Legislator Case Law & Legislation
92/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and inadmissible procedural grounds in labor dispute.

Case Number 92/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a First Instance Court decision in a labor dispute, ruling that the appellants' claims were barred by a prior valid settlement. The court held that arguments regarding the abuse of right were irrelevant since the First Instance judgment was based independently on the unreasonableness of the appellants' exercise of rights. Furthermore, the court declared the appeal inadmissible because the specific grounds cited did not fall within the limited scope of reviewable errors for appeals against First Instance decisions in labor cases.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 560 of the Code of Civil Procedure; The exercise of a right is prohibited if it exceeds the limits imposed by good faith, and appeals against First Instance decisions are restricted to specific statutory grounds, excluding errors in evidence admission or document content.

Keywords

AI generated
abuse of right labor dispute admissibility of appeal good faith principle valid settlement procedural exhaustion court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 92 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 92/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Σοφία Τζουμερκιώτη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Φ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 3) Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 4) Ι. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 5) Η. Γ. του Α., κατοίκου ..., 6) Λ. Α. του Ι., κατοίκου ... και 7) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 631/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2132/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/7/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση από 10ης Ιουλίου 2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 2132/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση η οποία έχει εκδοθεί, αντιμωλία των διαδίκων, έγινε δεκτή η από 12ης Ιουνίου 2015 έφεση της καθ' ης τραπεζικής εταιρίας "... Α.Ε." και απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 1ης Οκτωβρίου 2014 αγωγή των αναιρεσειόντων κατ' αυτής, αφορώσα εργατική διαφορά, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθμόν 631/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η εν λόγω αγωγή. Η αίτηση, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, συνάγεται ότι καταχρηστικότης υπάρχει, όταν από την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου ή την διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση η άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, η οποία πρέπει να κρατεί στις συναλλαγές, ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό αυτού, ώστε να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Η εν λόγω διάταξη ως έχουσα έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως εφαρμόζεται και επί ασκήσεως δικαιωμάτων απορρεόντων από άλλες επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, ως είναι και οι αξιώσεις των εργαζομένων από την σύμβαση εργασίας περί καταβολής διαφοράς αποδοχών, ιδίως όταν η άσκηση αυτών ενέχει αντιφατική συμπεριφορά του εργαζομένου συνιστώσα προσχεδιασμένο τέχνασμα προς επίτευξη προσθέτου οικονομικού οφέλους.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το κατ' έφεση δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο εδέχθη τα εξής: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν οι μεν 1ος, 2ος, 3ος και 6ος από αυτούς στις 27.11.1984, ο 4ος στις 9.8.1985, ο 5ος στις 18.1.1985 και ο 7ος•στις 27.11.1984 και εργάστηκαν στην ... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, με την ειδικότητα του φύλακα - προσωπικό ασφαλείας, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και σύμφωνα με τους όρους των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τραπεζών - ΟΤΟΕ.

Τον Ιούλιο του έτους 2012 η ... ΑΕ τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης δυνάμει της υπ' αριθμ. 46/27.7.2012 απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος. Με τη συνακόλουθη σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ του ειδικού εκκαθαριστή της ... και της εναγομένης ..., καθορίστηκαν τα μη μεταβιβαζόμενα στην ... στοιχεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι έννομες σχέσεις της ...

με τρίτους που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις εργασίας που έχει καταρτίσει η .... 'Ολοι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη ... ΑΕ δυνάμει των από 28.7.2012 νέων και αυτοτελών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που υπογράφηκαν μεταξύ αυτών ατομικά και της εναγομένης. (...) η εναγόμενη ...

δεν τυγχάνει διάδοχος εργοδότρια των εναγόντων και επομένως δεν μεταβιβάστηκαν σε αυτή οι έννομες σχέσεις εργασίας των εναγόντων με την .... Ακολούθως αποδεικνύεται ότι η σύμβαση εργασίας καθενός εκ των εναγόντων λύθηκε το Νοέμβριο του 2013 πλην του 3ου, η σύμβαση του οποίου λύθηκε στις 19.2.2014, δυνάμει των έγγραφων ιδιωτικών συμφωνητικών που φέρουν τον τίτλο "Σύμβαση Λύσης Σύμβασης Εργασίας και Συμβιβασμού" που υπεγράφησαν μεταξύ της εναγομένης νομίμως εκπροσωπουμένης και καθενός εκ των εναγόντων (...).

Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε καθένας από τους ενάγοντες να λάβει τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτές "ως αποζημίωση επ' ευκαιρία της λύσης της εργασιακής σχέσης και σε πλήρη εξόφληση όλων ή/και κάθε αξίωσης του εργαζομένου κατά της Τράπεζας, οιασδήποτε φύσης ή/και αιτίας". Για το λόγο αυτό ο 1ος των εναγόντων συμφωνήθηκε να λάβει το ποσό των 54.160,80 ευρώ, ο 2ος το ποσό των 53.968,32 ευρώ, ο 3ος το ποσό των 49.369,98 ευρώ, ο τέταρτος το ποσό των 73.695,72 ευρώ, ο 5ος το ποσό των 50.810,76 ευρώ, ο 6ος το ποσό των 69.816,33 ευρώ και ο 7ος των εναγόντων το ποσό των 44.856,84 ευρώ.

Στις συμβάσεις λύσης των συμβάσεων εργασίας και συμβιβασμού που υπέγραψε καθένας εκ των εναγόντων ιστορείται ότι αφού τα συμβαλλόμενα μέρη, έλαβαν υπόψη τους την από 19.7.2013 ανακοίνωση της εναγόμενης Τράπεζας με την οποία έθεσε σε λειτουργία Πρόγραμμα Οικειοθελούς Αποχώρησης - ΠΑ), ότι ο (υπογράφων τη σύμβαση λύσης) εργαζόμενος διάβασε προσεκτικά την από 19.7.2013 ανακοίνωση, μελέτησε τους όρους και τις προϋποθέσεις του ΠΑ, έλαβε επαρκή επαγγελματική συμβουλή (εφόσον το έκρινε αναγκαίο) είχε επαρκή χρόνο στη διάθεσή του και ελευθέρως και οικειοθελώς αποφάσισε να συμμετέχει στο ΠΑ, ότι ο εργαζόμενος ανεπιφύλακτα και εμπρόθεσμα υπέβαλε την από 30.8.2013 αίτηση/πρότασή του προς την Τράπεζα, ότι η Τράπεζα αποδέχθηκε την ως άνω αίτηση/πρόταση του εργαζομένου, (τα συμβαλλόμενα μέρη) συμφώνησαν να λύσουν συμφωνημένα, συναινετικά και οριστικά την εργασιακή τους σχέση με ισχύ από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας αυτής (ή την επομένη ημέρα), ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή η εναγόμενη θα μισθοδοτεί κανονικά τον εργαζόμενο, καταβάλλοντάς του ό,τι του οφείλει κατά το νόμο και τη σύμβαση εργασίας του και μέχρι την αναλογία που αντιστοιχεί στο χρόνο απασχόλησής του, ότι κατά την ημερομηνία αυτή η Τράπεζα θα καταβάλλει στον εργαζόμενο την αποζημίωση του Προγράμματος Αποχώρησης καθώς και τις εξής παροχές του Προγράμματος Αποχώρησης, εφόσον ο εργαζόμενος το επιθυμεί:

α) διατήρηση του υφισταμένου προγράμματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που παρέχεται στο προσωπικό για δύο έτη από την ημερομηνία της λύσης της σύμβασης εργασίας για κάθε εργαζόμενο που είναι ασφαλισμένος και τα ήδη ασφαλισμένα εξαρτώμενα μέλη του.., β) διατήρηση των προνομιακών όρων για τα στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια που έχει λάβει ο εργαζόμενος λόγω της απασχόλησής του στην Τράπεζα, τα οποία θα διατηρηθούν με τους ίδιους προνομιακούς όρους μέχρι την εξόφλησή τους...και γ) διατήρηση για ένα έτος των προνομιακών επιτοκίων προσωπικού στις πιστωτικές κάρτες της Τράπεζας.

Εξάλλου ως προς τα στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια προσωπικού και τις πιστωτικές κάρτες ή οποιοδήποτε άλλο δανειακό προϊόν, τα μέρη συμφώνησαν ότι τυχόν καθυστερήσεις σε δανειακές υποχρεώσεις θα πρέπει να καταβληθούν πριν την πληρωμή της αποζημίωσης ή θα συμψηφιστούν με την αποζημίωση, ενώ ληξιπρόθεσμες οφειλές που έχουν οδηγηθεί σε οριστική καθυστέρηση συμψηφίζονται αυτόματα με την αποζημίωση του Προγράμματος Αποχώρησης, ιδίως δε το χρεωστικό υπόλοιπο των δανείων προκαταβολών μισθών που έχουν ενδεχομένως λάβει οι εργαζόμενοι που θα συμμετάσχουν στο πρόγραμμα και τα οποία εξοφλούνται μέσω μισθοδοσίας θα συμψηφισθεί με την χρηματική αποζημίωση του όρου 3 από την οποία θα αφαιρεθεί.

Στον όρο 3 της σύμβασης αυτή αναφέρεται ότι το προαναφερθέν ποσό που συμφωνήθηκε να καταβάλει η εναγόμενη σε καθένα εκ των εναγόντων αποτελεί αποζημίωση επ' ευκαιρία της λύσης της εργασιακής σχέσης και σε πλήρη εξόφληση όλων ή/και κάθε αξίωσης του εργαζομένου κατά της εναγόμενης Τράπεζας οποιασδήποτε φύσης ή/και αιτίας, πλην των εξαιρουμένων με τον όρο 1.1 (ενν.

μισθοδοσία μέχρι την ημερομηνία αποχώρησής του). Στον όρο 4 εξάλλου της παραπάνω σύμβασης, αναγράφεται ότι: "ο εργαζόμενος ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα δηλώνει ότι το ποσό της αποζημίωσης του Προγράμματος Αποχώρησης - το οποίο είναι υπέρτερο των νομίμων προβλεπόμενων - θεωρεί ανάλογο, εύλογο και δίκαιο και το εισπράττει ανεπιφύλακτα, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε αξίωσης ή/και απαίτησής του, απορρέουσας από τη μεταξύ αυτού και της Τράπεζας εργασιακής σχέσης και σύμβασης ή/και επ' ευκαιρία της λύσης αυτής, εξαιρουμένης της μισθοδοσίας του σύμφωνα με τον όρο 1.1 παραπάνω.

Διευκρινίζεται ότι η αποζημίωση του όρου 3 καλύπτει επιπλέον και ειδικώς οποιαδήποτε αξίωση του εργαζομένου ένεκα λύσεως της συμβάσεως εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης λόγω αποχώρησης και συμπλήρωσης 15ετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη (άρθρο 8 εδ. α' Ν. 3198/1955), (...) γ) Αναγνωρίζει ότι με την εμπρόθεσμη και προσήκουσα καταβολή του ως άνω ποσού (αποζημίωση και παροχές ΠΑ) εξοφλείται πλήρως και ολοσχερώς κάθε αξίωση ή/και απαίτησή του κατά της Τράπεζας, ανεξαρτήτως φύσης ή/και αιτίας πλην της νόμιμης εκκαθάρισης της μισθοδοσίας του κατά τον όρο 1.1.

Εν πάση περιπτώσει, ο εργαζόμενος παραιτείται από κάθε τέτοια αξίωσή του υπέρτερη της κατά νόμο υποχρεωτικής, καταρτίζει σύμβαση αφέσεως χρέους υπέρ της Τράπεζας κάθε τυχόν τέτοιο χρέος της προς αυτόν και συμβιβάζεται ολοσχερώς και πλήρως στο ποσό του όρου 3, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της από 19.7.2003 ανακοίνωσης ΠΑ.

Τέλος με τον όρο 5 της σύμβασης αυτής οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι αναγνωρίζουν ότι όλες οι υποχρεώσεις, που αναλαμβάνουν με την παρούσα, είναι ουσιώδεις, και ότι κάθε παραβίασή τους θα συνιστά ουσιώδη παραβίαση της παρούσας και, συνεπώς, ο εργαζόμενος δεν θα δικαιούται της ευνοϊκής αποζημίωσης του ΠΑ και των παροχών αυτού, παρά μόνο της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημίωσης, εφόσον αυτή οφείλεται.

Περαιτέρω από την από 30.1.2015 βεβαίωση του Διευθυντή του Τμήματος Ανθρωπίνου Δυναμικού και Οργανωσιακής Μάθησης του Ομίλου της εναγομένης προκύπτει ότι εις εκτέλεση των προαναφερομένων συμβάσεων λύσης σύμβασης εργασίας και συμβιβασμού των διαδίκων που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγόμενης ... και των εναγόντων καταβλήθηκαν στους λογαριασμούς καταθέσεων των εναγόντων, τα συμφωνηθέντα ποσά αποζημίωσης επ' ευκαιρία της λύσης της εργασιακής τους σχέσης, αφού πρώτα συμψηφίστηκαν δάνεια μισθών και ληξιπρόθεσμες οφειλές τους προς την Τράπεζα. (...).

Από όλα τα προεκτεθέντα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι ο εξώδικος συμβιβασμός που έγινε με τις από 28.11.2013, 14.11.2013, 19.2.2014, 18.11.2013, 22.11.2013, 12.11.2013 και 28.11.2013 συμβάσεις λύσης σύμβασης εργασίας και συμβιβασμού αντίστοιχα και υπεγράφη από καθένα των εναγόντων είναι έγκυρος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού οι ενάγοντες με αντάλλαγμα την αποδοχή της πρότασής τους για ένταξή τους στο Πρόγραμμα Οικειοθελούς Αποχώρησης που είχε ανακοινώσει η εργοδότρια τραπεζική εταιρία και την εντεύθεν δυνατότητα αποφυγής δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης λόγω της ύπαρξης σοβαρής αμφισβήτησης και αβεβαιότητας σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις των ένδικων αξιώσεών τους, συμβλήθηκαν μαζί της για την κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων συμβιβασμού.

Το Δικαστήριο άγεται στην κρίση του αυτή δοθέντων των ακολούθων αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών: Το πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησης που ανακοίνωσε η εναγόμενη Τράπεζα και εργοδότριά τους δεν ήταν υποχρεωτικό ή εξαναγκαστικό για τους ενάγοντες και μόνον κατόπιν αίτησης/πρότασής τους περί αποδοχής των όρων του, μπορούσαν να ενταχθούν σε αυτό, τους δόθηκε δε επαρκής χρόνος για τη μελέτη των όρων και των προϋποθέσεών του, καθώς και η δυνατότητα επαγγελματικής συμβουλής από δικηγόρο εφόσον το έκριναν απαραίτητο.

Εξάλλου όπως αναφέρεται στις από 28.7.2012 συμβάσεις εργασίας που συνήψαν με την εναγόμενη, οι απαιτήσεις τους από την προϋπάρξασα σχέση εργασίας τους με την ... διευθετήθηκαν πλήρως και ολοσχερώς στα πλαίσια της ειδικής εκκαθάρισης αυτής, οι δε από 28.7.2012 συμβάσεις τους με την εναγόμενη, η οποία ουδόλως τυγχάνει ειδική διάδοχος ή διάδοχος εργοδότης τους, είναι νέες και αυτοτελείς.

Επομένως στα ποσά που τους καταβλήθηκαν δυνάμει των ανωτέρω συμβάσεων λύσης εργασίας και συμβάσεων συμβιβασμού δεν περιλαμβάνονται απαιτήσεις τους από την εργασία τους στην .... (...) Περαιτέρω προκύπτει ότι τα ως άνω ποσά που καταβλήθηκαν σε καθένα εκ των εναγόντων, ως αποζημίωση, δυνάμει των ανωτέρω συμβάσεων λύσεως της εργασίας τους και συμβάσεων συμβιβασμού, λόγω της με αίτησή τους ένταξής τους στο πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησής που οργάνωσε η εναγόμενη Τράπεζα, υπερβαίνουν κατά πολύ τόσο τις ένδικες αξιώσεις τους, όσο και κάθε αποζημίωση που θα δικαιούνταν αυτοί σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους από την εναγόμενη, στην οποία εργάστηκαν μόνο για 16 μήνες.

Αυτό άλλωστε δήλωσαν και οι ίδιοι οι ενάγοντες στον όρο 4 των προαναφερομένων συμβάσεων λύσεως της εργασίας τους στο οποίο αναφέρεται ότι το ποσό της αποζημίωσης του Προγράμματος Αποχώρησης που έλαβαν είναι υπέρτερο των νομίμων προβλεπομένων, θεωρείται δε από αυτούς εύλογο και δίκαιο και το εισπράττουν ανεπιφύλακτα σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε αξίωσης ή/και απαίτησής τους, απορρέουσας από τη μεταξύ αυτών και της Τράπεζας εργασιακής σχέσης και σύμβασης ή/και επ' ευκαιρία της λύσης αυτής, εξαιρουμένης της μισθοδοσίας τους σύμφωνα με τον όρο 1.1 παραπάνω, ο οποίος (όρος) είναι προφανές ότι αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από την υπογραφή των εν λόγω συμβάσεων λύσεως εργασίας και συμβιβασμού μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής αποχώρησης καθενός εκ των εναγόντων.

Συνεπώς ο εξώδικος συμβιβασμός στον οποίο προέβησαν οι ενάγοντες κατά τα προλεχθέντα είναι έγκυρος διότι με τη συμφωνία που περιέχεται σε αυτόν, μεταξύ άλλων λύθηκε και η σοβαρή και όχι προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα που υπήρχε μεταξύ αυτών και της εργοδότριάς τους σχετικά με τον αν οι ενάγοντες που ισχυρίζονται ότι εργάστηκαν προσθέτως, απασχολήθηκαν την 6η ημέρα, εργάστηκαν Κυριακή και αργίες και κατά τη διάρκεια της νύχτας κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή τους, δικαιούνται αμοιβής και με αμοιβαίες υποχωρήσεις, αυτές οι αμφισβητήσεις επιλύθηκαν.

Η υποχώρηση στην οποία προέβη η εναγομένη Τράπεζα ήταν ότι αυτή στα πλαίσια του προγράμματός της για εθελούσια αποχώρηση των εργαζομένων που ανακοίνωσε, κατέβαλε στους ενάγοντες ποσά που υπερέβαιναν τόσο τις ένδικες αξιώσεις τους όσο και την αποζημίωση που θα δικαιούνταν αυτοί σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής τους, στα δε ποσά αυτά συμψήφισε και κάθε απαίτηση που διατηρούσε από δάνεια μισθών και ληξιπρόθεσμες οφειλές των εναγόντων, ο δε συμβιβασμός που πρότεινε στους ενάγοντες δεν ήταν υποχρεωτικός και εξαναγκαστικός γι' αυτούς αλλά έλαβε χώρα μόνο κατόπιν της δικής τους αίτησης/πρότασης.

Επίσης εξακολούθησε να τους παρέχει ασφαλιστική κάλυψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης καθώς και τα προνόμια των τραπεζικών προϊόντων που είχαν λάβει από αυτή. 'Ολοι δε οι διάδικοι απέφυγαν με τους συμβιβασμούς αυτούς να αποδυθούν σε δικαστικό αγώνα, που κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν αβέβαιης διάρκειας και έκβασης.

Τα όσα αντίθετα επικαλούνται οι ενάγοντες, ότι δηλαδή πρόκειται για εκ μέρους τους παραιτήσεις από δικαιώματα που στηρίζονται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου είναι άκυρες, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμα, αφού σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη και ενόψει των προαναφερομένων παραδοχών επιτρέπεται η επίλυση των αξιώσεων των εναγόντων, που πηγάζουν από αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, με εξώδικο συμβιβασμό.

Επιπλέον, λόγω των ως άνω υποχωρήσεων της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας δεν συντρέχει περίπτωση φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε να θεωρηθεί η σύμβαση του συμβιβασμού άκυρη ως αισχροκερδής. Εξάλλου πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι ενάγοντες άσκησαν τις ένδικες αξιώσεις τους ένα έτος περίπου μετά την οικειοθελή αποχώρησή τους από την εναγόμενη, στοιχείο που έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη ρητή έγγραφη δήλωσή τους, βάσει του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού τους, ήτοι της σύμβασης λύσεως της εργασίας και συμβιβασμού, ότι το ποσό της αποζημίωσης του Προγράμματος Αποχώρησης που έλαβαν από αυτή είναι υπέρτερο των νομίμων προβλεπομένων, θεωρείται δε από αυτούς εύλογο και δίκαιο και το εισπράττουν ανεπιφύλακτα σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε αξίωσης ή/και απαίτησής τους, απορρέουσας από τη μεταξύ αυτών και της Τράπεζας εργασιακής σχέσης και σύμβασης ή/και επ' ευκαιρία της λύσης αυτής, δήλωση που έχει σαφώς το νόημα ότι δεν αμφισβητούσαν μέχρι το χρόνο της αποχωρήσεώς τους από την εναγόμενη Τράπεζα ότι στο ποσό της αποζημίωσης περιλαμβάνεται και κάθε ποσό από αξιώσεις που διατηρούσαν αυτοί σε βάρος της, μέχρι το χρόνο της αποχωρήσεώς τους από την υπηρεσία της.

Αντιθέτως το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες σε κάθε περίπτωση επιδιώκουν τη λήψη πρόσθετων οικονομικών οφελών, πλέον εκείνων που έλαβαν με την οικειοθελή τους αποχώρηση από τη υπηρεσία της εναγομένης, ενέργεια στην οποία και επαναλαμβάνεται ότι αυτοί προέβησαν κατόπιν δικής τους αιτήσεως/προτάσεως και εφόσον τους χορηγήθηκε επαρκές χρονικό διάστημα να μελετήσουν τους όρους και προϋποθέσεις του εν λόγω προγράμματος και να ζητήσουν επαγγελματική συμβουλή.

Διότι αν αυτοί θεωρούσαν ότι έχουν αδικηθεί από την εναγόμενη Τράπεζα δεν έπρεπε να υποβάλουν την προαναφερθείσα δήλωση, με την οποία ρητώς δήλωναν ότι με την καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης σε καθένα τους έχει εξοφληθεί πλήρως και ολοσχερώς κάθε αξίωση και απαίτηση απορρέουσα από την μεταξύ αυτών και της Τράπεζας εργασιακή σχέση, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό ότι με την καταβολή της αποζημίωσης του Προγράμματος Αποχώρησης δεν υφίσταται εκκρεμότητα ή άλλη αξίωση και απαίτησή τους έναντι της Τράπεζας, δεδομένου ότι η αποχώρησή τους από την υπηρεσία της ήταν προαιρετική.

Εν τούτοις οι ενάγοντες δια της ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής τους επέδειξαν αντιφατική συμπεριφορά που συνιστά συγκεκριμένη, στοχευμένη και ηθελημένη πρακτική για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους, το οποίο (όφελος) και γνώριζαν ότι μπορούσαν να επιτύχουν, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά τους αυτή να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, κατ' άρθρο 281 του ΑΚ".

Εν συνεχεία το Μονομελές Πρωτοδικείο δεχόμενο την έφεση απέρριψε μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως την αγωγή των αναιρεσειόντων. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Πρωτοδικείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα ανελέγκτως υπ' αυτού γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, ότι οι αναιρεσείοντες, προερχόμενοι από την ..., η οποία ετέθη υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, προσελήφθησαν την 28η Ιουλίου 2012 δυνάμει νέων συμβάσεων εργασίας από την αναιρεσίβλητη ..., από την οποία εν συνεχεία εξ ιδίας πρωτοβουλίας αποχώρησαν κατ' εφαρμογή του εξαγγελθέντος την 19η Ιουλίου 2013 Προγράμματος Οικειοθελούς Αποχωρήσεως, αφού έλαβαν ποσό αποζημιώσεως έκαστος υπέρτερο του νομίμου προβλεπομένου, κατά πλήρη και ολοσχερή εξόφληση οποιασδήποτε αξιώσεώς τους από την λειτουργία της εργασιακής σχέσεως συμφώνως προς τους όρους του εν λόγω προγράμματος, τους οποίους εγγράφως εδήλωσαν ότι αποδέχονται, και ότι αντιφατικώς προς την εν λόγω σαφή δήλωσή τους μετά την αποχώρησή τους άσκησαν την ως άνω αγωγή περί καταβολής διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών συνιστώσα προσχεδιασμένο τέχνασμα προς επίτευξη επιπροσθέτου οικονομικού οφέλους, συνολικώς εκτιμώμενα, θεμελιώνουν πλήρως την καταχρηστικότητα της ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσειόντων ως καθ' υπέρβαση των ορίων των επιβαλλομένων από την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό αυτού.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, εάν οι λόγοι αναιρέσεως πλήττουν επάλληλα ερείσματα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζοντα αυτοτελώς έκαστο το διατακτικό αυτής και οι λόγοι, οι οποίοι πλήττουν το ένα εξ αυτών, απορριφθούν, οι λοιποί λόγοι απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, αφού και εάν ήθελαν γίνει δεκτοί, το διατακτικό της αποφάσεως δεν θα εθίγετο.

Εν προκειμένω, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έβδομο, όγδοο και δέκατο, τελευταίο, λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, καθ' ο μέρος το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως εδέχθη ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων έχουν αποσβεσθεί, καθ' όσον μεταξύ των διαδίκων συνήφθη έγκυρος συμβιβασμός.

Οι εν λόγω λόγοι είναι αλυσιτελείς και πρέπει να απορριφθούν, αφού και εάν ήθελαν γίνει δεκτοί, δεν θα είχε τούτο επίδραση επί του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό αυτής, στηρίζεται αυτοτελώς από την αιτιολογία ότι η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσειόντων είναι καταχρηστική, ως προς την οποία ο σχετικός τέταρτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως έχει κατά τα ανωτέρω απορριφθεί.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων προβλέπονται περιοριστικώς μόνον οι αναφερόμενοι στην εν λόγω διάταξη λόγοι αναιρέσεως, μεταξύ των οποίων δεν καταλέγονται και οι λόγοι της μη λήψεως υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων και της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου, οι οποίοι προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 11 και 20 ΚΠολΔ αντιστοίχως.

Συνεπώς, οι έκτος και ένατος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου και της μη λήψεως υπ' όψιν νομίμως προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων αντιστοίχως, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, ως ορίζεται στο διατακτικό. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως Μονομελούς Πρωτοδικείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 300 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί υποθέσεων εργατικών διαφορών, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, έχει κατατεθεί το αναφερόμενο παράβολο, χωρίς όμως να υφίσταται σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά εργατική διαφορά.

Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10ης Ιουλίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 2132/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ