Legislator Case Law & Legislation
930/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on adverse possession claim, ruling facts do not support ownership transfer.

Case Number 930/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding adverse possession. The appellant argued that the lower court distorted a will to claim ownership, but the court found no evidence of such distortion. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was returned to the state, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1045 and 974 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 1 and 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document is admissible only if the court accepted facts clearly different from those stated in the document due to a manifest error in reading, and the judgment relied exclusively on that document to reach a prejudicial substantive decision.

Keywords

AI generated
adverse possession acquisition of ownership appeal against judgment distortion of document substantive law violation legal costs state treasury

Cited Legislation

AI generated
Article 1045 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 930 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 930/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπουρτζούδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Τσιάγκαλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2392/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει ο αναιρεσείων με την από 28/5/2014 αίτησή του και με τις από 17/2/2015 προτάσεις του ζητάει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 11/11/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση να το εξουσιάζει. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτή προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.

Εξ άλλο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή εάν δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης αυτής του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης πως εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση ,νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό μέσο είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος ενός οικοπέδου, κείμενου επί της οδού ... και εντός του Ο.Τ.1 του σχεδίου πόλεως της …, συνορεύοντας γύρωθεν με την οδό ...

με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Λ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Τ. και με ιδιοκτησία Μ.. Απέκτησε το ακίνητο αυτό εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας του Μ. χήρας Α. Β. ή Χ., την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε με την υπ' αριθμό .../31-3-1999 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Σερρών, νομίμως μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νιγρίτας στον τόμο … και με αριθμό 370.

Η δικαιοπάροχος αυτού είχε αποκτήσει τη νομή του ως άνω ακινήτου δυνάμει του από 6-4-1959 ιδιωτικού συμφωνητικού κατόπιν αγοράς από τον αδελφό της Δ. Τ.. Από το χρόνο της αγοράς (1959) η Μ. Β. ή Χ. νεμόταν το εν λόγω ακίνητο, εκμίσθωνε δε τούτο από το έτος 1971 και μέχρι το θάνατό της στους αδελφούς Δ. και Α. Μ.. Μετά το θάνατό της την 13-10-1985 η νομή του ακινήτου περιήλθε στον υιό και εξ αδιαθέτου κληρονόμο της ήδη ενάγοντα, ο οποίος συνέχισε να εκμισθώνει το ακίνητο στους ανωτέρω μισθωτές.

Ο ενάγων στην ένδικη αγωγή προσδιορίζει το εμβαδόν του ακινήτου στα 184,10τ.μ., ενώ το ιδιωτικό συμφωνητικό δυνάμει του οποίου το απέκτησε η δικαιοπάροχός του αναφέρει ότι το εμβαδόν αυτού είναι 162 τ.μ. Ο πραγματογνώμονας που διόρισε το δικαστήριο προσδιόρισε αυτό στα 197,75 τ.μ., πλην όμως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι εκνικώμενο (διακύβευμα της δίκης) είναι όλο ακίνητο.

Άλλωστε, παρόμοιες αποκλίσεις, ως προς το ακριβές εμβαδόν είναι συνήθεις στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας όπως εν προκειμένω, που η μεταβίβαση στην δικαιοπάροχο του ενάγοντα δεν έγινε με τον απαιτούμενο συμβολαιογραφικό τύπο, παρά με συνοπτικό ιδιωτικό συμφωνητικό. Ο ενάγων, μετά τον θάνατο της δικαιοπαρόχου του προέβη σε προσμέτρηση του ακινήτου και διαπίστωσε ότι το εμβαδόν του ακινήτου ήταν 184,10τ.μ.

Με αυτό το εμβαδόν αναφέρεται στις ετήσιες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των ετών από το 1985 έως το έτος 2007, καθώς και στις δηλώσεις ακίνητης περιουσίας των ετών 1997 και 2005, κατά την κρίση του δικαστηρίου ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο, όπως αυτό περιγράφεται στην προρρηθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης και εικονίζεται στο συνημμένο σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α.

Η προρρηθείσα ασυμφωνία σχετικά με το εμβαδόν οφείλεται σε λανθασμένες επιμετρήσεις. Σε κάθε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων νεμόταν ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, όπως περιγράφεται ανωτέρω, όση και αν είναι η ένστασή του από το έτος 1985 έως και το έτος 2008 και έχει καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Συνεπώς, δεν είναι απαραίτητη η προσμέτρηση του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου του και δεν ασκεί επιρροή στην ευδοκίμηση της αγωγής του το εάν η δικαιοπάροχος αυτού νεμόταν κατά το παρελθόν τυχόν έλασσον τμήμα του ακινήτου. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος-εναγομένου ότι δηλαδή κατά το έτος 1884 απέκτησε ατύπως με προφορική συμφωνία (αγορά) παρά της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος τη νομή τμήματος του όλου ακινήτου, εμβαδού 160 τ.μ.

και ότι με έκτακτη χρησικτησία απέκτησε την κυριότητά του, δεν επιβεβαιώθηκε. Κατά την έφεση το καταβληθέν εκ μέρους του τίμημα ανήλθε σε 50.000 δραχμές, ενώ κατά τη μοναδική κατάθεση της μάρτυρος αδελφής του σε 100.000 δραχμές. Σημειώνεται ότι πέραν της προρρηθείσης κατάθεσης, που κατά περιεχόμενο προσκρούει σε όλες τις αντίθετες, κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο ή στοιχείο δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό.

Η απαγωγική αιτίαση του εκκαλούντος-εναγομένου ότι δηλαδή ο ενάγων ουδέποτε κατέστη γενικός κληρονόμος της μοναχής μητέρας του, η οποία με δημόσια διαθήκη, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της τη μονή όπου εγκαταβίωσε και εντεύθεν ουδέποτε τη διαδέχθηκε ο ενάγων στη νομή του επιδίκου, δεν προσπορίζει στον ίδιο ουδέν δικαίωμα.

Προσέτι, μολονότι ισχυρίζεται πως η άτυπη αγορά του επιδίκου από τη μοναχή έλαβε χώρα το έτος 1984 περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο ίδιος άρχισε να νέμεται το ακίνητο μετά το θάνατο αυτής, ήτοι μετά ένα έτος (το 1985). Κατά λογική αναγκαιότητα αν είχε λάβει χώρα η επικαλούμενη άτυπη αγοραπωλησία, θα του είχε παραδοθεί έκτοτε και η νομή.

Αυτός, όπως προεκτίθεται έως τον Ιανουάριο του 2008, κατείχε το ακίνητο ως ένας εκ των μισθωτών του. Τότε για πρώτη φορά ήγειρε αξιώσεις κυριότητας επί του ακινήτου και απέβαλε τον ενάγοντα από τη νομή. Υπό τις ως άνω περιστάσεις οι ενστάσεις του περί παραγραφής της αξίωσης και καταχρηστικής άσκησης του αξιουμένου δικαιώματος, είναι απορριπτέες.

Τούτο επειδή η μεν παραγραφή είναι 20ετής και αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος που στην προκειμένη περίπτωση έλαβε χώρα μόλις τον Ιανουάριο του έτους 2008, η δε άσκηση από τον ενάγοντα του δικαιώματος για εκνίκηση της κυριότητας του οικοπέδου ουδόλως υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον ουδέποτε αδράνησε ώστε να δημιουργηθεί στον υπόχρεο εναγόμενο η καλόπιστη πεποίθηση του ότι δεν υπάρχει το εκνικώμενο κατ' αυτού δικαίωμα κυριότητας ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή, αναγνώρισε τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα κύριο ενός οικοπέδου κειμένου επί της οδού ... της … και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα εναγόμενο να αποδώσει στον ενάγοντα το ως άνω ακίνητο. Ακολούθως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση λόγω του ότι ασκήθηκε από διάδικο ο οποίος πρωτοδίκως δικάσθηκε ερήμην, κάνοντας δεκτή την έφεσή του.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμημεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1051, 974, 983, 1710 ΑΚ, 68 ΚΠολΔ, αφού υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Περαιτέρω, το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της διέλαβε σ' αυτή πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απαίτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα με τον παράγωγο τρόπο εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής με αποδοχή κληρονομίας και μεταγραφής αυτής απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, σχετικά με το ότι η μητέρα του αναιρεσιβλήτου ήταν μοναχή, και ως εκ τούτου δεν χωρούσε κατά τους ισχυρισμούς αυτού, η εξ αδιαθέτου διαδοχή, ως και με τον πρωτότυπο τρόπο της κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για τη ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκρατούν την ιστορική της βάση εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται η απόφασή του κατά τούτο σε αναιρετικό έλεγχο. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσο πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα εκτιθέμενα στην αγωγή τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο που δίκασε έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία αυτός είχε ηττηθεί αρκέστηκε για το ορισμένο της αγωγής σε στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος διότι έκρινε την αγωγή νόμιμη αν και δεν αναφέρονται σ' αυτή που είναι διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ) ότι κατά το χρόνο άσκησής της αυτός νεμόταν και κατείχε την επίδικη έκταση και ότι δεν περιγράφεται η θέση της μέσα στο οικοδομικό τετράγωνο, ενώ επιχειρείται με τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου στην πρωτοβάθμια δίκη να προσδιορισθεί το επίδικο με παραπομπή στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικού Χ.

Τ.. Ότι επίσης το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, ο οποίος έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τον απέρριψε, υποπίπτοντας έτσι το Εφετείο στις πλημμέλειες των αριθμών 1,8 και 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, σ' αυτό, αναφέρονται με πληρότητα τα θεμελιούντα την αγωγή πραγματικά περιστατικά και γίνεται σαφής αναφορά στο γεγονός ότι ο αναιρεσείων-εναγόμενος κατέλαβε και κατέχει το επίδικο, του οποίου γίνεται πλήρης περιγραφή, από του μηνός Ιανουαρίου 2008 και μέχρι της εγέρσεως της αγωγής , μη αρκούσης της επικλήσεως της αοριστίας με τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείαες προτάσεις του.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αφού μόνον ένα τέτοιο πραγματικό γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, προσάπτεται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την υπ' αριθμ. .../22-8-1979 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Νιγρίτας Σερρών Άλκη Σκέμπερη η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ 324/4-7-1984 πρακτικό δημοσίας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, την οποία κατέλιπε η μητέρα του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου και την οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε αυτός (αναιρεσείων) και δυνάμει αυτής η μητέρα του αναιρεσίβλητου εγκατέστησε κληρονόμο της την Ελληνική Θρησκευτική Κοινότητα ΓΟΧ με την επωνυμία Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ.

Επί λέξει στη διαθήκη αυτή αναφέρεται ότι "εγκαθιστώ κληρονόμους την εν … εδρεύουσα ελληνική θρησκευτική κοινότητα ΓΟΧ υπό την επωνυμία Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ επί της οδού ... εις την οποία αφήνω μετά το θάνατό μου την ψιλή κυριότητα επί του 1/4 εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου εκτάσεως 7.000 ή όσης εκτάσεως είναι πλέον ή έλαττον, μερά της εκκλησίας εις μνήμη της Παναγίας Γοργοεπηκόου και τριών παρεκκλησίων, των ξενώνων και λοιπών επ' αυτών κτισμάτων, παραρτημάτων και λοιπών επ' αυτών κτισμάτων ως είναι διαμορφωμένα σήμερα κείμενο εις θέσιν "..." της κτηματικής περιφερείας του Δήμου ...

και συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησία Κ. Ζ., κλήρο Μ. Α. με χέρσο και με δρόμο". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα ...

καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ως άνω δημόσια διαθήκη της μητέρας του αναιρεσίβλητου. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονταν στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρων 432 επ ΚΠολΔ εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια στο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί κτήσεως κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, κατά παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω υπ' αριθμ. .../22-8-1979 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Νιγρίτας Σερρών Άλκη Σκέμπερη με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε στον πρώτο λόγο αναίρεσης, αφού η μητέρα του με τη διαθήκη αυτή εγκατέστησε μοναδικό της κληρονόμο τη ελληνική θρησκευτική κοινότητα ΓΟΧ με την επωνυμία Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ οπότε ο αναιρεσίβλητος δεν την κληρονομεί ούτε εκ διαθήκης ούτε εξ αδιαθέτου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει τέτοια παραμόρφωση που επικαλείται ο αναιρεσείων, το δε αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου περί κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο με παράγωγο τρόπο στηρίζεται στην συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι αποκλειστικώς ή κυρίως στο εν λόγω αποδεικτικό έγγραφο.

Άλλωστε, και ανεξαρτήτως από αυτά, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθ. 11, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, καθόσον με αυτούς πλήττεται η απόφαση κατά το μέρος που έγινε δεκτή η βάση της αγωγής για κτήση κυριότητας από τον ενάγοντα με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και δεν ασκεί κάποια επίδραση ως προς την παραδοχή της ετέρας βάσεως της αγωγής περί κτήσεως της κυριότητας από τους ενάγοντες με έκτακτη χρησικτησία, η οποία (παραδοχή) δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 28-5-2014 αίτηση του Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ, 2392/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατ' άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-5-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2392/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ