Legislator Case Law & Legislation
92/2009 AI generated

Appeal dismissed; fixed-term contract renewal not deemed abuse of rights due to Olympic Games temporary needs.

Case Number 92/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision rejecting the plaintiff's claim for an indefinite-term employment contract. The plaintiff argued that successive fixed-term contracts violated labor laws, but the court found the employer's reliance on the Olympic Games created a legitimate temporary need. Consequently, the court ruled that the specific circumstances justified the contract duration and rejected the claim of abuse of rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8 of Law 2112/1920; Directive 1999/70/EC; Article 5 and 11 of Presidential Decree 160/2004; Successive fixed-term contracts do not automatically constitute an abuse of rights if the employer demonstrates a genuine temporary need arising from specific events like the Olympic Games.

Keywords

AI generated
successive fixed-term contracts abuse of rights Olympic Games temporary need indeterminate employment contract Labor Law 2112/1920 Directive 1999/70/EC employment termination

Cited Legislation

AI generated
Article 8 of Law 2112/1920
Directive 1999/70/EC
Article 5 and 11 of Presidential Decree 160/2004
Article 103 of the Constitution
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 92 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 92/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Χ, κατοίκου ......, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αλέξανδρος Στρίμπερης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Μαρία Σωτηροπούλου- Πηλιχου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.01.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1103/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2152/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15.07.2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 31.10.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ/ΟΤΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 7 εδ. στ' του ΑΝ 301/1968, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 568/1969 και κυρώθηκε με το άρθρ. 54 παρ. 1 του ΝΔ 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, τροποποιήθηκε στη συνέχεια με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ του ΟΤΕ και της Ομοσπονδίας Εργαζομένων του ΟΤΕ.

Κατά ο άρθρ. 2 παρ. 2 του πιο πάνω Κανονισμού "ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά σύστημα, όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης. Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αόριστου χρόνου.

Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό". Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις της επελεύσεως ορισμένου βέβαιου και μέλλοντος γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Ακόμη, κατά το άρθρο 8 παρ.1 β' του Ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 547/1937, οι διατάξεις του νομοθετήματος αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.

Η διάταξη αυτή όμως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας, όπως ορίζεται ανωτέρω στον έχοντα ισχύ ουσιαστικού νόμου ΓΚΠ/ΟΤΕ, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως της ορισμένης διάρκειας ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.

Ακόμη, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρ. 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφ. α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι ο νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού είτε πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από τον νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεών του σε αόριστου χρόνου. Στις ρυθμίσεις αυτές υπάγεται, ενόψει της διατύπωσης του άρθρ. 103 παρ. 7 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρ. 103 παρ.

παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων του άρθρ. 103 του Συντάγματος και του άρθρ. 2 παρ. 2 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης από το δικαστήριο ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης βάσει των παραπάνω διατάξεων δεν έχει πλέον την ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αόριστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις υπό την ισχύ των άρθρ. 103 του Συντάγματος και 2 παρ. 2 του ΓΚΠ/ΟΤΕ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 189 παρ.3 και ήδη 249 παρ.1 και 3 της ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ., προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Για τον λόγο αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους αλλά μόνο προς τα κράτη-μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι ο αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως τα οποία αυτό θα επιλέξει.

Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απ'ευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις και περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους-μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους-μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "Εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων, και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις.

Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτή ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΑΠ (ολ) 23/1998). Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που έκαμε δεκτή τη συμφωνία-πλαίσιο της 18-3-1999 των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEΕΡ, η οποία ενσωματώθηκε ως Παράρτημα στην οδηγία και προσέλαβε κατ'αυτόν τον τρόπο ισχύ παράγωγου κοινοτικού δικαίου.

Στη ρήτρα 1 αυτής ορίζεται ότι σκοπό της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της μη διάκρισης και η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.

Στη ρήτρα 2 ορίζεται ότι αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους, ενώ με τις ρήτρες 4 και 5 καθορίζεται το ρυθμιστικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να κινηθεί ο εθνικός νομοθέτης για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών της συμφωνίας.

Ειδικότερα, στη ρήτρα 5 ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και επίσης, να καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

Από τις παραπάνω διατάξεις της συμφωνίας πλαισίου συνάγεται, κατ' αρχάς, ότι οι ρυθμίσεις της, εφόσον δεν γίνεται σχετική διάκριση, αναφέρονται σε όλους της εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ανεξαρτήτως αν απασχολούνται στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα κατά τη νομοθεσία ενός εκάστου κράτους μέλους και ότι με τις ρυθμίσεις αυτές δεν τίθενται κανόνες παράγωγου κοινοτικού δικαίου άμεσης εφαρμογής αλλά παρέχεται στα κράτη-μέλη η ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσοτέρων λύσεων να αποτρέπουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την πρόβλεψη πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη κυρώσεων εις βάρος του εργοδότη.

Κατά το άρθρο 2 της πιο πάνω Οδηγίας παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο αυτής μέχρι την 10-7-2001 με δυνατότητα παράτασης μέχρι την 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκαμε χρήση η Ελλάδα. 'Ηδη με τα ΠΔ 81/2003 (όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ΠΔ 180/2004) και 164/2004 και η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην ΕτΚ (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα), έγινε ενσωμάτωση της παραπάνω Οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, το πρώτο δε αναφέρεται στους εργαζομένους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα και το δεύτερο αναφέρεται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στα άρθρα 2 παρ.1 και 3 περ.

γ' αυτού. Με το άρθρο 5 παρ.1 του ΠΔ 164/2004 ορίζονται τα εξής : "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται κι εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ1 εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή της δραστηριότητα της επιχείρησης...

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εξολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του παραπάνω Π.Δ. εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ αυτού (19-7-2004), για τις ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού διαδοχικές συμβάσεις περιλήφθηκαν ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία.

Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 α' του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι αναφερόμενες στα επόμενα εδάφια προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων μηνών από την αρχική σύμβαση.

Η επιλογή με το ανωτέρω ΠΔ των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας ^ που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Επομένως, ούτε κατ' επίκληση της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, έχει εφαρμογή το άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920 κατά το μεσοδιάστημα από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής μέχρι την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 αλλά και μετά την έναρξη της ισχύος του (ΑΠ (ολ) 20/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 578 του ΚΠολΔ, ένα το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι εσφαλμένο αλλά το διατακτικό είναι ορθό ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, καθόσον η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενες αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την αγωγή της εκθέτει ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Οργανισμό την 5-3-2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία διήρκεσε μέχρι την 4-1-2005, ως υπάλληλος κλάδου Διοικητικών Εκμεταλλεύσεων στο κατάστημα των ...... . 'Ότι η πρόσληψή της, που έγινε ως έκτακτο προσωπικό για την κάλυψη δήθεν εκτάκτων και όχι εποχιακών αναγκών με σύμβαση ορισμένου χρόνου, δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και τον σκοπό της εργασίας της ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αόριστου χρόνου, αφού αυτή δεν κάλυπτε πρόσκαιρες ή έκτακτες εποχιακές ανάγκες του Οργανισμού αλλά καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού εργαζόμενη στον Τομέα των Διοικητικών Υπηρεσιών και παρέχοντας όμοιες υπηρεσίες με τους μόνιμους υπαλλήλους του. 'Ότι μετά τη λήξη της ως άνω συμβάσεώς της την 4-1-2005 ο αναιρεσίβλητος έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η σχέση που τους συνέδεε ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεώς της και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδέχεται τις υπηρεσίες της καταβάλλοντας τις αντίστοιχες νόμιμες αποδοχές.

Η αγωγή, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί παραπάνω, δεν είναι νόμιμη, αφού δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρ. 8 του Ν.2112/1920 ούτε της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ αλλά ούτε και των άρθρ. 5 και 11 του ΠΔ 160/2004. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό την 5-3-2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που έληγε την 4-11-2003 αλλά με νέα τροποποιητική σύμβαση εργασίας η χρονική διάρκεια της συμβάσεώς της ορίσθηκε από 5-3-2003 έως 4-1-2005, δηλαδή για χρονικό διάστημα 22 μηνών.

Η αναιρεσείουσα ασχολήθηκε ως υπάλληλος του κλάδου Διοικητικών και Εκμεταλλεύσεων στο κατάστημα ...... και όταν έληξε η σύμβασή της την 4-1-2005 ο αναιρεσίβλητος έπαυσε να δέχεται τις υπηρεσίες της, διότι θεώρησε ότι έληξε ο συμβατικός χρόνος εργασίας και ότι επήλθε η λήξη της συμβάσεώς της. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχαν διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, όπως απαιτεί η Κοινοτική Οδηγία και ακόμη ότι δεν προκύπτει σκοπός καταστρατηγήσεως των εργατικών δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου δεν υποκρύπτετο σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, όπως ισχυριζόταν.

Ειδικότερα, ότι η εργαζομένη δεν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, δοθέντος ότι μετά τη λήξη της συμβάσεώς της δεν προσλήφθηκε άλλος υπάλληλος σε αντικατάστασή της αλλά αντιθέτως κάλυπτε επείγουσες και πρόσκαιρες ανάγκες, οι οποίες δημιουργήθηκαν λόγω των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών Αγώνων του 2004 και η πρόσληψή της οφείλετο στο συγκεκριμένο έργο (των Ολυμπιακών Αγώνων), το οποίο είχε παροδικό αλλά επείγοντα χαρακτήρα. 'Ετσι, κατέληξε το Εφετείο, η σύμβαση εργασίας της αναιρεσείουσας ουδέποτε κατέστη αόριστου χρόνου και δεν συντρέχει ακυρότητα λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς της χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που απαιτούνται για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου, συνακόλουθα δε, μετ' εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Ενόψει του ότι το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται, βάσει των προεκτιθεμένων, ως εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ως ορθό, οι από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ μοναδικοί λόγοι της αναιρέσεως, που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρ. 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 103 του Συντάγματος, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθώς και του ΠΔ 81/2003, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι σύμφωνα με το άρθρ. 578 του ΚΠολΔ. .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2007 αίτηση αναιρέσεως της Χ κατά της 2152/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ