Legislator Case Law & Legislation
930/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tenant's claim for damages due to landlord's negligence in key delivery.

Case Number 930/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the tenant's appeal against the First Instance Court's judgment awarding damages to the landlord. The court found that the tenant failed to notify the landlord about valuable rugs stored in the apartment upon key delivery, a duty of care required by law. Consequently, the tenant was held partially responsible for 30% of the loss due to their own negligence, validating the lower court's allocation of liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 288, 300, 330 of the Civil Code; A third party may claim damages from a contracting party for breach of duty causing harm to them, but the victim's own negligence may reduce or eliminate compensation if they failed to take reasonable precautions to prevent the loss.

Keywords

AI generated
third party damages tenant negligence key delivery duty contributory fault Civil Code breach apartment storage liability allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 599 of the Code of Civil Procedure
Article 614 of the Code of Civil Procedure
Article 716 of the Code of Civil Procedure
Article 819 of the Code of Civil Procedure
Article 825 of the Code of Civil Procedure
Article 288 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
Article 330 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 930 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 930/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα-Εισηγητή, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16ης Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Κουτσουλέλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ρόδω Καββάγια - Τσαταλού, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1763/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1948/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Ιουλίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 30 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Eπειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 599 εδ. β', 614, 716 εδ. β' και γ,' 819, 825 εδ. β' 288, 297, 298 Α.Κ. συνάγεται ότι, κατ' εξαίρεση της αρχής της σχετικότητας των ενοχών, σε περίπτωση που από την πλημμελή εκπλήρωση κυρίας ή παρεπομένης υποχρεώσεως του συμβαλλομένου προκληθεί ζημία σε τρίτον και όχι στον αντισυμβαλλόμενό του, είτε διότι η οικονομική αξία της παροχής έχει ήδη μεταφερθεί σε τρίτο, είτε διότι πρόκειται περί παραβάσεως παρεπομένης υποχρεώσεως, που αποσκοπεί, στα πλαίσια λειτουργίας της συμβάσεως, στην προστασία των συμφερόντων των τρίτων, σύμφωνα με την καλή πίστη (άρθρο 288 ΑΚ), ο ζημιωθείς τρίτος μπορεί να στραφεί κατά του ζημιώσαντος συμβαλλομένου και να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας του, επικαλούμενος πλημμελή, από τον τελευταίο, εκπλήρωση της παροχής, στα πλαίσια της ενδοσυμβατικής του ευθύνης, εν όψει του ότι οι ρυθμίσεις των άρθρων 914, 919 Α.Κ.

περί αδικοπρακτικής ευθύνης αυτού μπορεί να μην συντρέχουν αναγκαστικά. Στις περιπτώσεις αυτές, που είναι γνωστές με την ονομασία "ζημία τρίτου", όπου από την παράβαση της ενοχικής υποχρεώσεως του συμβαλλομένου οφειλέτη ο αντισυμβαλλόμενος του δανειστή δεν είναι δυνατόν να υποστεί ζημίες, ο ανωτέρω οφειλέτης οφείλει να φέρει τις συνέπειες της πλημμελούς εκπληρώσεως της συμβατικής του υποχρεώσεως και να αποκαταστήσει τη ζημία του τρίτου, η οποία οφείλεται στην παράβαση αυτή.

Η εντός των πλαισίων λειτουργίας συμβάσεως μεσιτείας παράδοση των κλειδιών διαμερίσματος, στο οποίο βρίσκονται αποθηκευμένα πράγματα, στο μεσίτη, προκειμένου να παρασχεθεί σε αυτόν η δυνατότητα να επισκεφθούν το ακίνητο τρίτοι ενδιαφερόμενοι για τη μίσθωση ή την αγορά αυτού, δημιουργεί, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αυτοτελή παρεπόμενη υποχρέωση φυλάξεως για τον μεσίτη, υπό την έννοια της λήψεως από αυτόν όλων των αναγκαίων μέτρων για την αποφυγή ευχερούς εισόδου τρίτων σε αυτό και προκλήσεως ζημιών στο διαμέρισμα ή στα αποθηκευμένα σε αυτό πράγματα (μή παράδοση κλειδιών σε τρίτους, κλείδωμα της εξωτερικής θύρας του διαμερίσματος μετά από κάθε επίσκεψη του μεσίτη με τον ενδιαφερόμενο τρίτο κλπ).

Η τυχόν πλημμελής εκπλήρωση της ανωτέρω παρεπόμενης υποχρεώσεως φυλάξεως και η εξ αυτής πρόκληση ζημίας έχει ως συνέπεια την υποχρέωση του μεσίτη να αποζημιώσει τον αντισυμβαλλόμενό του ή, σε περίπτωση προκλήσεως της ζημίας σε τρίτον (πχ. μισθωτή του διαμερίσματος), τον τελευταίο, κατά τα προεκτεθέντα.

Η εν λόγω παρεπόμενη υποχρέωση φυλάξεως δεν προϋποθέτει την κατάρτιση ιδίας (αυτοτελούς) συμβάσεως εντολής (ως προς το ακίνητο) ή παρακαταθήκης (ως προς τα ευρισκόμενα σε αυτό κινητά), αλλά δημιουργείται, στα πλαίσια άλλης έννομης σχέσεως και συγκεκριμένα της συμβάσεως μεσιτείας. Οι σχετικές ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικος που αφορούν την ευθύνη του εντολοδόχου (άρθ. 713, 714 Α.Κ.) ή του θεματοφύλακα (άρθ. 822, 823 Α.Κ.) εφαρμόζονται αναλόγως για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων και του ύψους της οφειλομένης αποζημιώσεως για την προκληθείσα ζημία, λόγω της πλημμελούς εκπληρώσεως της πιο πάνω παρεπομένης υποχρεώσεως φυλάξεως.

Για να είναι ορισμένη, κατά τα άρθρα 112 αριθ. 4 και 216§1 εδ.α' Κ.Πολ.Δ., η αγωγή αποζημιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ζημιώσαντος συμβαλλομένου, απαιτείται αλλά και αρκεί να διαλαμβάνεται στο οικείο αγωγικό δικόγραφο η καταρτιθείσα μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση, το αντικείμενο αυτής, η πλημμελής εκπλήρωση της υποχρεώσεως του ζημιώσαντος με ειδικότερη αναφορά στα πραγματικά περιστατικά της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος αντισυμβαλλομένου που συνιστούν την επικαλούμενη πλημμέλεια, η υπαιτιότητα αυτού, η προκληθείσα ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πλημμελούς εκπληρώσεως της παροχής και της προκληθείσας ζημίας.

Εάν η πλημμελής εκπλήρωση της παροχής του ζημιώσαντος οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά αυτού, η συγκεκριμενοποίηση αυτής μπορεί να γίνει και με βάση τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και εάν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Για το ορισμένο της ζημίας επί καταστροφής ή απώλειας πράγματος, αρκεί ο προσδιορισμός της ταυτότητας αυτού κατ' είδος και της αξίας του κατά το χρόνο της προκλήσεως της ζημίας. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337 και 338 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η επίκληση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου δεν συνιστά στοιχείο της αγωγής, ούτε δεσμεύει το Δικαστήριο ή τον διάδικο ο νομικός χαρακτηρισμός της επίδικης έννομης σχέσεως που δίδεται από τον ενάγοντα, διότι το Δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική της βάση και το αίτημα αυτής.

Η αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο υπαγωγή της ιστορικής βάσεως της αγωγής στην ορθή νομική διάταξη, κατά παραγνώριση της μη εφαρμοστέας διατάξεως που εσφαλμένως παραθέτει ο ενάγων στην αγωγή, δεν μετατρέπει το σύστημα παροχής έννομης προστασίας, στα πλαίσια της πολιτικής δίκης, από συζητητικό σε ανακριτικό, ούτε στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να αμυνθεί και να τύχει δικαστικής προστασίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 του ισχύοντος Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες.

Στην προκειμένη περίπτωση , με την από 2-12-2004 αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι στα πλαίσια συμβάσεως μεσιτείας που είχε καταρτισθεί μεταξύ των εναγομένων και της εκμισθώτριας ( τρίτης ), ενός διαμερίσματος, το οποίο η ενάγουσα είχε μισθώσει από 1-10-2002 και χρησιμοποιούσε ως γραφείο, προκειμένου να μελετά και να συγγράφει, επρόκειτο δε να το παραδώσει στην εκμισθώτρια στις 30-9-2004, λόγω επικειμένης λύσεως της μισθώσεως, αυτή (ενάγουσα) παρέδωσε στον τρίτο από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντα τα κλειδιά αυτού, προκειμένου να μπορούν οι εναγόμενοι μεσίτες να το επιδεικνύουν σε ενδιαφερομένους μελλοντικούς μισθωτές.

Ότι σε μικρή αποθήκη του διαμερίσματος είχαν τοποθετηθεί έξι τάπητες, τρείς περσικοί και τρείς τούρκικοι, που είχαν κατασκευασθεί κατά τον 190 αιώνα, περιγραφόμενοι στην αγωγή, αξίας 28.000 ευρώ, ανήκοντες σε αυτή κατά κυριότητα. Ότι στα πλαίσια της ως άνω συμβάσεως μεσιτείας, οι εναγόμενοι είχαν στην παρεπομένη υποχρέωση να φυλάττουν την ευρισκόμενη εντός του διαμερίσματος οικοσκευή.

Ότι από την έλλειψη προσοχής αυτών, οι οποίοι δεν επέδειξαν την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, αλλά και την επιμέλεια που οι ίδιοι θα επιδείκνυαν για τη δική τους οικία, παρέδωσαν τα κλειδιά σε άγνωστο άτομο ή παρέλειψαν να κλειδώσουν τη θύρα αυτού, με συνέπεια, κατά το από 25 έως 27 Σεπτεμβρίου 2004, τρίτοι, να αφαιρέσουν, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση, τους πιο πάνω τάπητες.

Ότι από την ως άνω πλημμελή εκπλήρωση της υποχρεώσεως φυλάξεως, η ιδία υπέστη την προαναφερθείσα ζημία και ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρο, να της καταβάλουν, προς αποζημίωσή της, το ποσό των 28.000 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις περί ευθύνης του θεματοφύλακα από τη σύμβαση παρακαταθήκης.

Η αγωγή, έχουσα το προεκτιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα, περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα κατά νόμο απαραίτητα στοιχεία προς θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως της ενάγουσας. Για το ορισμένο της πιο πάνω αγωγής δεν απαιτείτο η μνεία των συνθηκών καταρτίσεως συμβάσεως παρακαταθήκης μεταξύ των διαδίκων, ο τύπος αυτής, οι επί μέρους όροι αυτής, η τυχόν συμφωνηθείσα αμοιβή και το ύψος αυτής, αφού η αγωγή ερείδεται στην επικαλούμενη πλημμελή εκπλήρωση της παρεπομένης υποχρεώσεως προς φύλαξη της υπάρχουσας στο διαμέρισμα οικοσκευής της ενάγουσας από τον εναγόμενο που είχε τα κλειδιά του διαμερίσματος, στα πλαίσια λειτουργίας της συμβάσεως μεσιτείας μεταξύ των εναγομένων και τρίτης (της εκμισθώτριας του διαμερίσματος) και όχι στην κατάρτιση ιδίας συμβάσεως παρακαταθήκης μεταξύ των διαδίκων.

Επίσης γίνεται μνεία της από αμέλεια πλημμελούς συμπεριφοράς του εναγομένου, με επαρκή αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που την θεμελιώνουν, η οποία είχε ως συνέπεια την προκληθείσα ζημία, χωρίς να απαιτείται για το ορισμένο των θεμελιούντων την πλημμέλεια του εναγομένου: πραγματικών περιστατικών η περαιτέρω περιγραφή των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ο εναγόμενος λησμόνησε ανοικτή την πόρτα του διαμερίσματος, ο χρόνος και οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτός παρέδωσε τα κλειδιά σε τρίτον, το εάν η αποθήκη ήταν ανοικτή ή κλειδωμένη, το για ποιο λόγο η ενάγουσα δεν είχε μεταφέρει τα ως άνω κινητά, αν και είχε αδειάσει το διαμέρισμα εν όψει της προσεχούς αποχωρήσεώς της.

Επαρκώς επίσης προσδιορίζεται στο οικείο δικόγραφο η αξία των ταπήτων που εκλάπησαν, με αναφορά στην ταυτότητα αυτών κατ' είδος, προέλευση, μέγεθος και χρώμα και στην αξία, κατά τον χρόνο της ζημίας, ενός εκάστου εξ αυτών, δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο του σχετικού στοιχείου η αναφορά της χώρας κατασκευής, του έτους κατασκευής, του τόπου και χρόνου αγοράς αυτών από την οικογένεια της ενάγουσας, του εάν αυτά ήταν περσικής ή τουρκικής προελεύσεως ή είχαν μόνο τουρκικά ή περσικά σχέδια και είχαν κατασκευασθεί σε τρίτη χώρα, του εάν έφεραν ειδική ετικέττα που περιείχε πληροφορίες γι' αυτά ή του τρόπου τιμολογήσεως της αξίας αυτών, ενώ από το περιεχόμενο της αγωγής σαφώς προκύπτει ότι η αποθήκη, όπου οι ως άνω 3 τάπητες είχαν τοποθετηθεί, ευρισκόταν εντός του μισθωμένου από την ενάγουσα διαμερίσματος.

Ουδέν απαράδεκτο γεννάται λόγω αντιφατικότητας της αγωγής ως προς την επικαλούμενη αμελή συμπεριφορά του εναγομένου να παραδώσει σε τρίτον τα κλειδιά του διαμερίσματος ή να λησμονήσει ανοικτή την πόρτα του διαμερίσματος, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν ειδικότερα την αμέλεια αυτού, συνισταμένη τόσο στην μία, όσο και στην άλλη περίπτωση στο ότι κατέστησε ευχερή με την συμπεριφορά του την είσοδο στο διαμέρισμα, θα προκύψουν από τις αποδείξεις.

Κανένα άλλο στοιχείο δεν απαιτείται για να είναι ορισμένη και νόμιμη η αγωγή με την ως άνω βάση. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού νόμου, και ορθώς έκρινε την αγωγή ορισμένη και παραδεκτή. Επομένως οι τρίτος και τέταρτος, κατά το οικείο μέρος του, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων.

Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 β'Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 , στοιχ. β', 346 και 453 §1 Κ.Πο.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η εφεσίβλητη. Των εγγράφων αυτών έγινε σαφής, και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις της (σελ. 11, 12 και 13). Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 β' Κ.Πολ.Δ., δεύτερος, αντίθετος, λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα για την κλοπή των ταπήτων. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, και δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αποδείξεως αλλά ανταποδείξεως.

Το Εφετείο, το οποίο αντέκρουσε τον ισχυρισμό αυτόν, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δ. Επομένως ο πέμπτος (υπό στ. γ'και δ'), αντίθετος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. - Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας.

Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Εξάλλου ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι την 1η Οκτωβρίου 2001, η ενάγουσα μίσθωσε από την ... το επί της οδού ... αρ. ..., στην ..., διαμέρισμα, επιφάνειας 85 τ.μ., ιδιοκτησίας της τελευταίας.

Το εν λόγω διαμέρισμα η ενάγουσα χρησιμοποιούσε ως χώρο γραφείου για μελέτη και συγγραφή βιβλίων. Ο χρόνος της μισθώσεως ορίσθηκε για δύο έτη, σιωπηρά όμως ανανεώθηκε για ένα ακόμη έτος, δηλαδή μέχρι και τις 30 Σεπτεμβρίου 2004, οπότε η ενάγουσα θα παρέδιδε το μίσθιο διαμέρισμα στην εκμισθώτρια. Επικειμένης λύσεως της μισθώσεως, η εκμισθώτρια του ανωτέρω διαμερίσματος που είναι μόνιμη κάτοικος Ιταλίας, ανέθεσε προφορικώς, τον Ιούνιο του έτους 2004, στους εναγομένους ... (μη διάδικο στην ανοιγείσα με την έφεση δίκη, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή με την εκκαλουμένη απόφαση), που διατηρεί μεσιτικό γραφείο επί της οδού ...

αρ. ... στην ... υπό τον διακριτικό τίτλο "...", και Χ (εκκαλούντα), εξωτερικό συνεργάτη του πιο πάνω γραφείου, την ανεύρεση νέου μισθωτή για την εκμίσθωση του διαμερίσματος, μετά την λύση της μισθώσεως. Στα πλαίσια της ως άνω συμβάσεως μεσιτείας, ο εκκαλών Χ ανέλαβε την επικοινωνία με τους ενδιαφερόμενους μισθωτές, τον καθορισμό των συναντήσεων (ραντεβού) και την επίδειξη του διαμερίσματος.

Τα ανωτέρω ρητώς συνομολογούνται από τον εκκαλούντα με τις προτάσεις αυτού τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση (άρθ. 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το πρώτο διάστημα οι επισκέψεις των ενδιαφερομένων γινόντουσαν κατόπιν προηγούμενης τηλεφωνικής επικοινωνίας του εκκαλούντος με την ενάγουσα, προκειμένου κατά την συμφωνηθείσα ώρα να βρίσκεται στο διαμέρισμα κάποιος που είχε κλειδιά αυτού και συγκεκριμένα, άλλοτε ο εξετασθείς ως μάρτυρας αποδείξεως ..., στενός φίλος για τριάντα έτη της ενάγουσας, και άλλοτε, η Βουλγαρικής υπηκοότητας οικιακή βοηθός της ενάγουσας ... .

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2004 όμως, η ενάγουσα προς διευκόλυνση τόσο δική της, όσο και του εναγομένου Χ παρέδωσε στον τελευταίο ένα αντίγραφο των κλειδιών του διαμερίσματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ανάμεσα στα λιγοστά έπιπλα που υπήρχαν εντός του διαμερίσματος, περιλαμβάνονταν και έξι χειροποίητοι τάπητες, τρεις περσικοί και τρεις τουρκικοί, καθώς και ένα ψυγείο, μεταχειρισμένο και χωρίς ιδιαίτερη αξία.

Οι τάπητες χρονολογούντο από τις αρχές του 19ου αιώνα. Ειδικότερα οι περσικοί τάπητες αποτελούνταν από ένα ζεύγος ταπήτων, χρώματος πρασίνου και διαστάσεων 1,50 χ 2,00 μ. ο καθένας με 1000 κόμπους ανά τετραγωνικό μέτρο, συνολικής αξίας 15.000 ευρώ και από έναν τάπητα, χρώματος ροζ, διαστάσεων 1,40 χ 1,80 μ. με 1.000 κόμπους ανά τετραγωνικό μέτρο, αξίας 10.000 ευρώ.

Οι τουρκικοί τάπητες αποτελούντο από ένα τάπητα χρώματος καφέ, διαστάσεων 1,50 χ 2,00 μ. και δύο τάπητες με σχέδια λουλουδιών, διαστάσεων 1,20 χ 0,80 μ. ο ένας και 0,80 χ 1,00 μ. ο άλλος. Η αξία των τουρκικών ταπήτων ήταν πολύ μικρότερη εκείνης των περσικών, ανερχόταν δε στο ποσό των 1.000 ευρώ τουλάχιστον για κάθε τάπητα.

Επομένως η συνολική αξία αυτών ανερχόταν στο ποσό των 28.000 ευρώ. Περί της αξίας των ως άνω ταπήτων, σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων ... και ..., αντικέρ έργων τέχνης και εκτιμητών (ο δεύτερος), στις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δεν αναιρούνται από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο.

Τους ανωτέρω τάπητες είχε αγοράσει ο παππούς της ενάγουσας στην ... της ..., και είχαν περιέλθει στην κυριότητα της ενάγουσας από κληρονομιά της μητέρας της, η οποία με την σειρά της τους είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της, παππού της ενάγουσας. Οι τάπητες αυτοί από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2004 είχαν τυλιχθεί και τοποθετηθεί σε μικρή αποθήκη εντός του διαμερίσματος, προκειμένου να τους μεταφέρει η ενάγουσα στην οικία της, όταν θα πραγματοποιείτο η μετακόμιση.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 2004, ημέρα Σάββατο, η ενάγουσα επισκέφθηκε το μισθωμένο διαμέρισμα μαζί με τον εξετασθέντα μάρτυρα αποδείξεως ... και διαπίστωσε ότι οι τάπητες ήταν στη θέση τους, δηλαδή ήσαν τοποθετημένοι στην μικρή αποθήκη του διαμερίσματος. Την Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2004, όταν η ενάγουσα επισκέφθηκε μόνη εκ νέου το διαμέρισμα, διαπίστωσε ότι οι τάπητες έλειπαν μαζί με το ψυγείο.

Η ενάγουσα πληροφορήθηκε από ένοικο της πολυκατοικίας ονόματι ..., ο οποίος κατοικεί σε διαμέρισμα του ισογείου, ότι την Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2004 και περί ώρα 13.30' - 14.00' , καθώς έπλενε το αυτοκίνητό του, αντιλήφθηκε δύο άντρες, ο ένας ηλικιωμένος, περίπου 60 ετών και ο άλλος νέος, να μεταφέρουν ένα ψυγείο από τους πάνω ορόφους της πολυκατοικίας, μαζί με κάποια άλλα πράγματα σε σακκούλες που δεν μπόρεσε να ιδεί τί ήταν.

Όπως αποδείχθηκε από την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα δύο άτομα που μετέφεραν το ψυγείο σε μικρό κλειστό φορτηγό αυτοκίνητο, χρώματος λευκού, ήταν ο εκκαλών Χ (το ηλικιωμένο άτομο) και ο εξετασθείς ως μάρτυρας ανταποδείξεως ..., ηλικίας τότε 42 ετών, έμπορος. Πράγματι ο εκκαλών, λίγες ημέρες πριν είχε συμφωνήσει με τον εξετασθέντα μάρτυρα αποδείξεως ..., ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας, να αγοράσει το ως άνω ψυγείο αντί του ποσού των 70 ευρώ, γεγονός που δεν αναιρείται από τα όσα αντίθετα κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας και ανωμοτί η ίδια η ενάγουσα, των οποίων οι καταθέσεις στο σημείο αυτό δεν κρίνονται από το Δικαστήριο πειστικές.

Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο εκκαλών, ο οποίος κατείχε αντίγραφο των κλειδιών του διαμερίσματος και φύλασσε αυτά σε κλειδοθήκη εντός του πιο πάνω μεσιτικού γραφείου, είχε παραδώσει τα κλειδιά σε ενδιαφερόμενο μισθωτή, προκειμένου να επισκεφθεί μόνος το διαμέρισμα ή σε οποιονδήποτε τρίτο.

Ο ίδιος ο εκκαλών στην ανώμοτη εξέτασή του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αρνείται ότι παρέδωσε σε τρίτον τα κλειδιά. Αλλά και οι εξετασθέντες μάρτυρες ανταποδείξεως ... και ..., υπάλληλοι του μεσιτικού γραφείου υπό τον διακριτικό τίτλο ..., στην δοθείσα από αυτούς ένορκη βεβαίωση ρητώς αποκλείουν το ενδεχόμενο αυτό, ενώ επίσης καταθέτουν ότι ο εκκαλών ήταν έμπειρος μεσίτης και πολύ προσεκτικός κατά την ασφάλιση ακινήτων που επεδείκνυε σε ενδιαφερόμενους πελάτες.

Παρά ταύτα αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ως άνω αφαίρεση των ταπήτων οφείλεται σε πλημμελή εκπλήρωση της παρεπόμενης υποχρεώσεως φυλάξεως των ευρισκόμενων στο ως άνω διαμέρισμα κινητών της ενάγουσας, την οποία ο εκκαλών είχε αναλάβει στα πλαίσια λειτουργίας της συμβάσεως μεσιτείας μεταξύ αυτού και της εκμισθώτριας του διαμερίσματος ..., συνισταμένη στο ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει δεν επέδειξε την επιμέλεια του μέσου συνετού κοινωνικά ανθρώπου, αλλά ούτε και την επιμέλεια που δείχνει στις δικές του υποθέσεις, η οποία αντιστοιχεί τουλάχιστον σε εκείνη του μέσου συνετού κοινωνικού ανθρώπου, (αφού, όπως καταθέτουν οι μάρτυρες αποδείξεως, ο εκκαλών είναι πολύ προσεκτικός), αλλά κατά την επίσκεψή του στο πιο πάνω διαμέρισμα για την από αυτόν παραλαβή του ψυγείου, λησμόνησε να κλειδώσει την εξωτερική θύρα του διαμερίσματος, με συνέπεια να καταστήσει, ευχερή την είσοδο σε αυτό τρίτου άγνωστου δράστη, που αφαίρεσε τους πιο πάνω τάπητες, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους.

Τούτο σαφώς προκύπτει από το γεγονός ότι οι τάπητες αφαιρέθηκαν κατά το διάστημα από 25 Σεπτεμβρίου έως 27 Σεπτεμβρίου 2004, σε συνδυασμό προς το ότι η κλοπή δεν έλαβε χώρα μετά από διάρρηξη του διαμερίσματος, όπως προκύπτει από την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα αποδείξεως ότι δεν υπήρχε κανένα ίχνος διαρρήξεως ή παραβιάσεως της θύρας του διαμερίσματος.

Επίσης βέβαιο είναι ότι οι τάπητες δεν αφαιρέθηκαν από άτομα του φιλικού ή επαγγελματικού περιβάλλοντος της ενάγουσας, που είχαν αντίγραφο των κλειδιών, συμπεριλαμβανομένων και των οικιακών βοηθών της, τις οποίες απασχολεί επί πολλά έτη στην οικία της και τις εμπιστεύεται και εκ των οποίων η μόνη που είχε κλειδιά ..., κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η ανωτέρω κλοπή, βρισκόταν στην Βουλγαρία, απ' όπου επέστρεψε στις 29 Σεπτεμβρίου 2004, όπως προκύπτει από το διαβατήριο αυτής.

Για την ως άνω κλοπή, η ενάγουσα υπέβαλε στις 30-9-2004 προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών μήνυση κατ' αγνώστων. Επομένως, εξ αιτίας της ως άνω πλημμελούς εκπληρώσεως της παρεπόμενης υποχρεώσεως προς φύλαξη, από αμέλεια του εκκαλούντος, η ενάγουσα υπέστη ζημία της τάξεως των 28.000 ευρώ. Ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως ως προς την ύπαρξη αξιώσεως αποζημιώσεως της ενάγουσας σε βάρος του εκκαλούντος, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, αν και με εσφαλμένη κατά ένα μέρος αιτιολογία, το μεν ως προς την νομική θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως της ενάγουσας, η οποία έχει έρεισμα στην κατά τα ανωτέρω πρόκληση ζημίας σε βάρος τρίτου, (της ενάγουσας), λόγω πλημμελούς εκπληρώσεως παρεπόμενης υποχρεώσεως προς φύλαξη του εναγομένου, στα πλαίσια λειτουργίας άλλης κύριας συμβάσεως (μεσιτείας), εκ της οποίας ο αντισυμβαλλόμενος δεν υπέστη ο ίδιος ζημία, και όχι στα πλαίσια ευθύνης του εντολοδόχου από σύμβαση εντολής μεταξύ των διαδίκων, αφού τέτοια σύμβαση δεν καταρτίσθηκε, το δε ως προς τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του εκκαλούντος πραγματικά περιστατικά.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς όλα τα περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφήρμοσε, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε, ενώ δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.- Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 εδ. α Α.Κ. ορίζεται ότι αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκταση αυτής, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 330 εδ. β' Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, προκύπτει ότι σε περίπτωση που έχει προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, αν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε από αμέλειά του, δηλαδή από τη μη καταβολή της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο, από την δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως, η οποία (πράξη) ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει την ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Η εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία μπορεί να οφείλεται είτε σε αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής, είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως εις πράγματα αναγομένη, ως αποδειχθέντα ότι η ενάγουσα, καίτοι δεν διέμενε στο ως άνω διαμέρισμα κατά την επίδικη χρονική περίοδο, επικείμενης της παραδόσεως αυτού στην εκμισθώτρια, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, παρέλειψε, κατά την παράδοση από αυτήν των κλειδιών του διαμερίσματος στον εκκαλούντα, στις αρχές Σεπτεμβρίου 2004, να ενημερώσει αυτόν ότι εντός της αποθήκης του διαμερίσματος είχαν τοποθετηθεί τάπητες μεγάλης αξίας, ενέργεια η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την επίταση της προσοχής του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά την ασφάλιση του διαμερίσματος και συνακόλουθα την αποτροπή της ζημίας.

Έτσι συντέλεσε, με τη συμπεριφορά της αυτή, στην πρόσκληση της ζημίας της κατά ποσοστό 30%. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού με βάση αυτές και εδικώτερα την αποδιδόμενη στον κάθε διάδικο αμελή συμπεριφορά, απέδωσε στον καθένα το ποσοστό συνυπαιτιότητας στο επελθόν αποτέλεσμα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 300 ΑΚ.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, έκτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-7-2007 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1948/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡEYΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ