Legislator Case Law & Legislation
92/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and bad faith grounds regarding long-standing property claim.

Case Number 92/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court erred in finding an abuse of right due to his long delay in claiming the subterranean space, while the appellees contended this delay was justified by the nature of the claim. The court ruled that the appellant's prolonged inactivity, combined with the specific circumstances of the case, constituted a clear abuse of right and a violation of good faith principles under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellees.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.C.; Art. 559(1), (19) C.P.C.: Abuse of right occurs when prior conduct and the intervening period fail to justify the subsequent exercise of a right, resulting in a clear breach of good faith and causing unjust consequences to the obligor.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principles prolonged inactivity civil code article 281 legal costs award property dispute appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 180, 281, 1002, 1117 of the Civil Code
Articles 5 and 8 of Law 3741/1929

Cited Case Law

AI generated
AP 62/1990
AP 56/1990
AP 633/1981
AP 1592/1979

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 92 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 92/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σανιδά.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Ι. Κ., κατοίκου ...και 2. Μ. Φ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νικολακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμφίσσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/ΤΠ/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 76/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 9-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία, αντίθετα, προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Ειδικότερα στην περίπτωση της μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον, επιπρόσθετα, συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά, τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η πεποίθηση, ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.

ΑΠ 62/1990, Ολ. ΑΠ 56/1990). Είναι δε προφανής η υπέρβαση, όταν η άσκηση του δικαιώματος οδηγεί κατ' αντικειμενικά κριτήρια, σε αποτελέσματα που έρχονται σε αντίθεση με το αίσθημα περί δικαίου και την ηθική τάξη και προκαλεί την έντονη εντύπωση της αδικίας (ΑΠ 633/1981, ΑΠ 1592/1979). Περαιτέρω, ο από το άρθρο αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται, προκειμένου για παράβαση, ευθεία, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς.

Ούτε επίσης ιδρύεται ο λόγος αυτός από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού αρχικώς δέχθηκε ότι η μονομερής τροποποίηση από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη - εναγομένη της .../1995 πράξης του συμ/φου Δεσφίνας Ν.

Μαρκεζίνη με την 5923/2000 πράξη του ίδιου συμ/φου, σχετικά με τον επίδικο υπόγειο χώρο, είναι άκυρη, στη συνέχεια δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την κατ' ουσίαν παραδοχή της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγομένη ήταν κυρία ενός -άρτιου και οικοδομήσιμου- οικοπέδου στη θέση "..." ...

που βρίσκεται στο 274° οικοδομικό τετράγωνο και συνορεύει βόρεια με ακίνητο Π. Κ., ανατολικά με ακίνητο Α. Κ., νότια με δημοτική οδό και δυτικά με ακίνητα Σ. Μ. και Α. Θ. . Με την υπ' αριθ. .../1995 πράξη του συμβολαιογράφου Δεσφίνας Ν. Μαρκεζίνη που μεταγράφηκε νόμιμα συνέστησε κατ' αρχήν κάθετη ιδιοκτησία αποτελούμενη από δύο ξεχωριστά ακίνητα.

Το ένα (Ε1) 241 τ.μ. ήδη υπήρχε και το άλλο (Ε2) 138,23 τ.μ. επρόκειτο να οικοδομηθεί στο μέλλον. Περαιτέρω με την ίδια πράξη συνέστησε επί της δεύτερης κάθετης ιδιοκτησίας και οριζόντια ιδιοκτησία κατά την έννοια του ν. 3741/1929, αποτελούμενη από τις εξής διακεκριμένες ιδιοκτησίες: 1. Ένα διαμέρισμα του ισογείου 57,05 τ.

μ. 2. Άλλο ένα διαμέρισμα του ισογείου 64,48 τ.μ. και 3. Η αέρινη στήλη επί των λοιπών ορόφων. Ακολούθως η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στη δεύτερη εναγομένη με το υπ' αριθ. 4446/1995 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα το Α1 διαμέρισμα του ισογείου ορόφου και την αέρινη στήλη (δηλαδή το δικαίωμα του υψούν).

Με το ίδιο συμβόλαιο μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον Μ. Λ. το Ι1 διαμέρισμα του ισογείου της οικοδομής αυτής που ακόμη δεν είχε οικοδομηθεί. Το ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου που αντιστοιχούσε επί της Ε2 κάθετης ιδιοκτησίας ήταν 431,92 ο/οο που αντιστοιχούσε σε 59,7 τ.μ. Με κοινή αίτηση των συνιδιοκτητών Μ.

Λ. και δεύτερης εναγομένης εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../1996 άδεια της Πολεοδομίας Άμφισσας για την ανοικοδόμηση διώροφου κτίσματος. Τις οικοδομικές εργασίες ανέλαβε ο Μ. Λ. διότι είχε συμφωνηθεί με την πρώτη εναγομένη να οικοδομήσει την Ε2 διώροφη κάθετη ιδιοκτησία με δικά του έξοδα και ως αντάλλαγμα να λάβει το Ι1 διαμέρισμα του ισογείου.

Στην πορεία των οικοδομικών εργασιών οι συνιδιοκτήτες συμφώνησαν να δημιουργήσουν, καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας, ένα υπόγειο χώρο χωρίς ωστόσο να τροποποιηθεί ανάλογα και η πράξη συστάσεως της οροφοκτησίας. Υποβλήθηκε μόνο στην Πολεοδομία αίτηση αναθεώρησης της άδειας που να προβλέπει μεταξύ άλλων και το υπόγεια.

Εν τω μεταξύ ο εργολάβος Μ. Λ. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το Ι1 διαμέρισμα στον ενάγοντα με το υπ' αριθ. .../1999 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα. Όμως εγκατέλειψε την οικοδομή ημιτελή, παρά τις ανωτέρω συμβατικές υποχρεώσεις του. Έτσι ο ενάγων παρέλαβε το διαμέρισμά του ημιτελές. Την ίδια εποχή κατασκευάζονταν και ο ένδικος υπόγειος χώρος, πράγμα που γνώριζε ο ενάγων διότι και αυτός ξεκίνησε οικοδομικές εργασίες για να αποπερατώσει το διαμέρισμά του.

Τελικά η Ε2 οικοδομή ολοκληρώθηκε, αλλά με διαστάσεις διαφορετικές απ' αυτές που πρόβλεπε η πράξη συστάσεως της οροφοκτησίας. Μεταξύ των διαφορών αυτών είναι και το ύψος των ορόφων που έγινε μικρότερο από το προβλεπόμενο. Έτσι προέκυψε το ένδικο υπόγειο 70,4 τ.μ. και ύψους 2,9 μ. Η δαπάνη κατασκευής του υπογείου και του δεύτερου ορόφου καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από τη δεύτερη εναγομένη.

Συνολικά μέχρι σήμερα δαπάνησε 27.181 ευρώ και υπολείπεται ακόμη η δαπάνη για το χρωματισμό, τα δάπεδα και τη θέρμανση. Μάλιστα διαμόρφωσε το υπόγειο ως κατοικήσιμο χώρο και εκεί έμενε η γιαγιά της όταν επισκέπτονταν το ... . Ουδέποτε δηλαδή το υπόγειο αυτό λειτούργησε ως κοινόχρηστος χώρος. Ήταν πάντοτε κατοικία και χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από την εναγομένη διότι αυτή τον κατασκεύασε με δικά της έξοδα εν γνώσει του ενάγοντος.

Όταν εγκρίθηκε από την Πολεοδομία Άμφισσας η αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας (αριθ. αναθ. .../2001), η δεύτερη εναγομένη προέβη μονομερώς στην τροποποίηση της προαναφερομένης πράξεως συστάσεως της οροφοκτησίας με την υπ' αριθ. .../2000 πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα και πλην άλλων κατέστησε τον υπόγειο χώρο διακεκριμένη ιδιοκτησία, τον οποίο προσδιόρισε ως ανήκοντα σ' αυτήν με την αιτιολογία ότι, αντί να ασκήσει το δικαίωμα της οικοδομήσεως νέου ορόφου προς τα άνω, το άσκησε προς τα κάτω δημιουργώντας το υπόγειο.

Βέβαια η τροποποίηση αυτή της πράξεως συστάσεως της οροφοκτησίας είναι άκυρη κατά το άρθρο 180 ΑΚ διότι μπορούσε έγκυρα να γίνει μόνο με την συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών (άρα και του ενάγοντος) με συμβολαιογραφική πράξη υποκείμενη σε μεταγραφή. Ωστόσο η άσκηση του δικαιώματος από τον ενάγοντα να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής με απώτερο σκοπό να περιέλθει το υπόγειο στην κοινή χρήση υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και δεν είναι ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου ανθρώπου διότι συμφωνά και με τα προαναφερόμενα:

α) όταν αγόρασε το διαμέρισμά του γνώριζε για τη δημιουργία του υπογείου, β) γνώριζε ότι η δεύτερη εναγομένη το κατασκεύασε, καθ' υπέρβαση έστω της οικοδομικής άδειας, χωρίς όμως να προβάλλει κάποια αντίδραση, γ) γνώριζε ότι η κατασκευή του έγινε με δαπάνες αποκλειστικά της δεύτερης εναγομένης, δ) γνώριζε ότι και το δικό του διαμέρισμα έγινε καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας με διαφορετικές διαστάσεις και εμβαδόν, χωρίς ωστόσο και γι' αυτό να έχει γίνει τροποποίηση της συστατικής πράξεως με τη σύμφωνη γνώμη όλων των συνιδιοκτητών, ε) τόσο κατά την κτήση του διαμερίσματος, όσο και στο μετέπειτα διάστημα των πέντε ετών ουδέποτε αξίωσε δικαιώματα συγχρήσεως επί του υπογείου και αποδέχονταν την αποκλειστική χρήση του από τη δεύτερη εναγομένη ως κατοικήσιμο χώρο.

Εξ αιτίας αυτών δημιούργησε στη δεύτερη εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι ποτέ δεν θα ασκήσει δικαιώματα συγχρήσεως επ' αυτού. Πρέπει λοιπόν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) που οι εναγόμενοι πρότειναν να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι το δικαίωμα, που άσκησε με την ένδικη αγωγή του ο αναιρεσείων, ζητώντας να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της 5923/2000 πράξεως τροποποιήσεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας που αφορά τον επίδικο υπόγειο χώρο, ασκήθηκε καταχρηστικά και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του τελευταίου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική (άρθρο 281 ΑΚ) ένσταση των αναιρεσιβλήτων και είχε απορρίψει κατά το ως άνω αίτημά της την αγωγή του αναιρεσείοντος.

Έτσι, που αποφάνθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 180, 281, 1002, 1117 ΑΚ και 5 και 8 του ν. 3741/1929, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, από τους αριθμό 1και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατ' ορθή εκτίμησή του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή δέχθηκε απλή και όχι προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Ο λόγος αυτός, όμως, είναι αβάσιμος, επειδή με βάση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, υπάρχει καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να ζητήσει την αναγνώριση της επίμαχης ακυρότητας. Εξάλλου, σαφώς αιτιολογείται από το Εφετείο η προφανής υπέρβαση των παραπάνω ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 281 ΑΚ με την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση της ισοδύναμης προς την φράση "προφανής υπέρβαση" φράσης ότι "η άσκηση του δικαιώματος από τον ενάγοντα ...

δεν είναι ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου ανθρώπου διότι ...". Περαιτέρω με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την αδράνεια του αναιρεσείοντος να ζητήσει την αναγνώριση της πιο πάνω ακυρότητας με σκοπό να περιέλθει το επίδικο υπόγειο στην κοινή χρήση και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.

Τέλος, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει και τις αιτιάσεις, όπως αυτές εκτιμώνται, ότι το Εφετείο με το να μη δεχθεί ότι α) όταν αγόρασε το διαμέρισμά του γνώριζε το επίδικο υπόγειο ως κοινόχρηστο χώρο, β) ότι το επίδικο κατασκευάστηκε σε βάρος του διαμερίσματός του για να έχει αυτός αποθηκευτικό χώρο, γ) οι δαπάνες κατασκευής του επιδίκου βαρύνουν και αυτόν, δ) μειώθηκε το ύψος του διαμερίσματός του κατά 0,40 μ.

για να προκύψει το επίδικο και ε) ουδέποτε αποδέχθηκε αποκλειστική χρήση του υπογείου από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, και στη συνέχεια με το να δεχθεί καταχρηστική άσκηση της αγωγής του, έκανε κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Όμως με τις αιτιάσεις αυτές, που αφορούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς υποστήριξη των συναφών ισχυρισμών του, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Γεωργίου Δήμα του Ηλία για αναίρεση της 76/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ