Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment due to lack of new evidence and procedural compliance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment regarding insurance liability. The appellant argued for a higher compensation amount based on the severity of injuries and the young age of the insured, while the insurance company contended the awarded sum was appropriate. The court rejected the appeal because the appellant failed to present new evidence or demonstrate a violation of the law, upholding the lower court's discretion in setting the compensation amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 573, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses a cassation appeal when the appellant fails to adduce new evidence or prove a violation of the law, thereby upholding the lower court's exercise of discretion in determining compensation amounts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 930 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 930/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ως οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη του υιού του Μ. Μ. του Ε., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ελληνικής εταιρείας ασφαλίσεων ζημιών με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΕΑΖ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 3-10-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1992/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3666/2015 εν μέρει οριστική και 5/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-12-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ. .../16-12-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κρήτης, με έδρα το Πρωτοδικείο Ρεθύμνου Α. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του Περικλή Τσόγκα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 27-12-2018 (αριθμ. καταθ. 11893/2018) αίτησης αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 3666/2015 εν μέρει οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη οριστική ως προς όλες της τις διατάξεις, με την υπ' αριθμ. 5/2017 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (21-2-2020) και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Ν.. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, αυτός, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε ή υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσε δήλωση, ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.ΠολΔικ, παρά την απουσία του, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η κρινόμενη από 27-12-2018 (αριθμ. καταθ. 11893/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3666/2015 εν μέρει οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη οριστική ως προς όλες της τις διατάξεις με την υπ' αριθμ.5/2017 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητιστικών διαφορών, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει, τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, επί θανατώσεως τον βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη, ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων, για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα, πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το προαναφερθέν άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμα του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1398/2018, ΑΠ 464/2017).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καθορίσει το ύψος της δικαιούμενης από τον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, από το σοβαρό τραυματισμό του, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου Γ.
Ν. του Ι., οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας, κυριότητας της Μ. Κ. του Ε., σύμφωνα και με το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του (30%) στην έκταση του σοβαρού τραυματισμού του στο ποσό των 100.000,00 ευρώ, μετά από εξαφάνιση κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, της πρωτόδικης απόφασης, που είχε επιδικάσει για την ίδια αιτία, το ποσό των 300.000,00 ευρώ (200.000,00 καταψηφιστικά και 100.000,00 αναγνωριστικά), παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρ. 932 ΑΚ, και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή της εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, αφού το επιδικασθέν σ' αυτόν ποσό είναι υπέρμετρα χαμηλά σε σχέση με την ένδικη αδικοπραξία και τα επιδικαζόμενα από τα δικαστήρια σε ανάλογες περιπτώσεις ποσά.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, που συνέβη επί της οδού ... στο Ρέθυμνο, στις 18-1-2012, κατά το οποίο τραυματίστηκε σοβαρά ο συμπαραστατούμενος αναιρεσείων, ήταν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, Γ.
Ν. του Ι., οδηγός της υπ' αριθμ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, κατοχής και κυριότητας της Μ. Κ. του Ε., η οποία ήταν ασφαλισμένη για ζημίες τρίτων στη δευτέρα των αναιρεσιβλήτων Ασφαλιστική Εταιρεία, αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, την καθόρισε στο ποσό των 100.000,00 ευρώ αντί της πρωτοδίκως καθορισθείσης των 300.000,00 ευρώ.
Ειδικότερα δε, αναφορικά με την αξίωση του αναιρεσείοντα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3666/2015 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη οριστική ως προς όλες της τις διατάξεις με την υπ' αριθμ. 5/2017 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Την 18/1/2012 και ώρα 04,45 περίπου, ο πρώτος εναγόμενος Γ.
Ν. οδηγούσε την υπ' αρ. κυκλοφ. ... Ι.Χ. δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας της μητέρας του Μ. Κ., που ήταν ασφαλισμένη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με συνεπιβάτη. τον ενάγοντα Μ. Μ., στο … Κρήτης, επί της οδού ... στο δεξιό άκρο του ρεύματος από … προς ..., με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων περίπου την ώρα. Όταν έφθασε στον οικοδομικό αριθμό ..., απώλεσε ο οδηγός της μοτοσικλέτας τον έλεγχο αυτής, η οποία και εξετράπη δεξιά, προσέκρουσε αρχικά στο πεζοδρόμιο και στη συνέχεια σε μικρό δένδρο επί του πεζοδρομίου..., με συνέπεια, πλην των άλλων τον σοβαρότατο τραυματισμό του ενάγοντος.
Οι ως άνω συνθήκες της συγκρούσεως συνομολογούνται από τους εναγομένους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, ο οδηγός της μοτοσικλέτας κατά τον χρόνο του ατυχήματος, οδηγούσε στερούμενος της άδειας οδήγησης αποδείχθηκε ότι, αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός της μοτοσικλέτας..., με συνέπεια, τον σοβαρότατο τραυματισμό του ενάγοντος.
Ο ενάγων υπέστη βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, εστιακό τραυματισμό εγκεφάλου, εστιακή εγκεφαλική ρήξη και τραυματική αιμορραγία, κατάγματα προσώπου, καθώς και συντριπτικό κάταγμα διάφυσης αριστερού μηριαίου, συνεπεία δε του τραυματισμού του έχει τεθεί σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, με την υπ' αρ. 28/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο ενάγων συνεπιβάτης της ζημιογόνου μοτοσικλέτας, δεν έφερε το προστατευτικό κράνος.... Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, η νόμιμη ένσταση (άρθρ 300 ΑΚ) των εναγομένων, περί συντρέχοντας πταίσματος του ενάγοντας στην έκταση του τραυματισμού του, κατά ποσοστό 30%.
Ο ενάγων μετά το ατύχημα διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου... διασωληνώθηκε και διακομίστηκε αυθημερόν στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηράκλειου, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος, από 16.1.2012 (ημερομηνία του ατυχήματος) μέχρι 16/5/2012 οπότε και εξήλθε προκειμένου να διακομιστεί στο Γενικό Νοσοκομείο (ΓΝ) Χανίων, όπου νοσηλεύθηκε από 16.5.2012 μέχρι 4/8/2012 οπότε και εξήλθε.
Έκτοτε (4/8/2012) νοσηλεύεται στη οικία του στο Ρέθυμνο Κρήτης (οδός ...)... υποβαλλόμενος καθημερινά σε πρόγραμμα ιατρικής αποκατάστασης τόσο κατ' οίκον όσο και στο Κέντρων Αποθεραπείας και Αποκατάστασης "...". Σύμφωνα με τις υπ' αριθ ....6.2012 και ...12. 10.2012 ιατρικές βεβαιώσεις του συντονιστή διευθυντή του νευροχειρουργικού τμήματος του ΓΝ Χανίων "..." ο ενάγων μέχρι 21.6.2012 δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, ενώ μετά από μακρά θεραπεία παρουσιάζει, δεξιά σπαστική ημιπληγία και εγκεφαλική δυσλειτουργία, έχει ανάγκη μακράς θεραπείας αποκατάστασης, χωρίς να μπορεί να προβλεφθεί ο αναγκαίος χρόνος αποθεραπείας...
περαιτέρω υποβλήθηκε σε τραχειοστομία γαστροστομία. Κατά τη διάρκεια της ως άνω νοσηλείας του ο ενάγων εμφάνισε εμπύρετα και αλλεπάλληλες λοιμώξεις στο αίμα, στα ούρα και στο αναπνευστικό... τέθηκε υπό συνεχή κινησιοθεραπεία φυσιοθεραπεία, διατρεφόταν από τη γοστροστομία... Ο ενάγων, συνεπεία του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και των βαρύτατων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων που υπέστη, σήμερα εμφανίζει τετραπληγία, έκπτωση γνωσιακών λειτουργιών, παρατετραπληγία, κατάσταση η οποία συνιστά αναπηρία συνολικού ποσοστού 90%, για το χρονικό διάστημα από 10.12.2012 μέχρι 31.10.2015, όπως προκύπτει από την από 16.1.2013 γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας του ασφαλιστικού του φορέα ΙΚΑ ΕΤΑΜ Ρεθύμνου.Ο ενάγων συνεπεία του σοβαρού τραυματισμού του και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα...
έξι μηνών και 11 ημερών, είχε ανάγκη από τις υπηρεσίες τρίτων προσώπων, τις οποίες του παρείχαν οι γονείς του.. Το ως άνω ποσό των 8.912 ευρώ πρέπει και να επιδικασθεί μειωμένο κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος 30%, ήτοι ποσό 6.239 ευρώ....Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού της ζημιογόνου υπ' αρ.
κυκλοφ. ... Ι.Χ. δίκυκλης μοτοσικλέτας, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, καθώς και τη συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 30%, του ιδίου του παθόντος ενάγοντος, στην έκταση του τραυματισμού του, λόγω μη χρήσης του προστατευτικού κράνους, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας είναι εγγυητική) την ψυχική και σωματική ταλαιπωρία του ενάγοντος συνεπεία του τραυματισμού του, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη στάθμιση των κατά νόμων στοιχείων (άρθρ. 932 ΑΚ), δεκτού γενόμενου ως κατ' ουσίαν βάσιμου, του σχετικού ισχυρισμού της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας.
Συνακόλουθα με όλα τα ανωτέρω, έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση..., ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στον τραυματισμό του για το λόγο ότι δεν έφερε κράνος..., καθώς και ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος, γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες εφέσεις ως βάσιμες και κατ' ουσίαν...".
Καθορίζοντας το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, τη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του συμπαραστατούμενου αναιρεσείοντα στο παραπάνω ποσό, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 9/2015) ούτε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε, αφού τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται καταφανώς από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.
Ακόμη, καθόρισε το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του αναιρεσείοντα, αφού συνεκτίμησε τα πλέον πρόσφορα, για το σχηματισμό της κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογης, κρίσης του, σχετικά με το ύψος της επιδικαστέας στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία, που επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, όπως αυτά δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα τις λεπτομερώς περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση συνθήκες του ατυχήματος, από το οποίο προκλήθηκε ο σοβαρός τραυματισμός του συμπαραστατούμενου αναιρεσείοντα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος, το σοβαρό τραυματισμό του αναιρεσείοντα κατ' αυτό, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς περιγράφονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, την ένταση του ψυχικού και σωματικού άλγους που προκάλεσε στον αναιρεσείοντα ο αιφνίδιος τραυματισμός του, το νεαρόν της ηλικίας του αναιρεσείοντα (21 έτους) και τέλος την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, με εξαίρεση αυτή της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική.
Μετά από αυτά, απορριπτομένου του μοναδικού λόγου αναίρεσης ως αβασίμου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον συμπαραστατούμενο αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2018 (αριθμ. καταθ. 11893/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3666/2015 εν μέρει οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη οριστική, ως προς όλες της τις διατάξεις με την υπ' αριθμ. 5/2017 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον συμπαραστατούμενο αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Αυγούστου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ