Legislator Case Law & Legislation
92/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident liability ruling due to lack of procedural error.

Case Number 92/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment regarding liability for a traffic accident involving an unidentified vehicle. The appellant, an insurance company, argued against the court's finding of liability based on witness testimony and the absence of physical traces. The court rejected this argument, noting that the lower court properly evaluated all circumstances and did not commit a legal error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal against a traffic accident liability judgment if the lower court's reasoning is clear, sufficient, and free from contradictions, thereby satisfying the requirements for appellate review.

Keywords

AI generated
traffic accident liability unidentified vehicle appellate review procedural error witness testimony insurance company appeal Supreme Court dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 576, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 226, number 4 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 92 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 92/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Γ., κατοίκου ..., 2. Κ. Ρ., και 3. Ρ. Ρ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ.καταθ.4612/29-10-2004 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου, τις με αριθ. καταθ. 4369/14-10-2004, 4357/4-10-2005, 4628/14-10-2005, 4358/4-10-2005 αγωγές και 4072 και 4074/19-4-2006 προσεπικλήσεις ενωμένες με παρεμπίπτουσες αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 308/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-10-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 22-11-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λαμπρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔικ, αν ο αντίδικος, εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα υπ' αριθμέ. πρωτ. 3422/14-8-2012, 3454/21-8-2012 και 3516/27-8-2012 έγγραφα της Εισαγγελίας το Αρείου Πάγου, τα σχετικά με την απάντηση του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Besigheim Γερμανίας και του Περιφερειακού Δικαστηρίου Kirchheim unter Teck Γερμανίας, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 7-12-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερομένη, μη απαιτουμένης ως εκ τούτου νέας κλήσης (άρθρα 226 αριθμ. 4 σε συνδ.

με 573 παρ.1 ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προς τους τρεις αναιρεσιβλήτους, (κατοίκους αλλοδαπής). Επομένως, εφ' όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔικ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται, ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαιρεί μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αναμφίβολα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 14/2005 και 2/2008 ΑΠ 600/2010 ΑΠ 266/2011, ΑΠ 424/2011). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ.11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ το αναιρεσείον (ΕΚ) προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α)την από 2-11-2002 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Ηρακλείου Κρήτης και β)το από 2-11-2002 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του ανωτέρω Τμήματος, από τα οποία προκύπτει ότι το υπ'αριθ.κυκλ....

ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από την Μ. Μ. δεν ήλθε σε επαφή με άγνωστο όχημα. Όμως, το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση του βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της υπαιτιότητας της ως άνω οδηγού, αφού έλαβε υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αυτά της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας στην οποία προφανώς περιλαμβάνονται η ως άνω έκθεση αυτοψίας και το ανωτέρω πρόχειρο σχεδιάγραμμα.

Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα. Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως με τον οποίον το αναιρεσείον (ΕΚ) προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ.11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσεί του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά. τα όρθρο 551 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, ή οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση τον δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003 ΑΠ 177/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.174/2011 απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων."...Στις 2.11.2002 και περί ώρα 19.50, η Μ. Μ., οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας ... IXΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Η Εθνική Α.Ε.Γ.Α", έβαινε στο 6° χλμ της παλαιάς εθνικής οδού Ηρακλείου - Λασιθίου με κατεύθυνση από Γούβες προς Ηράκλειο, εξερχόμενη από αριστερή ως προς την πορεία της στροφή.

Η οδός στο σημείο εκείνο είναι ευθεία με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 5,50 μέτρων, διπλής κατευθύνσεως με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση που διαχωρίζονται με διπλή συνεχόμενη γραμμή. Η ορατότητα λόγω σκότους ήταν περιορισμένη, η κυκλοφορία οχημάτων αραιή, η δε ταχύτητα της άνω οδηγού περίπου 40- 45 χλμ ανά ώρα Από απόσταση 500 μέτρων περίπου πριν το ατύχημα το άνω αυτοκίνητο ακολουθούσε άγνωστο όχημα, ο οδηγός του οποίου είχε εκδηλώσει επιμόνως την πρόθεση του να προσπεράσει το προπορευόμενο όχημα, πλην όμως λόγω στροφών και στενότητας του οδοστρώματος δεν επεχείρησε την υπέρβαση του ομορρόπως κινούμενου οχήματος της Μ.

Μ. Τούτο κατάφερε στο συγκεκριμένο σημείο της επαρχιακής οδού, όπου η οδός είναι ευθεία σε ικανή απόσταση. Έτσι, επιχειρώντας την εξ αριστερών υπέρβαση και αναπτύσσοντας ταχύτητα μεγαλύτερη των 70 λχμ ανά ώρα, κινούμενο σε παράλληλη τροχιά με το όχημα της Μ. Μ. και καταλαμβάνοντας μέρος του αντίθετου ρεύματος πορείας αντιλήφθηκε από απόσταση 20 μέτρων περίπου και από το αντίθετο ρεύμα πορείας, ήτοι με κατεύθυνση από Ηράκλειο προς Γούβες, να κινείται η με αρ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε με κανονική ταχύτητα ο Γερμανός υπήκοος A. G. και συνεπιβάτιδα την ομοεθνή του H. R. Ενόψει της ενδεχόμενης μετωπικής με την αντιθέτως κινούμενη μοτοσικλέτα σύγκρουσης ο οδηγός του άγνωστου αυτοκινήτου και καθ' όν χρόνο ήταν σε παράλληλη τροχιά με το όχημα της Μ.

Μ. έκλινε ενστικτωδώς το όχημά του προς τα δεξιά με αποτέλεσμα τούτο να προσκρούσει ελαφρώς στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος της Μ. Μ. Το τελευταίο εκτράπηκε της πορείας του με κατεύθυνση προς τα δεξιά, όπου υπήρχε γκρεμός η οδηγός του δε στην προσπάθεια της να επαναφέρει το όχημα της σε κανονική πορεία απώλεσε τον έλεγχο του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας όπου συγκρούστηκε μετωπικά με την αντιθέτως κινούμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα ο οδηγός του οχήματος που επεχείρησε την υπέρβαση αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος και παρά τις προσπάθειες των προστρεξάντων σε βοήθεια διερχομένων αλλά και τις έρευνες του αρμόδιου Αστυνομικού Τμήματος δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του.

Αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και των εξ αυτής συνεπειών είναι ο οδηγός του άγνωστου αυτοκινήτου, ο οποίος δεν επέδειξε κατά την οδήγηση του οχήματος του την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις επιμέλεια που όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός και δη δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματα όταν επεχείρησε υπέρβαση από αριστερά του προπορευόμενου οχήματος της Μ.

Μ., και μάλιστα σε δρόμο όπου υπάρχει συνεχής διπλή διαχωριστική γραμμή και χωρίς να λάβα υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας (σκότος στενότητα οδοστρώματος προπορευόμενο όχημα), έπραξε τούτο χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρακωλύσει τους λοιπούς χρήστες της οδού, και μάλιστα δεν τήρησε αρκετή απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο του και κανονικά κινούμενο στη λωρίδα κυκλοφορίας του ...

αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα επιχειρώντας ελιγμό για να καταλάβει το ρεύμα πορείας του και να αποφύγει της μετωπική σύγκρουση με το αντίθετα συννόμως κινούμενο όχημα, να επιπέσει στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου και να εκτραπεί το τελευταίο της πορείας του. Αντίθετα, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε συγκλίνουσα αμέλεια της οδηγού του με αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Μ. Μ., καθόσον η τελευταία οδηγούσε συνετά και με ταχύτητα 40 χλμ ανά ώρα στο δεξιό μέρος του ρεύματος πορείας της τηρώντας τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και χωρίς η οδηγητική της συμπεριφορά μέχρι και τη διενέργεια της εξ αριστερών αντικανονικής υπέρβασης του οδηγού του αγνώστου οχήματος να θέτει σε διακινδύνευση έννομα αγαθά της ίδιας ή τρίτων, αιτία δε της εμπλοκής της στο ένδικο ατύχημα και της συγκρούσεως του σχήματος της με την ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα αποτέλεσε η περά από κάθε λογική πρόβλεψη αντικανονική προσπέραση του οδηγού του άγνωστου οχήματος και η αιφνίδια αλλαγή της πορείας του όταν τούτο εκινείτο σε παράλληλη τροχιά με εκείνο της ίδιας (Μ. Μ.), η πρόσκρουση του οχήματος αυτού στο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου της και η εξαιτίας αυτής εκτροπή του οχήματος της αρχικά προς τα δεξιά και στη συνέχεια η προσπάθεια επαναφοράς του αυτοκινήτου της στο ρεύμα πορείας της προκειμένου να αποφύγει τον προς τα δεξιά γκρεμό με αποτέλεσμα να επιπέσει ανέλεγκτο πλέον το όχημά της στη μοτοσικλέτα που κινούνταν συννόμως στο αντίθετο ρεύμα πορείας.

Η υπό τις ανωτέρω συνθήκες και μετά την εκτροπή του οχήματός της έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης σε πολύ κοντινή απόσταση από την αντιθέτως κινούμενη μοτοσικλέτα ως και η μόλις προ τριμήνου κτήση της σχετικής άδειας ικανότητας οδηγήσεως αυτής και εντεύθεν η τεκμαιρόμενη αδεξιότητα περί την οδήγηση δεν καθιστούν αυτήν συνυπαίτια στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όπως αβάσιμα διατείνεται το εκκαλούν της υπό στ.

Δ' εφέσεως, καθόσον υπό τις ίδιες συνθήκες εκτροπής κάθε μέσος συνετός οδηγός θα μπορούσε να απολέσει τον έλεγχο του οχήματός του και να προκαλέσει το ατύχημα, δεδομένης της πολύ μικρής απόστασης μεταξύ των συγκρουσθέντων οχημάτων. Για το λόγο αυτό η άνω οδηγός απαλλάχθηκε της κατηγορίας της σωματικής βλάβης κατά συρροή με την 2031/2007 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.

Η ύπαρξη και εμπλοκή αγνώστου οχήματος στο ατύχημα, όπως έχει εκτεθεί προκύπτει αβίαστα τόσο από τις καταθέσεις των A. G. και Μ. Μ., σύμφωνα με τον πρώτο των οποίων τόσο προανακριτικά (βλ από 5112002 ένορκη κατάθεση του), όσο και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. πρακτικά) κατέθεσε ότι "ξαφνικά είδα στην αριστερή πλευρά του αντίθετου ρεύματος πορείας τέσσερα φώτα, μετά είδα μόνο τα δύο φώτα, σε ελάχιστο χρόνο ξαναείδα τα τέσσερα φώτα, ο πίσω έκανε προσπέραση στο προπορευόμενο όχημα, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, κτύπησε το προπορευόμενο όχημα και αυτό ήλθε και κτύπησε εμένα", ενώ τα ίδια καταθέτει και η Μ.

Μ. στην από 3.11.2002 ένορκη κατάθεσή της. Επιβεβαιώνεται δε η πιο πάνω κρίση και από την ενώπιον του ακροατηρίου κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης Μ. Μ., συνοδηγού της Χ. Κ., η οποία ανάφερα ότι "βλέπαμε το πίσω μας αυτοκίνητο, δεν μπορούσε να μας προσπεράσει, πάνω στην στροφή και στην έξοδο του βλέπει (ο οδηγός του ακολουθούντος οχήματος) μια μηχανή να έρχεται από απέναντι, κόβει το τιμόνι του απότομα δεξιά, με αποτέλεσμα να μας κτυπήσει μπρος αριστερά στο φανάρι, ήταν το αυτοκίνητο του παράλληλα με το δικό μας, εκείνος έφυγε με ταχύτητα" και πιο κάτω "εκείνος πήγαινε πάνω από 70 χλμ την ώρα, κάνει την υπέρβαση, είδε τη μηχανή απέναντι του, δεν χωρούσαν και τα δύο οχήματα, έκοψε και έπεσε πάνω μας αριστερά".

Την ίδια άποψη εκφράζουν με σαφήνεια και οι τρίτοι, τυχαίως διερχόμενοι από το σημείο εκείνο, μάρτυρες Α. Β., Ν. Α. και Ε. Κ., οι οποίοι στις από 14.3.2003 ένορκες προανακριτικές τους καταθέσεις αναφέρονται στην εμπλοκή άγνωστου οχήματος στο ένδικο ατύχημα, μάλιστα δε ο δεύτερος τούτων ακολούθησε σε ικανή απόσταση το άγνωστο αυτοκίνητο προκειμένου να διακριβώσει τα στοιχεία του (αρ.

πινακίδων, χρώμα κλπ), πλην όμως τούτο δεν κατέστη εφικτό, αφού ο τελευταίος ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα μέσα στη νύκτα και εξαφανίστηκε Συνεπώς, η από το εναγόμενο - εκκαλούν ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" άρνηση εμπλοκής στο ένδικο τροχαίο ατύχημα αγνώστου οδηγού και της εντεύθεν νόμιμης υποχρέωσης του ιδίου προς αποκατάσταση των εκ της αιτίας αυτής ζημιών, με μόνη επίκληση την ανυπαρξία ιχνών πρόσκρουσης του αγνώστου οχήματος με αυτό της Μ.

Μ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η σε παράλληλη τροχιά κίνηση δύο οχημάτων με τις προαναφερόμενες ταχύτητες και η ελαφριά πρόσκρουση μεταξύ τους, είναι δυνατόν και συνήθως συμβαίνει να μην καταλείπει ίχνη πρόσκρουσης (πλαστικά, χρώμα, γυαλιά κλπ). Υπό τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και των συνεπεία αυτής ζημιών είναι ο οδηγός του αγνώστου αυτοκινήτου..." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, ούτε παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις που σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε. Έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, είδος οχημάτων, θέση και τρόπο κίνησης αυτών, συμπεριφορά των οδών, κατάσταση οδού) και κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, σε σχέση με την κίνηση και τη θέση τους κατά το χρόνο της σύγκρουσης, καθώς και τα σημεία της σύγκρουσης και τέλος την εμπλοκή στο ατύχημα τρίτου αγνώστου οδηγού και οχήματος.

Επομένως, το δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον (ΕΚ) ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 73/3-11-2011 αίτηση για αναίρεση της 174/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ