Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision due to lack of legal basis for evidence exclusion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific documentary evidence, including a letter from APODOSIS AELE and various sworn statements. The court rejected this claim, ruling that the appellate court had properly evaluated all admissible evidence and that the excluded letter constituted inadmissible third-party testimony used improperly in the civil trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 K.Pol.D.; Art. 669 A.K.; The appeal against a decision is inadmissible when the lower court has considered all legally presented evidence and the alleged omission concerns only inadmissible documents or minor drafting errors without affecting the substantive judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 930 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 930/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κοτσώνη. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 703/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9352/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-6-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 20-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ...... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ........, προκύπτει ότι κεκυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου για την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 28/1997, Ολ ΑΠ 30/1997). Αντίθετα δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως, ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμιση τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.
Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 669 ΑΚ καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό, δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από εκείνον που προβαίνει σ' αυτήν (καταγγελία). Αποτελεί όμως άσκηση δικαιώματος και κατά συνέπεια υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, διότι διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), οπότε ο εργοδότης αρνούμενος τις υπηρεσίες του εργαζόμενου καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή προς αυτόν του μισθού του, κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ.
Θεωρείται δε ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν αυτή έγινε από τον εργοδότη εκ λόγων εκδικήσεως ή εχθρότητας συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του μισθωτού μη αρεστής στον εργοδότη, όπως είναι η διεκδίκηση από τον μισθωτή των εκ της εργασιακής του σχέσεως νομίμων δικαιωμάτων του. Αντίθετα δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφο του, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι αναιρεσείων προσλήφθηκε την 1-7-1997 από την αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρία, προκειμένου να εργαστεί ως ειδικός συνεργάτης για τη διαχείριση του μηχανογραφικού της συστήματος.
Από 13-11-1998 μεταβλήθηκε το περιεχόμενο της συμβάσεως που συνέδεε του διαδίκους μετά από κοινή συμφωνία και έκτοτε ο αναιρεσείων παρείχε πλέον τις υπηρεσίες του ως αντικριστής της αναιρεσίβλητης μέχρι 22-5-2002 οπότε η τελευταία κατήγγειλε την πιο πάνω σύμβαση εργασίας, ενεργώντας κατά το διευθυντικό της δικαίωμα προς υπεράσπιση του αληθινού της συμφέροντος, αφού η καταγγελία οφείλεται αποκλειστικά σε αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία επέφερε τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπο του. "Ειδικότερα, ο ενάγων δεν τηρούσε, ή τηρούσε πλημμελώς στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων του ως αντικριστή, τα πινακίδια εκτέλεσης εντολών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών των οποίων ήταν υπεύθυνος, παραβιάζοντας κατά τον τρόπο αυτό, τόσο τη συμβατική του υποχρέωση, όσο και το θεσμικό πλαίσιο για τα βιβλία και τα παραστατικά που πρέπει να τηρούν τα μέλη του Χ.Χ.Α.
Στο πλαίσιο της ιδιότητας του ως αντικριστή, προέβαινε συστηματικά σε εκτέλεση εντολών αγοράς που προέρχονταν από πελάτες των οποίων τα χρεωστικά υπόλοιπα ήταν μεγαλύτερα της αποτίμησης των χαρτοφυλακίων τους (κόκκινοι κωδικοί). Στο πλαίσιο της από 19-10-2000 συνεργασίας της εναγομένης με την VALADION Α.Ε.Λ.Δ.Ε.
αρνήθηκε να μεταβιβάσει στους αρμόδιους αντικριστές εντολή αγοράς μετοχών που του παρασχέθηκε από τον αρμόδιο εκπρόσωπο της εν λόγω Α.Ε.Λ.Δ.Ε. Επίσης, αρνήθηκε να παράσχει τη συνδρομή του στους εκάστοτε ελέγχους που διενεργήθηκαν από την εναγομένη στο πλαίσιο του εσωτερικού ελέγχου. Αντίθετα δεν αποδείχτηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι οι εκπρόσωποι της εναγομένης κατήγγειλαν τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας εντελώς καταχρηστικά από λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως προς το πρόσωπο του ενάγοντος".
Μετά ταύτα έκρινε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, από την αναιρεσίβλητη δεν υπερβαίνει τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος όρια, και συνεπώς δεν είναι καταχρηστική, απέρριψε δε τους σχετικούς λόγους εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως η οποία είχε δεχτεί τα ίδια.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε ως προς το θέμα της υπάρξεως λόγων που δικαιολογούν την καταγγελία της συμβάσεως, σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη.
Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 42/2002). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 671 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, σε υποθέσεις, που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι μαρτυρίες των τρίτων δίδονται, είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Μαρτυρία, που δόθηκε με άλλο τρόπο, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αυτό ισχύει και για τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων, οι οποίες αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον όμως έγιναν για να χρησιμοποιηθούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι ως άνω δικονομικές διατάξεις (Ολ.
Α.Π. 8/1987). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο αναφερόμενο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς να λάβει υπόψη του τα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι: α) συστατική επιστολή της ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΑΕΛΔΕ με την οποία πιστοποιείται ότι δεν ήταν αυτός ο υπάλληλος που καταχωρούσε τις εντολές των πελατών της, καθώς και την με αριθμ.
κατ. 1774/2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά πρώην στελεχών της. β) την από 26-2-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά στελεχών της, το από ..... δελτίο τύπου της Εσωτερικής Κεφαλαιοαγοράς, την από ..... επιστολή του Διευθυντή πωλήσεων της αναιρεσίβλητης, τα υπ' αριθμ. .... πρακτικά του Πολ. Πρωτ. Αθηνών, αντίγραφα του χαρτοφυλακείου της εταιρίας "PRIME CAPITAL AEΛΔΕ, το υπ' αριθμ. 242/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, την από 26-2-2002 αγωγή της αναιρεσίβλητης, το από ....
πρακτικό της Βουλής των Ελλήνων, την υπ' αριθμ. 1568/2002 απόφαση του Μονομ. Πρωτ. Αθηνών, το με αριθμ. πρωτ. ... σημείωμα της αναιρεσίβλητης και το με ημερομηνία ..... εσωτερικό σημείωμα της αναιρεσίβλητης, γ) 4 επιστολές των ΕΛΔΕ με τις οποίες συνεργαζόταν η αναιρεσίβλητη που πιστοποιούν για το ήθος του, δύο συστατικές επιστολές των .....
και .... και την υπ' αριθμ. ...... επιστολή της Κεφαλαιοαγοράς και δ) τις ένορκες βεβαιώσεις, των: Γ1, Γ2 και Γ3 ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Παπαθανασίου. Όμως όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε, έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους και προσκομισθέντα έγγραφα και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, πλην του πρώτου, ήτοι της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα συστατικής επιστολής της εταιρίας "ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΑΕΛΔΕ", η οποία ορθώς δεν ελήφθη υπόψη, αφού αποτελεί μαρτυρία τρίτου που δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην προκείμενη μεταξύ των διαδίκων πολιτική δίκη χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 671 του Κ.Πολ.Δ, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να λήφθεί υπόψη ούτε ως δικαστικό τεκμήριο.
Εξάλλου ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, από προφανή δε παραδρομή έχει αναγραφεί δύο φορές ο αριθμός 13215, αντί του αριθμού 13214-13215, ουδεμία όμως αμφιβολία καταλείπεται, ότι οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ένορκες βεβαιώσεις, είναι αυτές των Γ1, Γ2 και Γ3, ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Παπαθανασίου.
Επομένως και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2007 αίτηση του χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9352/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ