Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to cite material facts and legal basis for servitude termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a property servitude dispute. The appellants argued the lower court erred by failing to consider specific access claims and misapplying civil code articles on servitude extinction. The court ruled these arguments were inadmissible because they either lacked factual basis or did not constitute independent facts requiring re-examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 para. 6 and 5b of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the challenged judgment lacks a legal basis due to insufficient factual findings or if the appeal arguments do not constitute independent facts with significant impact on the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 930 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 930/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή-εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Απριλίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Μ. του Ι., 2.Λ. Μ. του Ι., 3.Ι. Μ. του Λ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν οι 1ος και 3ος μετά, ο 2ος δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Αλεξίου Του αναιρεσίβλητου: Σ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Φραίμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2014 του ιδίου Δικαστηρίου και 128/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-10-2017 αίτησή τους .
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 6 του (μετά την τροποποίηση και νυν ισχύοντος) άρθρου 560 ΚΠολΔ, η απόφαση (Ειρηνοδικείου, καθώς και Πρωτοδικείου επί εφέσεως αποφάσεως Ειρηνοδικείου) στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 5β του ιδίου, ως άνω, άρθρου επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", ως "πράγματα" νοούμενα οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
ΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά του (ως Εφετείου δικάσαντος) Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και αιτιώνται ότι με την προσβαλλομένη, 128/2017, απόφασή του υπέπεσε στην κατ'αρθρ.560 αρ.6 ΚΠολΔ πλημμέλεια διά της (κατ'εκτίμηση εκ πλαγίου) παραβιάσεως δι'εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 1136 του ΑΚ, στο οποίο προβλέπεται, ότι: "Η δουλεία αποσβήνεται εφόσον από λόγους πραγματικούς ή νομικούς η ασκησή της γίνεται αδύνατη".
Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων (και για παραβίαση (εκ πλαγίου) κατά την εφαρμογή του του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος) συνίσταται στο ότι το εν λόγω δικαστήριο "εσφαλμένα δέχθηκε ότι τυγχάνει εφαρμογής το παραπάνω άρθρο επειδή δήθεν το δεσπόζον ακίνητό μας δεν έχει ανάγκη της επίμαχης δουλείας διόδου αφού έχει καταστεί αυτάρκες, εξυπηρετούμενο κατά τρόπο οριστικό, πλήρη, διαρκή, στο ίδιο μέτρο και ισοδυνάμως από την και εξασφαλίζουσα το ίδιο περιεχόμενο χρήσεως ως και την αυτή λειτουργικότητα του (δεσπόζοντος) παράπλευρη δημοτική οδό του οικισμού, στην οποία δήθεν έχει πρόσοψη και διαθέτει το ακίνητό μας πόρτα εισόδου-εξόδου στην βορειοδυτική πλευρά του και συνεπώς (κατά όλως λανθασμένη κρίση ) έχει δυνατότητα και πλήρη ευχέρεια να εξυπηρετείται για την πρόσβασή της προς και από (είσοδος και έξοδος) τον προς βορειοδυτικώς κείμενο δημοτικό δρόμο, χωρίς δήθεν να αποδεικνύεται, ότι υφίσταται κανένα πραγματικό υλικό εμπόδιο ή νομικό κώλυμα ή αντιτάξιμο δικαίωμα τρίτου.
Και τούτο διότι και πραγματικό υλικό εμπόδιο υπάρχει (συρματόπλεγμα που απεικονίζεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες) και νομικό κώλυμα (η πόρτα αυτή δεν ανήκει στο ακίνητό μας αλλά στο ακίνητο του συνορεύοντος προς βορρά ακινήτου του θείου των δύο πρώτων και αδελφού του τρίτου από εμάς Χ. Μ. το οποίο εφάπτεται του δημοτικού δρόμου και χρησιμεύει ως είσοδος και έξοδος αυτού προς αυτόν) αλλά και αντιτάξιμο δικαίωμα τρίτου υπάρχει καθώς ο παραπάνω δεν μας επιτρέπει την διέλευση από την ιδιοκτησία του και από την δι αυτής πρόσβαση στην πόρτα του που θα μας επέτρεπε την επικοινωνία με τον δημοτικό δρόμο".
Προσέτι, οι αναιρεσείοντες στο δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως παραθέτουν τις (επιτρεπτώς επισκοπούμενες) παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες είναι οι εξής: "Οι δύο πρώτοι των εναγόντων είναι κύριοι κατά ψιλή κυριότητα και ο τρίτος εξ αυτών επικαρπωτής οριζοντίων ιδιοκτησιών εντός του Δημοτικού Διαμερίσματος Ελληνικών του Δήμου …, οι οποίες βρίσκονται εντός οικοπέδου συνολικής εκτάσεως, σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση που έγινε από την τοπογράφο μηχανικό Κ.
Μ., 176,49 τ.μ.. Το εν λόγω οικόπεδο έχει αριθμό ΚΑΕΚ ….1/00 εμφαίνεται στο προσαρτώμενο στην υπ' αριθμ. ….6/2013 πράξη τροποποίησης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και Ανακατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο της συμβολαιογράφου Κ. Σ., τοπογραφικό διάγραμμα από Οκτωβρίου 2012 της ανωτέρω μηχανικού περιμετρικά με τους αριθμούς 1-2-3- 4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-1 και ορίζεται βόρεια σε πλευρά 1-16 μήκους 23,66 μ.
με ιδιοκτησία Χ. Μ. του Λ., ανατολικά σε πλευρά 16-15 μήκους 4,15 μ. με ιδιοκτησία Α. Π. και Θ. Μ. και σε πλευρά 15-14 μήκους 3,87μ. με ιδιοκτησία Θ. Μ., νότια σε τεθλασμένη πλευρά 14-13 μήκους 6,61μ. συν 13-12 μήκους 6,51 μ. συν πλευρά 12-11 μήκους 3,82 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Π. συν πλευρά 11-10 μήκους 2,82 μ, και σε πλευρά 10-9 μήκους 1,06μ.
συν 9-8 μήκους 1,77μ συν 8-7 μήκους 0,48 μ, με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Π., νοτιοδυτικά σε καμπύλη τεθλασμένη προσώπου 7-6 μήκους 0,66μ. συν 6-5 μήκους 1,28μ. συν 5-4 μήκους 0,99μ με την συμβολή των δύο δημοτικών οδών, δυτικά σε πλευρά προσώπου 4-3 μήκους 1,30 μ συν 3-2 μήκους 2,17μ. με δημοτική οδό και βορειοδυτικά σε πρόσωπο πλευράς 2-1 μήκους 2,10 με ανώνυμη δημοτική οδό.
Οι παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες περιήλθαν στους δεύτερο και πρώτο των εναγόντων με παράγωγο τρόπο και δη με τα με αριθμούς ..2/ 2013 και ...3/ 2013 συμβόλαια γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κ. Σ. -Τ., νόμιμα μεταγραμμένα. Στον δικαιοπάροχο πατέρα των εναγόντων, το ανωτέρω οικόπεδο με την επ' αυτού διώροφη οικία περιήλθε λόγω άτυπης δωρεάς από τον πατέρα του Λ.
Μ. του Ι. το έτος 1970. Σημειωτέον, την κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, ο εναγόμενος δεν την αμφισβητεί ειδικά και σε συνδυασμό με την γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών συνάγεται ότι τη συνομολογεί με αποτέλεσμα να παράγεται γι' αυτήν πλήρης απόδειξη εναντίον του σύμφωνα με τα άρθρα 261 εδ.β συνδ. 352 παρ.1 ΚΠολΔ.
Ο εναγόμενος είναι συγκύριος κατά ποσοστό 3/4 ε§ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εκτάσεως 200 τ.μ. μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας, εμβαδού 46,31 τ.μ, που βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα Ελληνικών του τέως Δήμου …, εικονίζεται δε και περιγράφεται στο από Δεκεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα μηχανικού Α.
Μ., το οποίο προσαρτάται στο με αριθμ. …6/ 1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου …. Γ. Ζ. με τα κεφάλαια γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α και συνορεύει ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά διαγράμματος Β-Γ-Δ συνολικού μήκους 13,55μ. με ιδιοκτησία Γ. Μ., νοτιοδυτικά με τεθλασμένη πλευρά διαγράμματος Α-Ζ-Ε-Δ, συνολικού μήκους 26,55μ. με δρόμο και βόρεια με πλευρά διαγράμματος Α-Β μήκους μέτρων 22,00 με ιδιοκτησία Λ.
Μ.. Το ακίνητο αυτό έχει ΚΑΕΚ ……03/00 και έχει περιέλθει στον εναγόμενο κατά το προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου κατά παράγωγο τρόπο και δη εκ κληρονομιάς από τον πατέρα του Κ. Π. με την υπ' αριθμ. …0/7-9-2009 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ο. Μ. νομίμως καταχωρισθείσα στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ….
με αριθμό 310 στις 6-4-2010. Στον δικαιοπάροχο πατέρα του εναγομένου το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε παράγωγα μεταβιβαστικά με ειδική διαδοχή και συγκεκριμένα λόγω αγοράς από την αληθή κυρία αυτού Π. συζ. Κ. Κ. το γένος Π. Β. με το υπ'αριθμ. …6/1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γ. Ζ.. Η επίδικη δίοδος είναι μια τριγωνική έκταση, εμβαδού 20,83 τ.μ που συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 7,35 με ιδιοκτησία των εναγόντων, ανατολικά σε πλευρά μήκους 6,30 μ.
με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Π. και ήδη εναγομένου και νότια και δυτικά σε πλευρά μήκους 10 μέτρων με κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο που διέρχεται δυτικά της ιδιοκτησίας των εναγόντων. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι με ενέργειες της απώτερης δικαιοπαρόχου του εναγόμενου, Α. Β. (μητέρα της πωλήτριας), και περί το έτος 1965, διαμορφώθηκε ένα βατό μονοπάτι πλάτους 1,20 μ.
περίπου, προς τον κοινοτικό δρόμο δυτικά, προκειμένου να επικοινωνεί η παραπάνω ιδιοκτησία (περίκλειστη) με τον κοινοτικό δρόμο που διερχόταν νοτιοδυτικά αυτής σε απόσταση 40 περίπου μέτρων (βλ. το με αριθμό ….7/1972 προικοσυμβόλαιο της δικαιοπαρόχου Β. στο οποίο μνημονεύεται το πρώτον η ύπαρξη βατής οδού).
Μάλιστα, λόγω της κλίσεως που εμφάνιζε το οικόπεδό της και προς υποστήριξη αυτού, η ανωτέρω κατασκεύασε στο δυτικό όριό του τοιχίο αντιστηρίξεως και την υπόλοιπη έκταση εκτός αυτού, καλλιεργούσε ως κήπο. Το έτος 1989 το μονοπάτι αυτό διαπλατύνθηκε εις βάρος της παραπάνω ιδιοκτησίας (τότε Α. Β.) κατά 0,80 εκατοστά και έγινε 2 μέτρα περίπου και στη συνέχεια τσιμεντοστρώθηκε από την τότε Κοινότητα Ελληνικών, το οποίο διερχόμενο παραπλεύρως αυτής (ιδιοκτησίας), συνεχίζει ανατολικότερα διαγράφοντας ανηφορική τροχιά και καταλήγει στις υπερκείμενες ιδιοκτησίες.
Η προπεριγραφείσα δίοδος καθ' όλο το μήκος και πλάτος αυτής καταλαμβάνει τους αυλίους χώρους των ιδιοκτησιών των διαδίκων και χρησιμοποιείτο από τους διαδίκους, αλλά και από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους αυτών από πολλών ετών και πάντως τουλάχιστον για είκοσι και πλέον έτη ως δίοδος για την επικοινωνία των εισόδων των οικιών των διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους με τον δημοτικό δρόμο του οικισμού, διερχόμενοι αυτής-καθ' όλο το πλάτος και μήκος αυτής, πεζοί και με έμφορτα ζώα, αλλά και οχήματα, αδιαλείπτως και ακωλύτως διανοία δικαιούχου πραγματικής δουλείας διόδου, ήτοι με πεποίθηση ότι έχουν νόμιμο δικαίωμα να διέρχονται διά μέσου των αυλίων χώρων ξένων ιδιοκτησιών, και κυρίως του εναγομένου η οποία (ιδιοκτησία) προς το νότιο όριο αυτής, συνιστά, την είσοδο της επιδίκου διόδου με την δημοτική οδό προς εξυπηρέτηση της ανάγκης των ακινήτων των εφεσιβλήτων-εναγόντων σύμφωνα με τα αρ. 975 και 1121 Α.Κ., χωρίς μάλιστα η διέλευση αυτή να γίνεται κατά παράκληση, ή κατόπιν αδείας των ιδιοκτητών των παρόδιων ιδιοκτησιών, ιδίως του εκκαλούντος-εναγομένου και των δικαιοπαρόχων αυτού, αφού λόγω της προπεριγραφείσης θέσεως των οικοπέδων των διαδίκων εν σχέσει με τον δημοτικό δρόμο του οικισμού, υπήρχε κοινή πεποίθηση στους διαδίκους και στους απώτερους δικαιοπαρόχους αυτών, ότι είχαν νόμιμο δικαίωμα να διέρχονται διά μέσου των αυλίων χώρων των ιδιοκτησιών του εκκαλούντος.
Επομένως, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι έχουν αποκτήσει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας εμπράγματο δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου δια της επίδικης εδαφικής λωρίδας αφού ασκούν επ' αυτής πλέον της εικοσαετίας οιονεί νομή δουλείας διέλευσης διανοία δικαιούχου. Εξάλλου, πρέπει ν' αναφερθεί ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, ότι η επίδικη εδαφική δίοδος, λόγω της ύπαρξης της θέσεώς της κατέστη κοινόχρηστη οδός επί μακρό χρονικό διάστημα με την ανοχή των ιδιοκτητών, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθότι δεν μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση της περι αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, αφού απαιτείται χρονικό διάστημα ογδόντα ετών,-χρονικό διάστημα που δεν απεδείχθη- στην κοινή χρήση και στην προκείμενη περίπτωση δεν αποδείχθηκε, ότι η επίδικη έκταση υπήρξε κοινόχρηστη οδός, που είχε αφεθεί στην κοινή χρήση με τη βούληση των ιδιοκτητών της (εναγομένου και ήδη εκκαλούντος) ή των δικαιοπαρόχων του, που να δηλώθηκε με διαθήκη ή δωρεά και με την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων.
Εξάλλου, ούτε από το νόμο απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου η επίδικη έκταση. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών στις 9-1-2011 κατεδάφισε παλαιό μαντρότοιχο παραπλεύρως του επιδίκου, τοποθετώντας πασσάλους στο όριο αυτό, ενώ τον Απρίλιο 2012 προέβη στην περίφραξη του επιδίκου με δικτυωτό συρματόπλεγμα σε επαφή με την υπάρχουσα μεταλλική θύρα του ακινήτου των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, καλύπτοντας το χώρο με μπάζα, όπως και το υδρόμετρο αυτού που υπήρχε στο νοτιοδυτικό άκρο.
Με την ενέργεια του δε αυτή ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών προσέβαλε το εμπράγματο δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου των εναγόντων αφού αποκλείει κατά τον τρόπο αυτό τη χρήση της (διόδου) από τους ενάγοντες και ήδη εφεσιβλήτους. Ωστόσο, όμως, κατά του ως άνω κτηθέντος περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος δουλείας διόδου των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, του οποίου την ύπαρξη ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών αρνείται, προβάλλει νομοτύπως τον ισχυρισμό, ο οποίος είχε προβληθεί ως ένσταση ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου και νομίμως επαναφέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως λόγος εφέσεως, ότι έχει αποσβεσθεί, καθ' όσον έχει παύσει η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο του εκκαλούντος-εναγομένου υπέρ του δεσπόζοντος των εφεσιβλήτων-εναγόντων, γιατί το τελευταίο έχει αποκτήσει αυτάρκεια και συνεπώς η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη σύμφωνα με το άρ. 281 Α.Κ..
Ειδικότερα, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί η τελευταία δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.
Πρέπει, δηλαδή, η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, γιατί, αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1122, 1130, 1131 και 1138 ΑΚ, διατηρείται ακέραιη. Η, παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, που εξασφαλίζεται με την ύπαρξη πρόσοψης αυτού και την άμεση πρόσβαση και εξυπηρέτησή του από κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, διότι υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων.
Εν προκειμένω, ως προελέχθη, το δεσπόζον, ακίνητο των εφεσιβλήτων-εναγόντων είχε πάντοτε όρια με την δημοτική οδό του οικισμού στο δυτικό τμήμα αυτού από το έτος 1970 που διένειμαν το ακίνητο τους τα αδέρφια Μ., το οποίο εφάπτεται με τον δημοτικό δρόμο, ως αποδεικνύεται ιδίως από τον τίτλο κτήσεως των εφεσιβλήτων - εναγόντων και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, ενώ βόρεια συνορεύει εν μέρει με κοινοτικό δρόμο και με ιδιοκτησία κληρονόμων Β.
προς τον οποίο υφίσταται πρόσβαση και επικοινωνούν τα ακίνητα των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων. Επίσης, η οικία των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων έχει πόρτα εισόδου-εξόδου στην βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου τους και συνεπώς η (δεσπόζουσα) ιδιοκτησία των εφεσιβλήτων έχει δυνατότητα και την πλήρη ευχέρεια πλέον να εξυπηρετείται έκτοτε, για την πρόσβασή της προς και από (είσοδος και έξοδος) τον προς βορειοδυτικώς κείμενο δημοτικό δρόμο, χωρίς να αποδεικνύεται, ότι υφίσταται κανένα πραγματικό υλικό εμπόδιο ή νομικό κώλυμα ή αντιτάξιμο δικαίωμα τρίτου.
Με τη διαμορφωμένη επομένως αυτή κατάσταση το δεσπόζον κινητό δεν έχει ανάγκη της επίμαχης, μη παρέχουσας σ' αυτό πλέον ωφέλεια ή χρησιμότητα, δουλείας διόδου, αφού έχει καταστεί αυτάρκες, εξυπηρετούμενο, κατά τρόπο οριστικό, πλήρη, διαρκή, στο ίδιο μέτρο και ισοδυνάμως (πραγματικώς ή και νομικώς) από την και εξασφαλίζουσα το ίδιο περιεχόμενο χρήσεως ως και την αυτή λειτουργικότητα του (δεσπόζοντος) παράπλευρη ως άνω δημοτική οδό του οικισμού.
Σημειωτέον ότι σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 15/2-8-2011 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής περιορίστηκε το εμβαδό της ιδιοκτησίας του εναγόμενου κατά 2,5 τ.μ. στο νοτιοδυτικό άκρο αυτής (βλ. και την με αριθμό 01072/4 (112) 1/13 απόφαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής) το οποίο και έκτοτε παραμένει σε κοινή χρήση, όπως προαναφέρθηκε, ενώ και με το απ 12433/11-1-2011 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του με αριθμ.
ΚΑΕΚ …..01 ακινήτου των εναγόντων αλλά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος με αριθμ. ΚΑΕΚ ..03 προκύπτει ότι μεταξύ αυτών και των δικαιοπαρόχων του εναγομένου αφεθείσα εδαφική λωρίδα προς εξυπηρέτηση της ιδιοκτησίας των εναγομένων με τον κοινοτικό δρόμο ουδεμία επαφή υπάρχει. Στο απόσπασμα μάλιστα δεν αποτυπώνεται δρόμος τέμνων κάθετα την ιδιοκτησία του εναγομένου από νότο προς βορρά.
Εξάλλου, στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, ήτοι στα προαναφερόμενα …2/1993 και ….3/1993 συμβόλαια γονικής παροχής αναφέρεται ότι το οικόπεδό τους συνορεύει ανατολικά (αντί του ορθού νότια) σε πλευρά διαγράμματος ΓΔ μήκους 25 μ., δηλαδή σε όλο το μήκος του κοινού ορίου, με ιδιοκτησία Κ.
Π. και όχι με κοινοτικό δρόμο. Υπό τα πραγματικά αυτά δεδομένα και βάσει των προεκτεθεισών νομικών σκέψεων, η επίμαχη πραγματική δουλεία ως προς το ακίνητο των εφεσιβλήτων καταστάσα εντελώς περιττή, παρίσταται καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα ακραία αξιολογικά όρια της ΑΚ 281, αν ληφθεί υπόψη η περιορισμένη ωφέλεια του δεσπόζοντος από την διατήρηση της ανωτέρω δουλείας διόδου, δεδομένου ότι το ακίνητο των εφεσιβλήτων έχει πλέον άμεση πρόσβαση στον κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο του οικισμού, και η προκύπτουσα σημαντικότατη ζημία του ακινήτου του εκκαλούντος-εναγομένου, αφού θα παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς, ήτοι η συνέχιση της δουλείας διόδου, η οικονομική εκμετάλλευση αυτού και συνεπώς πρέπει ο σχετικός λόγος εφέσεως να γίνει κατ' ουσίαν δεκτός.
Η εκκαλουμένη, που δέχθηκε τα αντίθετα, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του αρ. 281 Α.Κ και 1136 ΑΚ. και στην εκτίμηση των αποδείξεων και κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατ' αρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ και κατόπιν τούτου, αφού η ένδικος αγωγή, κρατηθεί προς εκδίκαση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου (αρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία αβάσιμη".
Προσάπτεται δε, ότι: Συλλήβδην οι κρίσεις της αναιρεσιβαλλομένης στερούνται αιτιολογίας με αποτέλεσμα η απόφαση να μην έχει νόμιμη βάση και τούτο διότι: "α ) Ουδαμώς προκύπτει από τον τίτλο κτήσεως μας ότι το δεσπόζον ακίνητο μας βόρεια συνορεύει εν μέρει με κοινοτικό δρόμο και με ιδιοκτησία κληρονόμων Βλαχόπουλου... "προς τον οποίο υφίσταται πρόσβαση και επικοινωνούν τα ακίνητα των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων ".
Τα όρια ίου οικοπέδου μας ορίζονται στον τίτλο μας (υπ.αριθμ. 11016/27.3.2013 πράξη τροποποίησης Σύστασης Οριζόντιας Ιδιοκτησίας και ανακατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο, της Συμ/φου Κ. Σ.) και ορίζονται βόρεια σε πλευρά 1-16 μήκους 23,66 μ. με ιδιοκτησία Χ. Μ. του Λ., ανατολικά σε πλευρά 16-15 μήκους 4,15 μ.
με ιδιοκτησία Α. Π. και Θ. Μ. και σε πλευρά 15-14 μήκους 3,87 μ. με ιδιοκτησία Θ. Μ. , νότια σε τεθλασμένη πλευρά 14-13 μήκους 6,61 μ. συν 13-12 μήκους 6,51 μ. συν πλευρά 12-11 μήκους 3,82 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Π. συν πλευρά 11-10 μήκους 2,82 μ. και σε πλευρά 10-9 μήκους 1,06 μ. συν 9-8 μήκους 1,77 μ. συν 8-7 μήκους 0,48 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.
Π. , νοτιοδυτικά σε καμπύλη τεθλασμένη προσώπου 7-6 μήκους 0,66 μ. συν 6-5 μήκους 1,28 μ. συν 5-4 μήκους 0,99 μ. με την συμβολή των δύο δημοτικών οδών, δυτικά σε πλευρά προσώπου 4-3 μήκους 1,30 μ. συν 3-2 μήκους 2,17 μ. με δημοτική οδό και βορειοδυτικά σε πρόσωπο πλευράς 2-1 μήκους 2,10 με ανώνυμη δημοτική οδό , αναφέρει δε ρητώς (ο τίτλος) ως μοναδική δίοδο για την επικοινωνία μας με την δημοτική οδό την επίδικη δουλεία διόδου και μόνο.
β) Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (συμβολαιογραφικό τίτλο) προκύπτει ότι το 1970 διανεμήθηκε το οικόπεδο μεταξύ των αδελφών Μ. (Ι. και Χ.). Είναι άλλη η αυτοτελής ιδιοκτησία του Χ. Μ. (περί αυτής ο τίτλος …4/14.11.1997 πράξη Σύστασης Οριζοντίου Ιδιοκτησίας της Συμ/φου Κ. θυγ. Λ. Σ. συζ. Α.Τ. ) και άλλη και εντελώς διαφορετική η αυτοτελής ιδιοκτησία ημών των αναιρεσειόντων, δεν αποτελούσαν δε ποτέ οι αυτοτελείς αυτές ιδιοκτησίες τμήμα ενός (ενιαίου) οικοπέδου εκ του οποίου προέκυψε ο διαχωρισμός τους ή ποτέ "διανεμήθηκαν... " και το σπουδαιότερο δεν επικοινωνούν καν μεταξύ τους, αλλά μόνο συνορεύουν. 'Αλλωστε η οποιαδήποτε υποτιθέμενη διανομή θα ήταν άκυρη, καθόσον θα υπήρχε υπαίτια κατάτμηση και απόλυτη ακυρότητα μιάς τέτοιας διανομής αφού τα προκύπτοντα οικόπεδα θα είχαν εμβαδά κατώτερα του αρτίου και οικοδομήσιμου της περιοχής (ΠΔ 24-4-85 ΦΕΚ 181Δ/85 - αρτιότητα 500 τ.μ ).
γ) Η επίμαχη πόρτα του "βορειοδυτικού τμήματος" δήθεν του οικοπέδου μας , ανήκει και βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του οικοπέδου του Χ. Μ., πλην όμως η προσβαλλομένη αναιτιολόγητα θεωρεί "το βορειοδυτικό τμήμα " ως τμήμα του δήθεν ενιαίου κοινού οικοπέδου μας , από το οποίο δήθεν προέκυψαν με διαχωρισμό-διανομή τα επιμέρους τμήματα των οικοπέδων αυτοτελών ιδιοκτησιών μας και θεωρεί τοιουτοτρόπως ότι και εμείς εξαρτούμε δικαιώματα εκ της επίμαχης πόρτας , ενώ η δική μας ιδιοκτησία είναι ανεξάρτητη και δεν επικοινωνεί με την αυτοτελή ιδιοκτησία του Χ. Μ. ούτως ώστε να έχουμε πρόσβαση και εμείς στην επίμαχη πόρτα.
δ) Από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει εξάλλου ότι η επίμαχη πόρτα, βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του δικού μας οικοπέδου και κατά συνέπεια η κρίση αυτή της προσβαλλομένης στερείται της οιασδήποτε αιτιολογίας". Τα προειπωθέντα παράπονα των αναιρεσειόντων [(ολοκληρούμενα με την υπ'αυτών επιρριπτόμενη αιτίαση περί (εκ πλαγίου) παραβιάσεως και των άρθρων του ΑΚ 1122 (περί του τρόπου συστάσεως της δουλείας αν το δεσπόζον ή το δουλεύον ακίνητο ανήκει σε περισσοτέρους, 1130 (περί της εξακολούθησης ύπαρξης της δουλείας σε περίπτωση διαίρεσης του δεσπόζοντος ακινήτου), 1131 (περί της υπάρξεως της δουλείας αν διαιρεθεί το δουλεύον) και 1138 (περί της εικοσαετούς αχρησίας κα αποσβέσεως της δουλείας)], καθιστούν απαράδεκτο τον πρώτο αυτόν λόγο αναιρέσεως, αφού, υπό την επίφασιν της προαναφερθείσης πλημμέλειας, πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ'αρθρ.560 αρ.5β ΚΠολΔ πλημμέλεια, τούτου δοθέντος, διότι δεν έλαβε υπόψιν του: 1)Τον αγωγικό τους ισχυρισμό ότι: "Σημειώνεται ότι από τις δύο δημοτικές οδούς δεν υπάρχει πρόσβαση στο ακίνητό μας λόγω υψομετρικής διαφοράς του οικοπέδου μας από τις οδούς αυτές (από δύο έως τρία μέτρα περίπου και όπως λεπτομερώς αποτυπώνεται από την ως άνω Μηχανικό στο ανωτέρω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα), γεγονός που προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από Οκτωβρίου του 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου Μηχανικού Κ. Μ." και 2)Την διατυπωμένη άρνησή τους στις προτάσεις τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο "περί επικοινωνίας με τον δημοτικό δρόμο στο βόρειο τμήμα του ακινήτου τους", "δεδομένου ότι από εκεί γίνεται η επικοινωνία του ακινήτου (οικοπέδου) του Χ. Μ." "(ορ.σχετ.τις από 7-6-2017 προτάσεις μας ως εφεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, στην σελ.5 εν αρχή)". Ο λόγος αυτός είναι συνολικώς απαράδεκτος, δοθέντος ότι τα υπό στοιχ.1 προπαρατιθέμενα συνέχονται με την ιστορική βάση της (επιτρεπτώς επισκοπούμενης) αγωγής των αναιρεσειόντων, ενώ τα στον ίδιο λόγο αναιρέσεως υπό στοιχ.2 εμπεριεχόμενα δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την ανωτέρω αναλυθείσα νομική έννοια.
IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, πρέπει δε να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (αρθρ.176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.3 ΚΠολΔ)..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ .
Απορρίπτει την από 24-10-2017 αίτηση των Ανδρέα Μ., Λ. Μ. και Ιωάννη Μ., περί αναιρέσεως της 128/2017 αποφάσεως του (ως Εφετείου δικάσαντος) Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια(2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ