28-4-2007], ορίζεται ότι: "1. Δάνεια της εταιρείας προς ιδρυτάς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, γενικούς διευθυντάς ή διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συμπεριλαμβανομένων ή συζύγους των ανωτέρω ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ' οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα.

Επίσης δάνεια της εταιρείας σε τρίτους, καθώς και η παροχή πιστώσεων σ' αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών με σκοπό την απόκτηση από αυτούς μετοχών της εταιρείας, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα. 2. Οιαιδήποτε άλλαι συμβάσεις της εταιρείας μετά των άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων.

Η έγκρισις δεν παρέχεται αν εις την απόφασιν αντετάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπούμενου μετοχικού κεφαλαίου. Η απαγόρευσις αυτή δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της".

Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των παραπάνω προσώπων αυτών, τα οποί λόγω της ιδιότητας και της θέσης των είναι δυνατόν να συντελέσουν αποφασιστικά στη σύναψη επιζήμιων για την εταιρεία συμβάσεων προς ίδιο όφελος [ΑΠ 1650/2022, ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 1036/2017]. Από τη διατύπωση των ως άνω διατάξεων σε συνδυασμό με τον κατά τα άνω επιδιωκόμενο από αυτές σκοπό συνάγεται ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οιωνδήποτε συμβάσεων, επομένως και της σύμβασης πώλησης ακινήτου, που συνάπτουν με την ανώνυμη εταιρεία τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι συγγενείς των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, και ότι κατ' εξαίρεση οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες στις περιπτώσεις της χορήγησης ειδικής προς τούτο άδειας από τη γενική συνέλευση και υπό τον όρο ότι δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι που συγκεντρώνουν ορισμένο ποσοστό του εκπροσωπούμενου στη γενική συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου ή στις περιπτώσεις της ένταξης των συμβάσεων αυτών εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας [σχετ.

ΑΠ 150/2022, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 2182/2007]. Περαιτέρω, ως ''τρέχουσα συναλλαγή της εταιρείας με τρίτους'', όρος που χρησιμοποιείται στο νόμο όχι κυριολεκτικά, αλλά προς δήλωση του συνήθως συμβαίνοντος, θεωρείται εκείνη που βάσει του αντικειμένου της εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας, ήτοι αυτή που οι όροι της είναι οι συνήθεις όροι των συμβάσεων που η εταιρεία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσομένους με αυτή.

Επομένως, σύμβαση το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας ή που κατά το περιεχόμενό του υπερβαίνει το συγκεκριμένο για την συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία, τις ανάγκες της εταιρείας που ικανοποιούνται με τις συμβάσεις αυτές και τις συνήθειες που κρατούν στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής και επομένως είναι άκυρη, αν δεν παρασχεθεί η από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενη ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης [ΑΠ 1650/2022, ΑΠ 124/2018, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 452/2005].

Η συγκεκριμένη εξαίρεση και διαφορετική μεταχείριση των τρεχουσών συναλλαγών δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι συναλλαγές αυτές δεν επιφυλάσσουν [σημαντικούς] κινδύνους για την ανώνυμη εταιρεία και τους μετόχους της μειοψηφίας. Στο πλαίσιο αυτό τυχόν υποχρέωση διατήρησης της αυστηρής διαδικασίας αδειοδότησης των συναλλαγών αυτών θα ήταν αντιστρόφως ανάλογη των δυνητικών κινδύνων και θα επιβάρυνε άσκοπα και σημαντικά την ανώνυμη εταιρεία.

Τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό μίας συναλλαγής ως τρέχουσας είναι: α] ο συνήθης χαρακτήρας της συναλλαγής, που τελεί σε συνάρτηση με τις εργασίες και το αντικείμενο της επιχείρησης, αφού όμως ληφθεί υπόψη το είδος και το μέγεθός της. Η έννοια του αντικειμένου της επιχείρησης θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ευρύτητα και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στις συνήθεις συναλλαγές, εκείνες που διενεργούνται στο πλαίσιο της κύριας δραστηριότητάς της, καθώς και οι επιβοηθητικές - προκαταρκτικές εκείνης [της κύριας δραστηριότητας, λ.χ.

αγορά πρώτων υλών, συμβάσεις εργασίας κ.λπ.]. Επομένως, μέτρο για τον χαρακτηρισμό της συναλλαγής ως ''συνήθους'' αποτελεί η δραστηριότητα της εταιρείας, η οικονομική ευρωστία και οι ανάγκες που ικανοποιούνται με την κατάρτιση κάθε τέτοιας συναλλαγής, β] εξίσου σημαντικό κριτήριο συνιστά η σύναψη των συναλλαγών κατά τους ''συνήθεις όρους της αγοράς''.

Εξετάζεται, δηλαδή, αν η εταιρεία θα συμβαλλόταν με τρίτο - μη συνδεδεμένο πρόσωπο με τους ίδιους [ή τουλάχιστον, αντικειμενικά, μη ουσιωδώς διαφοροποιημένους] όρους. Στην περίπτωση αυτή, σαφώς ενδιαφέρουν οι συνήθειες που κρατούν στις συναλλαγές για συμβάσεις αυτού του είδους. Έτσι, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως περιεχόμενο τρέχουσας συναλλαγής, οι ασυνήθιστοι όροι που προβλέπουν ευμενή μεταχείριση των διοικούντων την εταιρία σε βάρος της επιχείρησης.

Τα παραπάνω κριτήρια πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, πλην όμως οι όροι της σύμβασης δεν θα πρέπει να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις ειδικές συνθήκες που προσδιορίζουν το εταιρικό συμφέρον. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο [ολΑΠ 4/2018, ΑΠ 827/2020]. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία] [ολΑΠ 1/2016, ΑΠ 1328/2021, ΑΠ 1057/2019].

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τος εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες [ολΑΠ 18/2008, ΑΠ 83/2022]. Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους [ΑΠ 83/2022, ΑΠ 50/20202, ΑΠ 1075/2019].

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Ρ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, σε τόμο 2059 και αριθμό 427, ο ενάγων κατέστη αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, επιφανείας 1.420,63 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης της πόλης των Πατρών, στο ..., επί της οδού ...υ αρ.45 και επί δημοτικής οδού.

Με το υπ'αριθμ. ... προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Μ., ο ενάγων ανέθεσε στην δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", την ανέγερση κτιριακού συγκροτήματος επί του ανωτέρω οικοπέδου, κατά το σύστημα της αντιπαροχής. Ειδικότερα με το ως άνω προσύμφωνο, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ...

πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, στον ενάγοντα θα περιέρχονταν οι οριζόντιες ιδιοκτησίες με στοιχεία Κ1-γ του κτιρίου ΕΝΑ, Κ2-β του κτιρίου ΔΥΟ και Κ3-β του κτιρίου ΤΡΙΑ, ενώ οι λοιπές οριζόντιες ιδιοκτησίες των κτιρίων που θα κατασκευάζονταν θα περιέρχονταν, ως εργολαβικό αντάλλαγμα στην δεύτερη εναγομένη ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτή θα υποδείκνυε.

Με το ίδιο ως άνω συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, η εργολήπτρια εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να ολοκληρώσει συγκεκριμένα τμήματα των εργασιών, που σχετίζονται με την ανέγερση του άνω κτιριακού συγκροτήματος, εντός προκαθορισμένων χρονικών διαστημάτων και συμφωνήθηκε η κατάπτωση αναλόγων ποινικών ρητρών σε περίπτωση που εργολήπτρια εταιρεία υπερέβαινε κάποια από τις τεθείσες προθεσμίες.

Επειδή, η δεύτερη εναγομένη εταιρεία δεν τήρησε τις συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι του ενάγοντος ως προς τις προθεσμίες παράδοσης του έργου που όφειλε να εκτελέσει, ο ενάγων άσκησε την από 5-7-2009 και με αριθμό 3733/2009 αγωγή του εναντίον της δεύτερης εναγομένης, με την οποία ζητεί το ποσό των 79.138,26 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω κατάπτωσης συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, το οποίο αφορά το χρονικό διάστημα από 25-5-2008 έως 25-8-2010 και από 24-11-2008 έως 25-8-2010.

Επομένως ο ενάγων έχει καταστεί εταιρικός δανειστής και έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής. Μεταξύ των οριζόντιων ιδιοκτησιών που περιήλθαν στην δεύτερη εναγομένη εργολήπτρια εταιρεία, συμπεριλαμβάνεται και η υπό στοιχεία Κ1-β κατοικία, του ΚΤΙΡΙΟΥ ΕΝΑ, συνολικής επιφανείας 230,68 τ.μ., το οποίο εκτείνεται σε τρία επίπεδα (1η, 2η, 3η στάθμη), που συνδέονται με εσωτερική κλίμακα....

Η πρώτη στάθμη της ως άνω κατοικίας , ήτοι το υπόγειο αυτής έχει συνολική επιφάνεια 79,45 τ.μ. και περιλαμβάνει δύο αποθήκες, λέβητα, δεξαμενή καυσίμων και διάδρομο επικοινωνίας, η δεύτερη στάθμη περιλαμβάνει ένα χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου, επιφανείας 35,65 τ.μ. και εκτείνεται σε επίπεδο υπογείου ορόφου και χώρους κύριας χρήσης, οι οποίοι εκτείνονται σε επίπεδο ισογείου ορόφου και έχουν επιφάνεια 43,40 τ.μ.

και η τρίτη στάθμη εκτείνεται σε επίπεδο πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου και περιλαμβάνει μόνο χώρους κύριας χρήσης και έχει επιφάνεια 72,48 τ.μ., στην δε ως άνω κατοικία ανήκει και η αποκλειστική χρήση τμήματος ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου, επιφανείας 39,60 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο διάγραμμα κάλυψης του πολιτικού μηχανικού Ι.

Τ.. Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της το οποίο συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Μ., καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Πατρών με ..., στις 28-6-2007 με αριθμό καταχώρισης 10793, στο οποίο συμβλήθηκε ο ενάγων ως πωλητής-οικοπεδούχος, η πρώτη εναγομένη ως αγοράστρια και η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία ως εργολήπτρια εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο του Διοικητικού της Συμβουλίου και διευθύνοντα σύμβουλο, Ι.

Κ. (ΦΕΚ 9523/6-9-2005 τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε., όπως η δημοσίευση αυτή διορθώθηκε στο με αριθμό 2152/29-3-2006 τεύχος ΦΕΚ, στο οποίο δημοσιεύθηκε η 12/30-6-2005 απόφαση του Δ.Σ. της εταιρείας, η οποία είχε καταχωρηθεί στο Μ.Α.Ε. της Νομαρχίας Αχαΐας την 30-8-2005), ο οποίος τυγχάνει και σύζυγος της πρώτης εναγομένης, η προαναφερομένη κατοικία με στοιχεία Κ1-β μεταβιβάσθηκε κατά πλήρη κυριότητα στην πρώτη εναγομένη αντί τιμήματος 140.956,13 ευρώ.

Στην ως άνω σύμβαση πραγματική πωλήτρια είναι η εκ τρίτου συμβαλλομένη, δεύτερη εναγομένη, εργολήπτρια εταιρεία, ενώ η αγοράστρια-πρώτη εναγομένη τυγχάνει σύζυγος το προέδρου του Δ.Σ. της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας. Κατόπιν τούτων,... η ως άνω σύμβαση συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της "οποιασδήποτε άλλης σύμβασης" της παραγράφου 2 του άρθρου 23α του Ν.2190/1920, η οποία κατά τις διατάξεις του νόμου κατ' αρχήν απαγορεύεται εκτός εάν προηγήθηκε απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, ή βρίσκεται εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τρίτους οπότε υπάγεται στην εξαίρεση του νόμου αυτού και δεν κρίνεται άκυρη.

Ως προς το ζήτημα του εάν προηγήθηκε απόφαση της Γ.Σ. της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας , ουδέν σχετικό αποδείχθηκε, ούτε και οι ίδιοι οι εναγόμενοι επικαλούνται ή αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιας απόφασης. Όσον αφορά δε το ζήτημα του εάν η επίμαχη σύμβαση βρίσκεται εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας, αποδεικνύεται ότι το αντικείμενο της σύμβασης αυτής ουδόλως εξέρχεται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, με αποτέλεσμα να εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 23α παρ.2 του Ν. 2190/1920.

Ειδικότερα, την 14-10-2003 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αχαΐας , με αριθμό μητρώου ... η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", και την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε και η απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας με αριθμό ..., με την οποία δόθηκε η άδεια σύστασης και εγκρίθηκε το καταστατικό της ανωτέρω εταιρείας-δεύτερης εναγομένης, όπως αυτό καταρτίσθηκε με την υπ' αριθμ. ...

πράξη της συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Μ.-Κ. (ΦΕΚ 11035/16-10-2003, τεύχος Α.Ε. Και Ε.Π.Ε.). Σύμφωνα με το άρθρο 4 του καταστατικού της δεύτερης εναγομένης εταιρείας: "σκοπός της εταιρείας είναι η κατασκευή, εμπορία, αγορά, ενοικίαση, πώληση διαμερισμάτων, καταστημάτων, γραφείων, ανάληψη ιδιωτικών δημόσιων έργων, σύνταξη μελετών, έκδοση οικοδομικών αδειών.".

Επομένως, όπως αποδεικνύεται τόσο από την επωνυμία της δεύτερης εναγομένης, όσο και από τον καταστατικό σκοπό της, πρόκειται για εταιρεία κατασκευής και εκμετάλλευσης ακινήτων. Στο πλαίσιο των τρεχουσών συναλλαγών της, η δεύτερη εναγομένη κατασκεύαζε διαμερίσματα, με το σύστημα της αντιπαροχής, στη συνέχεια δε πωλούσε, ουσιαστικά αυτή και τυπικά o εκάστοτε οικοπεδούχος, τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αποτελούσαν το εργολαβικό αντάλλαγμα σε τρίτους που η ίδια υποδείκνυε στους εκάστοτε οικοπεδούχους.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι και στην προκειμένη περίπτωση η πώληση της οριζόντιας ιδιοκτησίας που συμπεριλαμβανόταν στο εργολαβικό αντάλλαγμα της δεύτερης εναγομένης, προς το πρόσωπο που υπέδειξε η τελευταία στον οικοπεδούχο, ήτοι την πρώτη εναγομένη-σύζυγο του προέδρου του Δ.Σ. αυτής, εμπίπτει στο πλαίσιο της συνήθους και κύριας δραστηριότητας της δεύτερης εναγομένης.

Περαιτέρω δε, όπως προκύπτει από το ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο, η οριζόντια αυτή ιδιοκτησία πωλήθηκε αντί τιμήματος 140.956,13 ευρώ, ήτοι στην αξία που είχε η ως άνω κατοικία κατά τον μικτό προσδιορισμό, το δε τίμημα καταβλήθηκε ολόκληρο, όπως βεβαίωσαν όλοι οι συμβαλλόμενοι. Μάλιστα και ο ίδιος ο ενάγων, στο ως άνω συμβόλαιο ρητά αναφέρει ότι υπόσχεται και εγγυάται το πωλούμενο κτίριο, για την εδαφική αναλογία του στο οικόπεδο, ελεύθερο από κάθε βάρος γενικά και παραιτείται από το δικαίωμά του να προσβάλει, ή να ακυρώσει την σύμβαση αυτή για οποιονδήποτε λόγο, ουσιαστικό ή τυπικό.

Από όλα τα ανωτέρω και ανεξάρτητα από την εγκυρότητα του ως άνω όρου, προκύπτει με σαφήνεια ότι o ενάγων αποδέχθηκε με το ως άνω συμβόλαιο ότι η σύμβαση αυτή αποτελούσε σύμβαση στο πλαίσιο της συνήθους δραστηριότητας της δεύτερης εναγομένης και ότι το τίμημα που καταβλήθηκε είναι εύλογο και ανταποκρίνεται στην αξία του ως άνω ακινήτου.

Επομένως αποδείχθηκε ότι και κατά το περιεχόμενό της η επίδικη σύμβαση δεν υπερέβη το συνηθισμένο για την συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, ούτε τα ειθισμένα στις συναλλαγές για τις συμβάσεις αυτού του είδους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η επίδικη σύμβαση βρίσκεται εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας, με αποτέλεσμα να εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 23α παρ.2 του Ν. 2190/1920, ήτοι πρόκειται για κατ' εξαίρεση επιτρεπομένη, άνευ προηγουμένης άδειας της Γενικής Συνέλευσης, σύμβαση ώστε να επιτρέπεται η σύστασή της και να μην μπορεί να κριθεί άκυρη και ως εκ τούτου η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο , το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, περί πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 249/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 28-3-2011 αγωγή του, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας του αναφερομένου συμβολαίου μεταβίβασης ακινήτου.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν την έννοια της "τρέχουσας συναλλαγής, δεδομένου ότι, ειδικότερα, η επίδικη πώληση του αναφερομένου ακινήτου από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, σύζυγο του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αντί τιμήματος 140.956,13 ευρώ, που ισούται με την αντικειμενική του αξία, βρίσκεται εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αφού α] οι πωλήσεις ακινήτων αποτελούν το αντικείμενο εργασιών της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατασκευαστικής εταιρείας, β] το τίμημα που καταβλήθηκε είναι το συνήθως καταβαλλόμενο σε τέτοιου είδους πωλήσεις, γ] το ύψος του τιμήματος δεν αποτελεί ιδιαίτερα μεγάλο ποσό σε σχέση με το μέγεθος των εργασιών της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αφού συνίσταται στο 1/6 περίπου του εργολαβικού της ανταλλάγματος από τη συγκεκριμένη σύμβαση έργου, δ] η ένδικη πώληση έγινε με τους ίδιους όρους με τους οποίους συναλλάσσεται η δεύτερη αναιρεσίβλητη με τους υπόλοιπους πελάτες της αγοραστές των ιδιοκτησιών του εργολαβικού της ανταλλάγματος, ενώ είναι συνήθης και η πώληση τμήματος του εργολαβικού ανταλλάγματος σε τρίτα πρόσωπα που συνδέονται με την κατασκευάστρια εταιρεία με οικογενειακούς δεσμούς και μάλιστα των πιο προνομιούχων ιδιοκτησιών, ο δε τρόπος καταβολής του τιμήματος δεν έχει σημασία εφόσον αυτό καταβλήθηκε και, συνεπώς, εφόσον η ένδικη σύμβαση κατά μεν το αντικείμενό της εμπίπτει στις καθημερινές δραστηριότητές της εταιρείας και κατά το περιεχόμενό της είναι σύμφωνη με τους όρους των συμβάσεων, τις οποίες καταρτίζει η εταιρία με τους συναλλασσόμενους, δεν απαιτείτο η προηγούμενη παροχή άδειας της γενικής συνέλευσης για την εγκυρότητα του πιο πάνω μεταβιβαστικού συμβολαίου.

Εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ως άνω διάταξης, που δικαιολογεί την απόρριψη της ένδικης αγωγής, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη αιτιολογία.

Και τούτο διότι με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η επίδικη σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου εμπίπτει στις τρέχουσες συναλλαγές της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και συνεπώς δεν είναι άκυρη.

Ειδικότερα, τα παραπάνω υποστηρίζονται από τις ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλομένης: α] ο αναιρεσείων που ήταν κύριος του αναφερόμενου οικοπέδου, εμβαδού 1460,63 τ.μ., ανέθεσε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία την ανέγερση κτιριακού συγκροτήματος με το σύστημα της αντιπαροχής, λόγω δε του ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ως προς την προθεσμία παράδοσης του έργου, έχει απαίτηση κατ' αυτής ύψους 78138,2 ευρώ από κατάπτωση ποινικής ρήτρας και άλλες απαιτήσεις που συνολικά ξεπερνούν το ποσό των 150000 ευρώ, β] από τη σύμβαση αυτή περιήλθαν, ως αντιπαροχή, στον αναιρεσείοντα οι ιδιοκτησίες Κ1-γ του κτιρίου ΕΝΑ, Κ2-β του κτιρίου ΔΥΟ και Κ3-β του κτιρίου ΤΡΙΑ, ενώ οι λοιπές οριζόντιες ιδιοκτησίες θα αποτελούσαν το εργολαβικό αντάλλαγμα, γ] μεταξύ των ιδιοκτησιών του εργολαβικού ανταλλάγματος περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, το οποίο η δεύτερη αναιρεσίβλητη μεταβίβασε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, σύζυγο του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, λόγω πώλησης, αντί τιμήματος 140956,13 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε όπως βεβαίωσαν οι συμβαλλόμενοι, δ] στο συμβόλαιο μεταβίβασης του ακινήτου αυτού ο αναιρεσείων βεβαιώνει ότι υπόσχεται και εγγυάται το πωλούμενο οικόπεδο, ελεύθερο από κάθε βάρος και γενικά παραιτείται από το δικαίωμά του να προσβάλλει ή να ακυρώσει τη σύμβαση αυτή για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, ε] ανεξάρτητα από την εγκυρότητα του ανωτέρω όρου προκύπτει ότι ο αναιρεσείων συμφώνησε στη μεταβίβαση αυτή και στο ότι το τίμημα που καταβλήθηκε είναι εύλογο και ανταποκρίνεται στην αξία του ως άνω ακινήτου, στ] το ακίνητο που πωλήθηκε αντιστοιχεί στο 1/6 περίπου του εργολαβικού ανταλλάγματος [ήτοι είναι η μία από τις έξι κατοικίες του εργολαβικού ανταλλάγματος] και το τίμημα που καταβλήθηκε αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία του ακινήτου και ως εκ τούτου βρίσκεται εντός του ορίου των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας, αφού αντικείμενο των εργασιών της είναι ακριβώς η μεταβίβαση των κατοικιών που κατασκεύαζε με το σύστημα της αντιπαροχής σε τρίτους και η τιμή πώλησής του ανταποκρίνεται στην πραγματική του αξία.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου], είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα , σχετικά με την ιδιότητα της ένδικης σύμβασης ως τρέχουσας συναλλαγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που δε ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο [άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ].

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση [ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 26/2020, ΑΠ 1055/2019].

Για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα [στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα], να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού [ολΑΠ 2/2008, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 83/2020].

Επίσης, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν τα αποδεικτικά μέσα (λ.χ. έγγραφα) του αναιρεσείοντος και όχι αυτά που προσκόμισε ο αντίδικός του. Κατ' εξαίρεση, αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, το οποίο είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως ο αντίδικός του και έτσι αυτό κατέστη κοινό μέσο αποδείξεως, δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως.

Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 194/2020, 516/2017, 2047/2014). Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το Ν. 4335/2015 αρχικά και το Ν. 4842/2021 στη συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως, πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη [ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019].

Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα, αν προσκομίζεται πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται [ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019].

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 8665/4-2-2021 ένορκη βεβαίωση της Ε. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πάτρας Δ. Γ., την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η πρώτη αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της στο Εφετείο και ο ίδιος με την προσθήκη των προτάσεών του στο Εφετείο, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του περί μη καταβολής του τιμήματος για την πώληση του επιδίκου ακινήτου και συνεπώς της ακυρότητας της επίδικης μεταβίβασης από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, σύζυγο του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης, η πρώτη αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της στο Εφετείο, επικαλέστηκε τα ακόλουθα: "Επειδή προσκομίζω και επικαλούμαι την υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωση [δεν αναφέρει αριθμό και ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης] της Ε.

Κ. του Εμμανουήλ [σχετ. 38] που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πάτρας Δ. Γ. μετά από κλήση του εκκαλούντος και της β' εφεσίβλητης προ δύο εργασίμων ημερών, όπως αποδεικνύεται από τις από μέρους μου προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 55β'/1-2-2021 [σχετ. αρ. 39] και 58β'/1-2-2021 [σχετ. αρ. 40] της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών Μ.

Α., η οποία ένορκη βεβαίωση βεβαιώνει όλα τα ανωτέρω". Εξάλλου, από την προσθήκη των προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός επικαλέστηκε τα ακόλουθα: "Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι η εξετασθείσα μάρτυρας, νύφη της α' εφεσίβλητης ... όσον αφορά το επίμαχο ζήτημα κατέθεσε, ότι το τίμημα καταβλήθηκε, απλώς και μόνο, επειδή αυτό αναφέρεται στο συμβόλαιο ...

Σε κάθε περίπτωση, η μειωμένης αξιοπιστίας εξετασθείσα μάρτυρας ... περιορίζεται στην επίκληση των όσων, δήθεν, προκύπτουν από το σχετικό συμβόλαιο και δεν καταθέτει κάποιο συγκεκριμένο - κρίσιμο πραγματικό περιστατικό". Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε η ως άνω ένορκη βεβαίωση, η οποία δεν μνημονεύεται ειδικά, με αναγραφή του αριθμού αυτής, της αρχής ενώπιον της οποίας εξετάστηκε η μάρτυρας καθώς και της κλήτευσης του αντιδίκου, αφού δεν εμπίπτει στην κατηγορία των αποδεικτικών εγγράφων.

Ωστόσο, με την μη λήψη υπόψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έγινε νόμιμη επίκληση αυτής με τις προτάσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, αλλά ούτε και από τον αναιρεσείοντα, καθιστάμενη κοινό αποδεικτικό μέσο, αφού δεν αναφέρεται ο αριθμός της και η ημερομηνία λήψης της, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα και η εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της καλούσας πρώτης αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ, εξάλλου, ο αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε ότι η εν λόγω ένορκη βεβαίωση ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ενόψει του ότι συνέβαλε στην απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού του, αλλ' αντίθετα ισχυρίστηκε ότι αυτή δεν έχει καμία αποδεικτική αξία.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-3-2022 αίτηση του Ι. Κ. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 188/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ