Legislator Case Law & Legislation
92/2010 AI generated

Supreme Court joins three appeals regarding notary contracts, dismissing one appeal against non-parties and remanding others.

Case Number 92/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court joined three concurrent appeals and an intervention regarding notary contracts for state collection. The Court dismissed the appeal by the Rhodes Municipality against parties who did not participate in the first instance, ruling such appeals inadmissible. Conversely, it rejected jurisdictional and substantive arguments by the State and Municipality, finding the lower court correctly allowed the notary's direct action. Due to a single vote difference, the Court remanded the remaining grounds for appeal to the Plenary Session for final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 677(1) of the Code of Civil Procedure; Article 12 of Law 2298/1995; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: Appeals against judgments involving notary contracts are admissible only against parties present in the first instance; appeals against absent parties are inadmissible; and grounds regarding the notary's standing to sue directly are evaluated by the Plenary Session when decided by a single vote.

Keywords

AI generated
concurrent appeals notary contracts state collection inadmissible appeal Plenary Session remand direct action standing jurisdictional error

Cited Legislation

AI generated
Article 677(1) of the Code of Civil Procedure
Article 12 of Law 2298/1995
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 563(2)(c) of the Code of Civil Procedure
Law 2830/2000, Articles 113-116 and 119(5)
Article 713 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 92 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Συνεκδίκαση τριών αντιθέτων αιτήσεων αναιρέσεως και πρόσθετης παρέμβασης κατά αποφάσεως που δέχθηκε αγωγή συμβολαιογράφου που συνέταξε κρατικό συμβόλαιο μεταξύ δήμου και Δημοσίου για την είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων. Η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτών ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό.

Η αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Ροδίων, κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά του δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων τα οποία δεν έλαβαν μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (είχαν παρέμβει πρωτοδίκως), είναι απαράδεκτη. -Επιτρέπεται η άσκηση ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετης παρεμβάσεως υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης με δικόγραφο που κοινοποιήθηκε σε όλους του6ς διαδίκους.

Γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του για την άσκηση της αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων από το (το άρθρο 12 του Ν.2298/1995, όπως ίσχυε, καταργήθηκε ήδη με την παράγραφο 9 άρθρου 13 Ν.3790/2009, ΦΕΚ Α 143/7.8.2009). Κρατικά συμβόλαια. Η μεταξύ του συμβολαιογράφου και των συμβαλλομένων εντολέων του σχέση είναι σχέση ιδιωτικού δικαίου και η προκύπτουσα εξ αυτής διαφορά εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 677 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Από τα έχοντα προς τούτο δικαιοδοσία αρμόδια πολιτικά δικαστήρια. Αντίθετα οι διαφορές που προκύπτουν από τη σχέση αυτή μεταξύ του συμβολαιογράφου και του Συλλόγου, (όπως και οι διαφορές μεταξύ του συμβολαιογράφου και του Ταμείου Νομικών) για την μη απόδοση των υπέρ αυτών δικαιωμάτων, εκδικάζονται από τα διοικητικά Δικαστήρια, αφού πρόκειται περί διοικητικής διαφοράς.

Απορρίπτει τον από το άρθρο 559. 4 λόγος αναιρέσεως. Τα αναλογικά δικαιώματα του Συμβολαιογράφου από τη σύνταξη κρατικών αποδίδονται στον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο και διανέμονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Συμβολαιογράφων. Ο πρόεδρος του συλλόγου διανέμει τα συμβόλαιο αυτά στους συμβολαιογράφους.

Υποχρεώσεις συμ/φων. Ως προς τα δικαιώματα και τους τόκους υπερημερίας ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος θεωρείται γενικ΄πος εντολοδόχος του υπόχρεου για την είσπραξη ως ως άνω δικαιωμάτων συμβολαιογράφου και νομιμοποιείται να εγείρει ο ίδιος αγωγή κατά των υποχρέων για την είσπραξή τους.

Παραπέμπει στην Ολομέλεια, διότι η απόφαση ελήφθη με διαφορά μιας ψήφου, τους από το άρθρ. 559.1 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως προκειμένου να κριθεί αν το Εφετείο που δίκασε την υπόθεση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν.2830/2000 (άρ. 113-116 και 119 παρ. 5) και της περί εντολής διατάξεις του άρθρου 713 Α.Κ., δεχόμενο ότι ο συμβολαιογράφος που συντάσσει κρατικά συμβόλαια, νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση ευθείας αγωγής κατά των συμβαλλομένων για την καταβολή μη εισπραχθέντων αναλογικών δικαιωμάτων, των οποίων δικαιούχοι είναι οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος και το Ταμείο Νομικών.

Αριθμός 92/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

A. Της αναιρεσείουσας: Χ, συμβολαιογράφου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Του Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 2)Του Ο.Τ.Α. Α' Βαθμού με την επωνυμία Δήμος Ροδίων, που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

B. Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ροδίων (Ν.Π.Δ.Δ.), το οποίο εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Φραράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ, συμβολαιογράφου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. 2)Του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Μουγγόλια, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. 3)Του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μπεσκένη.

Γ. Του αναιρεσείοντος - καθού: Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης: Χ, συμβολαιογράφου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟς ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ-ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μπεσκένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2005 αγωγή της Χ που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκε με τις από 16-7-2005 και 15-9-2005 πρόσθετες παρεμβάσεις, του Ταμείου Νομικών και Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων-Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α' αναιρεσείουσα με την από 30-6-2008 αίτησή της, το υπό στοιχείο Β' αναιρεσείον με την από 23-1-2008 αίτησή του και το υπό στοιχείο Γ' αναιρεσείον με την από 15-2-2008 αίτησή του και τους από 30-4-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε τις από 2-10-2009 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε α) να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως (ως προς την από 30-6-2008 αίτηση), β) να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως (ως προς την από 23-2-2008 αίτηση), γ)να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως (ως προς την από 15-2-2008 αίτηση και τους από 30-4-2009 πρόσθετους λόγους).

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους και των προσθέτων λόγων και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος την απόρριψή των αντιθέτων αιτήσεων και την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚπολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Ενόψει τούτου οι εκδικασθείσες κατά την ως άνω δικάσιμο τρεις αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως με αριθμούς πινακίου 18, 34 και 35: Α) η από 30-6-2008 αίτηση (με αρ. κατάθεσης 29/3-7-2008) της Χ, συμβολαιογράφου ..., κατοίκου ... κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ο.Τ.Α. Α' Βαθμού με την επωνυμία Δήμος Ροδίων. Β) η από 23-1-2008 αίτηση (με αρ.

κατάθεσης 7/29-1-2008) του ΝΠΔΔ του Δήμου Ροδίων. κατά των 1) Χ, 2) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών" και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου" Γ) η από 15-2-2008 αίτηση (με αρ. κατάθεσης 12/25-2-2008) του Ελληνικού Δημοσίου και οι από 30-4-2009 πρόσθετοι λόγοι κατά της Χ, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως 248/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα της δίκης (άρθρα 246, 573 παρ. 1ΚΠολΔ).

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚπολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτών ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό.

Επομένως η συνεκδικαζομένη αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Ροδίων, κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά του δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών" και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου", τα οποία δεν έλαβαν μέρος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Τα νομικά αυτά πρόσωπα είχαν παρέμβει υπέρ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η αγωγή της οποίας και οι πρόσθετες υπέρ αυτής παρεμβάσεις απορρίφθηκαν με την πρωτοβάθμια απόφαση.

Συνεπώς και εκ του λόγου αυτού ο αναιρεσείων Δήμος δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει και κατ' αυτών την κρινόμενη αναίρεση. Ο αναιρεσείων Δήμος, ως ηττώμενος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των νόμιμα παριστάμενων και ως εκ τούτου κατ' αντιμωλία δικαζόμενων πιο πάνω δύο αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημα τούτων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως με βάση το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81, 82, 556 παρ.1 558 εδ. α', 495 και 569 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται η άσκηση ενώπιον του Αρείου Πάγου προσθέτου παρεμβάσεως υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου" άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου στην συνεκδικαζόμενη αναίρεση του Ελληνικού Δημοσίου, με το από 28-7-2007 (αρ.

καταθ. 22/30-7-2009) ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετη, υπέρ της αναιρεσίβλητης Χ και κατά του αναιρεσείοντος, παρέμβαση, που κοινοποιήθηκε σε όλους τους διαδίκους και περιέχει τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 81 του ΚΠολΔ στοιχεία. Σύμφωνα με τα παραπάνω, παραδεκτώς, ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού το παρεμβαίνον, κατά τα προβαλλόμενα με την παρέμβαση, έχει το απαιτούμενο προς τούτο έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι τα ένδικα αναλογικά δικαιώματα η αναιρεσίβλητη συμβολαιογράφος, υπέρ της οποίας παρενέβη, υποχρεούται να τα αποδώσει σε αυτό.

Επομένως, πρέπει η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση να συνεκδικασθεί με την (συνεκδικαζόμενη με τις λοιπές αιτήσεις) αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου. Επειδή το αναιρεσείον Ελληνικό δημόσιο με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο άρθρο 559. 4 του ΚΠολΔ προβάλλει ότι το Εφετείο που δίκασε υπερέβη την δικαιοδοσία του, καθόσον, όπως αναφέρει, "μεταξύ Συμβολαιογραφικού Συλλόγου και του συντάξαντος το "κρατικό" συμβόλαιο συμβολαιογράφου, που υποχρεούται σε απόδοση των εισπραχθέντων αναλογικών δικαιωμάτων, δεν γεννάται ισότιμη συμβατική σχέση ούτε σχέση ιδιωτικού δικαίου, αλλά ιδρύεται σχέση με μονομερή, δυνάμει διάταξης δημοσίου δικαίου, ανάθεση, από τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο στον οποίο παρέχεται η εξουσία, χάριν δημοσίου συμφέροντος, αποβλέπουσα στην κοινωνικοποίηση των αμοιβών από κρατικά συμβόλαια προς επίτευξη ενός κατώτατου ορίου εισοδήματος και μέσω αυτού στη διαφύλαξη της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των συμβολαιογράφων ως δημοσίων λειτουργών ....

Συνεπώς οι διαφορές ως προς την είσπραξη των αναλογικών δικαιοτάτων από τα κρατικά συμβόλαια συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων". Περαιτέρω, με τον με στοιχείο ΙΙ πρόσθετο λόγο αναιρέσεως το Ελληνικό Δημόσιο και με το δεύτερο, από το αυτό άρθρο 559 αριθμός 4 του ΚΠολΔ, λόγο της συνεκδικαζόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Δήμου Ροδίων, προβάλλεται ότι το Εφετείο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, καθόσον, τα δικαιώματα του Ταμείου Νομικών από τη σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων αποτελούν ασφαλιστική εισφορά του συμβολαιογράφου σε οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης και, συνεπώς, διαφορές που αναφύονται κατά τον προσδιορισμό και την καταβολή των από την αιτία αυτή οφειλών, κατ'εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων, 94 του Συντ., 2 του Κ.Δ.Δ.

και 2 του Κ.Πολ.Δικ., υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Στην προκειμένη, όμως, υπόθεση, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η ενάγουσα συμβολαιογράφος συνέταξε το ένδικο συμβόλαιο "κατ' εντολή" των αντισυμβαλλομένων Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ροδίων και ζητούσε να της καταβληθεί οφειλόμενο υπόλοιπο συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων μετά των αναλογούντων υπέρ του Ταμείου Νομικών προσαυξήσεων.

Το ίδιο δέχθηκε και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αποδειχθέν (για την τυχόν μη τήρηση της διαδικασίας των παρ.2 και 3 του άρ.114 του ν. 2830/2000 προβλέπονται μόνο πειθαρχικές συνέπειες). Η μεταξύ του συμβολαιογράφου και των συμβαλλομένων εντολέων του σχέση (από τη μεταξύ τους σύμβαση εμμίσθου εντολής), είναι σχέση ιδιωτικού δικαίου και η προκύπτουσα εξ αυτής διαφορά εκδικάζεται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 677 παρ.1 του ΚΠολΔ κατά την οριζόμενη από τη διάταξη αυτή ειδική διαδικασία. (πρβλ ολ ΑΠ 15/1989, όπου εμμέσως ο ΑΠ δέχθηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων).

Διαφορετικό είναι το ζήτημα στην περίπτωση κατά την οποία ο συμβολαιογράφος, προκειμένου περί κρατικών συμβολαίων, έχει εκ του νόμου υποχρέωση να αποδώσει στον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο τα εισπραχθέντα δικαιώματα. Οι διαφορές που προκύπτουν από τη σχέση αυτή μεταξύ του συμβολαιογράφου και του Συλλόγου, (όπως και οι διαφορές μεταξύ του συμβολαιογράφου και του Ταμείου Νομικών για την μη απόδοση των υπέρ αυτού δικαιωμάτων), εκδικάζονται από τα διοικητικά Δικαστήρια, αφού πρόκειται περί διοικητικής διαφοράς (βλ.

ΑΠ 148/2001, ΣτΕ 325/2003 κ.α.).

Συνεπώς, το Εφετείο το οποίο δέχθηκε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την εξεταζόμενη υπόθεση, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, σε ορθό κατέληξε διατακτικό και οι ανωτέρω, από το άρθρο 559. 4 λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι (578 ΚΠολΔ), καθόσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όσα εκτίθενται σε αυτούς αφορούν την σχέση μεταξύ του Συμβολαιογράφου αφενός και του Ταμείου Νομικών και του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, αφετέρου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία το Εφετείο αποφάνθηκε περί της δικαιοδοσίας του, πρόκειται για σχέση μεταξύ του συμβολαιογράφου και των συμβαλλομένων, κατ' εντολή των οποίων ο συμβολαιογράφος συνέταξε το συμβόλαιο.

Επειδή, κατά το άρθρο 113 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000) "τα αναλογικά δικαιώματα του Συμβολαιογράφου από τη σύνταξη συμβολαίων που αναφέρονται στα άρθρα 115, 117 και 118 του παρόντος αποδίδονται στον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο ή στον εντεταλμένο υπό του Συλλόγου συμβολαιογράφο και διανέμονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 116, 117, 118 και 120 του παρόντος".

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 115 του ίδιου Κώδικα, προσδιορίζονται τα πιο πάνω συμβόλαια, τα οποία χαρακτηρίζονται ως "κρατικά συμβόλαια", μεταξύ των οποίων και τα "συμβόλαια, πράξεις ή εκθέσεις στις οποίες ένα από τα μέρη που συμβάλλεται, συνυπογράφει, συναινεί ή αποκτά δικαιώματα είναι: 1.α.) Το Δημόσιο, οι Δήμοι και Κοινότητες, οι Ενώσεις και οι Σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) δεύτερης βαθμίδας (Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση) ...".

Εξάλλου, με τις διάταξη του άρθρου 114 του ίδιου Κώδικα, ορίζονται τα εξής: "1. Σε κάθε περιφέρεια ειρηνοδικείου, στην οποία εδρεύουν περισσότεροι από ένας συμβολαιογράφοι, οι εντολές ή τα σχέδια για τη σύνταξη συμβολαίων, πράξεων ή εκθέσεων, στα οποία δικαιοπρακτούν πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 115, αποστέλλονται στις πόλεις που εδρεύει Συμβολαιογραφικός Σύλλογος προς τον πρόεδρο αυτού, άλλως στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο που έχει ορισθεί από τον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο. 2.

Ο πρόεδρος του συλλόγου ή ο εντεταλμένος συμβολαιογράφος, στον οποίο αποστέλλονται οι ανωτέρω εντολές ή σχέδια, διανέμει αυτές χωρίς καθυστέρηση και κατά σειρά στους συμβολαιογράφους που εδρεύουν στην αυτή ειρηνοδικειακή περιφέρεια και τους παραγγέλει να συντάξουν τα σχετικά συμβόλαια, πράξεις ή εκθέσεις ... 4.

Συμβολαιογράφος που λαμβάνει την εντολή της πρώτης παραγράφου απευθείας από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 115 ή από πρόσωπα που θα συμβληθούν με αυτά, οφείλει να τη διαβιβάσει αμέσως, μαζί με τα σχετικά έγγραφα, στον πρόεδρο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου ή στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο για να ενεργήσουν αυτοί όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.

Η παράβαση της διάταξης αυτής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και τιμωρείται με πρόστιμο είκοσι χιλιάδων (20.000) δραχμών". Κατά τα διάταξη δε του άρθρου 116 "Τα αναλογικά δικαιώματα του συμβολαιογράφου τα οποία προέρχονται από τη σύνταξη συμβολαίων, πράξεων ή εκθέσεων των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 115 αποδίδονται στο Ταμείο του οικείου Συλλόγου ή στον εντεταλμένο Συμβολαιογράφο και διανέμονται σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 120, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν οι εισφορές υπέρ του Ταμείου Νομικών και του Τ.Α.Σ.

που βαρύνουν το συμβολαιογράφο που συνέταξε το συμβόλαιο, την πράξη ή την έκθεση και καταβάλλονται στα αντίστοιχα Ταμεία". Περαιτέρω στο άρθρο 119 ορίζεται ότι "1. Ο συμβολαιογράφος που συντάσσει συμβόλαια των άρθρων 115, 117 και 118 (δηλαδή κρατικά συμβόλαια) οφείλει να καταθέσει στον οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο ή στον εντεταλμένο κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφο αναλογικά δικαιώματα των συμβολαίων αυτών "μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου από την υπογραφή του συμβολαίου μήνα". (παρ. 7 άρθρ.32 Ν.2915/2001). 2.

Τα καθυστερούμενα από την παραπάνω αιτία ποσά, με τους τόκους υπερημερίας, τα εισπράττει ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος συμβολαιογράφος από τον υπόχρεο συμβολαιογράφο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. ... 3. Η παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 1 του παρόντος αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα που τιμωρείται με ποινή τουλάχιστον προστίμου. 4.

Η παρακράτηση από το συμβολαιογράφο δικαιωμάτων από συμβόλαια των άρθρων 115, 117 και 118 του παρόντος πέραν της προθεσμίας των τριών μηνών από τη σύνταξη των συμβολαίων τιμωρείται κατά τις διατάξεις περί υπεξαίρεσης του Ποινικού Κώδικα (άρθρο 375) ... 5. Ως προς τα δικαιώματα και τους τόκους υπερημερίας ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος θεωρείται γενικός εντολοδόχος του υπόχρεου για την είσπραξη των ως άνω δικαιωμάτων συμβολαιογράφου και νομιμοποιείται να εγείρει ο ίδιος αγωγή κατά των υποχρέων για την είσπραξή τους.

Ακολούθως από τα ποσά που εισπράττει ο Σύλλογος ή ο εντεταλμένος συμβολαιογράφος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 116, 117 και 118, αφού γίνουν οι αναφερόμενες στο άρθρο 120 προαφαιρέσεις, διανέμονται μεταξύ των δικαιούχων συμβολαιογράφων που αναφέρονται στο άρθρο 121". Κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 122 του αυτού Κώδικα "ο συμβολαιογράφος που συντάσσει συμβόλαια ή πράξεις ή εκθέσεις που αναφέρονται στα άρθρα 115,117 και 118 οφείλει να επισυνάπτει σε αυτά το διπλότυπο καταβολής των δικαιωμάτων στο οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο ή στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο".

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. ιστ. περ. αα του ν.4114/60, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 1512/1985, πόρο του Ταμείου Νομικών αποτελεί, πλην άλλων, ποσοστό 1,30% επί της αξίας του αντικειμένου κάθε συμβάσεως που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, πλην των προβλεπομένων εξαιρέσεων. Κατ' εξαίρεση το άνω δικαίωμα περιορίζεται επί εργολαβικών συμβάσεων, όπου μεταξύ των συμβαλλομένων είναι το Δημόσιο, Δημόσιες εν γένει Υπηρεσίες, Ιδρύματα και Οργανισμοί ή νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, στο ήμισυ (1/2) επί τοις εκατόν.

Περαιτέρω στο άρθρο 6 της 74084/1996 απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης ορίζεται ότι: "1. Ο Συμβολαιογράφος υποχρεώνεται να καταβάλλει από τα δικαιώματά του στο Ταμείο Νομικών τα, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, εκάστοτε οριζόμενα. 2. Επίσης επί των Συμβολαιογραφικών εγγράφων εισπράττονται από τους Συμβολαιογράφους υπέρ του Ταμείου Νομικών ως δικαίωμα τα εκάστοτε οριζόμενα κατά τις ισχύουσες διατάξεις".

Κατά την άποψη τριών μελών του Δικαστηρίου, ήτοι του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη και των Αρεοπαγιτών, Χρήστου Αλεξόπουλου και Δημήτριου Μουστάκα, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο συμβολαιογράφος που συντάσσει κρατικά συμβόλαια, δηλαδή συμβόλαια στα οποία συμβαλλόμενο είναι το Δημόσιο, Δήμος κ.λ.π., δεν είναι δικαιούχος των πιο πάνω αναλογικών δικαιωμάτων του συμβολαιογράφου ή του Ταμείου Νομικών, αφού δικαιούχοι αυτών είναι, αντίστοιχα, ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή το Ταμείο Νομικών (πρβλ Ολ.Α.Π. 15/1989).

Ο συμβολαιογράφος αυτός, που συνέταξε το κρατικό συμβόλαιο, έχει μόνο δικαίωμα είσπραξης των δικαιωμάτων αυτών, προκειμένου να τα αποδώσει στους δικαιούχους, υποχρεούμενος μάλιστα να επισυνάψει σε αυτό το διπλότυπο καταβολής των δικαιωμάτων στο οικείο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο ή στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο.

Στην περίπτωση δε κατά την οποία τα δικαιώματα αυτά δεν εισπράχθηκαν, και επιδιώκεται με αγωγή η είσπραξη αυτών, νομιμοποιούνται προς τούτο μόνο οι προαναφερόμενοι δικαιούχοι των απαιτήσεων αυτών, ενώ ο συμβολαιογράφος, στον οποίο ανατέθηκε η σύνταξη κρατικού συμβολαίου δεν νομιμοποιείται πλέον ενεργητικώς να εγείρει ευθεία καταψηφιστική ή αναγνωριστική αγωγή για καταβολή συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων είτε σ' αυτόν, είτε στον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο, ως εντολοδόχος αυτών, εκτός αν ασκεί πλαγιαστικώς τα δικαιώματα του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, υπό την ιδιότητα του ως συμβολαιογράφου δικαιουμένου σε απόληψη ανάλογου μερίσματος έναντι του συλλόγου που παραλείπει να προβεί σε έγερση ευθείας αγωγής.

Εξάλλου η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου υπέρ του συμβολαιογράφου που συνέταξε το συμβόλαιο και άσκησε καταψηφιστική ή αναγνωριστική, αντί πλαγιαστικής, αγωγή, χωρίς να νομιμοποιείται ενεργητικώς προς τούτο, δεν μπορεί να ανατρέψει τις συνέπειες της ελλείψεως των προϋποθέσεων της ενεργητικής νομιμοποιήσεως.

Δεν μεταβλήθηκε συνεπώς η σχετική ρύθμιση, η οποία γινόταν δεκτή και υπό το κράτος της ισχύος του ν.δ. 1333/1973 (Ολ.ΑΠ 15/1989), κατά τις διατάξεις των άρθρων 66 και 72 του οποίου, τα πιο πάνω δικαιώματα, προκαταβάλλονταν στο Ταμείο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, ενώ, κατά τον ισχύοντα Κώδικα Συμβολαιογράφων (ν. 2830/2000) τα εν λόγω δικαιώματα εισπράττονται από τον συμβολαιογράφο που συντάσσει το κρατικό συμβόλαιο.

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τα οριζόμενα στην πιο πάνω αναφερόμενη διάταξη της παρ. 5 του άρθ. 119 του Κώδικα συμβολαιογράφων (ν. 2830/2000), κατά την οποία, "ως προς τα δικαιώματα και τους τόκους υπερημερίας ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος θεωρείται γενικός εντολοδόχος του υπόχρεου για την είσπραξη των ως άνω δικαιωμάτων συμβολαιογράφου και νομιμοποιείται να εγείρει ο ίδιος αγωγή κατά των υποχρέων για την είσπραξή τους".

Ειδικότερα από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ν. 2830/2000, νομιμοποιείται για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής μόνο ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος. Επομένως το Εφετείο που δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την ένδικη ευθεία - και όχι ως εντολοδόχου του 3ου των καθών - αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης Συμβολαιογράφου ..., υπέρ της οποίας είχαν παρέμβει πρωτοδίκως ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου-Δωδεκανήσου και το Ταμείο Νομικών και του Δήμου Ροδίων, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2830/2000 (άρ.113-116 και 119 παρ.5), αλλά και τις περί εντολής διατάξεις του άρθρου 713 Α.Κ., κατά το βάσιμο, από το άρθρο 559 άρ.1 του ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και τον συναφή πρώτο πρόσθετο αυτού λόγο, καθώς και τον ταυτόσημο κατά περιεχόμενο πρώτο λόγο αναιρέσεως της συνεκδικαζόμενης αιτήσεως του Δήμου Ροδίων.

Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών του Δικαστηρίου, και, ειδικότερα, των Αρεοπαγιτών Βασιλείου Λυκούδη και Γρηγορίου Κουτσόπουλου, από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα Συμβολαιογράφων (άρ. 113-120, 122 του Ν. 2830/2000), προκύπτει ότι ο συμβολαιογράφος που συντάσσει κρατικά για συμβόλαια, δηλαδή συμβόλαια στα οποία συμβαλλόμενο είναι το Δημόσιο, Δήμος κ.λ.π., δεν είναι μεν δικαιούχος των πιο πάνω αναλογικών δικαιωμάτων του συμβολαιογράφου ή του Ταμείου Νομικών, αφού δικαιούχοι αυτών είναι, αντίστοιχα, ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή το Ταμείο Νομικών. (πρβλ Α.Π. 15/1989, Ολομ.), πλην όμως τα αναλογικά αυτά δικαιώματα έχουν υποχρέωση να καταβάλουν, καταρχήν, οι συμβαλλόμενοι στο συμβολαιογράφο, που συνέταξε το σχετικό κρατικό συμβόλαιο, αφού αυτός έχει δικαίωμα είσπραξης των δικαιωμάτων αυτών, προκειμένου να τα αποδώσει στους δικαιούχους, απειλουμένων μάλιστα κατ' αυτού κυρώσεων αν δεν πράξει τούτο, γεγονός που προϋποθέτει και δικονομική δυνατότητα εισπράξεως από τον ίδιο.

Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία τα δικαιώματα αυτά δεν εισπράχθηκαν, και επιδιώκεται με αγωγή η είσπραξή τους νομιμοποιείται προς τούτο και ο συμβολαιογράφος που συνέταξε το κρατικό συμβόλαιο. Το γεγονός ότι "υπό το κράτος της ισχύος του ν.δ. 1333/1973" (όπως διευκρινίζεται στην Ολομ. ΑΠ 15/1989), γινόταν δεκτό ότι "ο συμβολαιογράφος, στο οποίο ανατέθηκε κατά το άρθρο 61 του ν.δ. 1333/1973 η σύνταξη τέτοιου (κρατικού) συμβολαίου, δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς να εγείρει ευθεία καταψηφιστική ή αναγνωριστική αγωγή για καταβολή συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων είτε σ` αυτόν, είτε στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο, εκτός αν ασκεί πλαγιαστικώς τα δικαιώματα του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ,", οφείλεται στο ότι η είσπραξη των ενδίκων αναλογικών δικαιωμάτων δεν γινόταν από τον συμβολαιογράφο που συνέταξε τα κρατικά συμβόλαια, αλλά, όπως οριζόταν στις διατάξεις των άρθρων 66 και 72 του ν.δ. 1333/1973, τα δικαιώματα αυτά από τη σύνταξή των, κατά τα άρθρα 61 έως και 63, συμβολαίων, εκθέσεων ή πράξεων, προκαταβάλλονται στο Ταμείο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, ή όπου δεν εδρεύει Σύλλογος στον κατά την παρ. 1 του άρθρου 61 αρμόδιο συμβολαιογράφο.

Η ρύθμιση αυτή μεταβλήθηκε με το άρ. 101 του ν. 610/77 και στη συνέχεια με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2830/2000. Εξάλλου, από τη πιο πάνω διάταξη της παρ. 5 του άρθ. 119 του Κώδικα συμβολαιογράφων (ν. 2830/2000), κατά την οποία "ως προς τα δικαιώματα και τους τόκους υπερημερίας ο οικείος Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος θεωρείται γενικός εντολοδόχος του υπόχρεου για την είσπραξη των ως άνω δικαιωμάτων συμβολαιογράφου και νομιμοποιείται να εγείρει ο ίδιος αγωγή κατά των υποχρέων για την είσπραξή τους", προκύπτει ότι υπό την ισχύ του ν. 2830/2000, νομιμοποιείται για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής, καταρχήν, ο υπόχρεος για τη σύνταξη και την είσπραξη των δικαιωμάτων του συμβολαίου συμβολαιογράφος.

Ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος ή ο εντεταλμένος κατά ειρηνοδικειακή περιφέρεια συμβολαιογράφος νομιμοποιείται παραλλήλως με αυτόν για την άσκηση της σχετικής αγωγής και μάλιστα "ως γενικός εντολοδόχος του υπόχρεου για την είσπραξη των ως άνω δικαιωμάτων συμβολαιογράφου". Είναι προφανές ότι η εν λόγω διάταξη θα ήταν περιττή αν μόνο ο συμβολαιογραφικός σύλλογος νομιμοποιούταν για την άσκηση της αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η ενάγουσα συμβολαιογράφος νομιμοποιείται να ασκήσει ευθεία αγωγή κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ροδίων, δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 113-116 και 119 του ν.2830/2000 και 713 ΑΚ, όπως αιτιάται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο από το άρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της αιτήσεώς του, καθώς και με το συναφή δεύτερο πρόσθετο αυτής λόγο του, ούτε παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρ 119 παρ.5 του ν.2830/2000 και του άρ.713 του ΑΚ, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων Δήμος Ροδίων, με τον πρώτο από την αυτή διάταξη του άρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως της συνεκδικαζομένης αιτήσεώς του, οι οποίοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Eπομένως, εφόσον η παρούσα απόφαση ελήφθη με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει να παραπεμφθούν οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 563 παρ.2 εδάφ.γ' ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση: Α) της με αριθ. πιν. 18 από 30-6-2008 αίτησης (με αρ. κατάθεσης 29/3-7-2008) της Χ κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ο.Τ.Α. Α' Βαθμού με την επωνυμία Δήμος Ροδίων, Β) της με αριθ. πιν. 34 από 23-1-2008 αιτήσεως (με αρ. κατάθεσης 7/29-1-2008) του ΝΠΔΔ του Δήμου Ροδίων κατά των 1) Χ, 2) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών" και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου", Γ) της με αριθ. πιν. 35 από 15-2-2008 αιτήσεως (με αρ. κατάθεσης 12/25-2-2008) του Ελληνικού Δημοσίου και των από 30-4-2009 προσθέτων λόγων κατά της Χ, οι οποίες στρέφονται κατά της 248/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, και Δ) της από 28-7-2007 (αρ. καταθ.22/30-7-2009) πρόσθετης, υπέρ της αναιρεσίβλητης Χ και κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου παρέμβασης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς-Αιγαίου και Δωδεκανήσου".

Απορρίπτει την συνεκδικαζόμενη αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Ροδίων, κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών" και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών - Πειραιώς - Αιγαίου και Δωδεκανήσου".

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο Ροδίων στη δικαστική δαπάνη των νόμιμα παρισταμένων αμέσως πιο πάνω δύο αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Απορρίπτει το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και το συναφή με στοιχείο

ΙΙ πρόσθετο αυτού λόγο, καθώς και το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του Δήμου Ροδίων, για έλλειψη δικαιοδοσίας του Εφετείου να δικάσει την υπόθεση.

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου τον πρώτο λόγο αναιρέσεως των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ροδίων, καθώς και τον συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου (για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου) κατά της 248/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ